Για τον πατέρα Αθανάσιο Χατζή – “Το Άνθος της Δουραχάνης” – Λόγος τιμής και ευγνωμοσύνης στον αείμνηστο παπα-Θανάση

Γράφει η Μαρούλα Παπαευσταθίου-Τσάγκα
Διδάκτωρ Ιστορίας, Συντονίστρια Εκπαιδευτικού Έργου Φιλολόγων Ηπείρου

Λόγος τιμής και ευγνωμοσύνης στον αείμνηστο πατέρα Αθανάσιο Χατζή

π. Αθανάσιος Χατζής

Όταν κάποτε ο μπεηλερμπέης εκείνος αντίκρισε από τον χιονισμένο Δρίσκο τα Γιάννινα και αποφάσισε να διασχίσει με τα στρατεύματά του την παγωμένη λίμνη που έμοιαζε με πεδιάδα, δεν θα μπορούσε να φανταστεί πως το μοναστήρι που έχτισε και αφιέρωσε στην Παναγία -ευγνωμονώντας για τη θαυμαστή σωτηρία τού ίδιου και του ιππικού του- θα γνώριζε μία τέτοια λαμπρή πορεία στις μέρες μας. Ότι θα είχε στο τιμόνι του ένα τόσον άξιον αρχηγό. Τον ηγούμενο πατέρα Αθανάσιο Χατζή, τον γνωστό σε όλους μας παπα Θανάση του Ντουραχάν.

Ο πατήρ Αθανάσιος ήταν μια σπάνια προσωπικότητα που ο Θεός ευδόκησε να συναντήσουμε στη ζωή μας. Τα πλούσια χαρίσματα με τα οποία Εκείνος τον προίκισε τα αξιοποίησε όλα για να δημιουργήσει μια πολιτεία  μέσα στην πόλη των Ιωαννίνων τόσο μικρή, όσο ήταν δυνατόν να χωρέσει στα περιορισμένα όρια της βραχώδους πλαγιάς, δίπλα και γύρω από το Μοναστήρι της Παναγίας Ντουραχάνης, που του δόθηκε και τόσο μεγάλη ώστε να ξεκουράζονται όλα τα Γιάννινα, και όχι μόνο! Παιδί της Ηπείρου βάδιζε από την πρώτη στιγμή χέρι με χέρι με τον λιτό αλλά πλούσιο σε εσωτερικότητα ηπειρωτικό λαό, σε αυτή την πρωτογενή συνύπαρξη κλήρου και λαού, σε θαυμαστό και αξεδιάλυτο αμάλγαμα.

Δεν υπάρχει Γιαννιώτης που να μη γνωρίζει το έργο του∙ να μην το σέβεται και να μην το εκτιμά. Και ούτε είναι εύκολο να το αποτιμήσεις γιατί θα το αδικήσεις. Πρόκειται για μια ζωή θυσίας και αυταπάρνησης. Ο παππούλης εκδαπανούσε τον εαυτό του πολύ πριν τον γνωρίσουμε, παιδιόθεν. Εμείς τον θυμόμαστε από τη δεκαετία του ’70-’80, τότε  που λειτουργούσε και στην Αγία Αικατερίνη -στο εν Ιωαννίνοις Μετόχι του Θεοβαδίστου Όρους Σινά- τις Κυριακές, επί 15 χρόνια. Ως εφήβων, μας είχε κάνει εντύπωση η φράση που επαναλάμβανε με ένταση, συχνά, στα κηρύγματά του εκεί: «Γονείς, για να σας ακούν, μη μιλάτε στα παιδιά για τον Θεό αλλά στο Θεό για τα παιδιά».

Ένα κοφτερό πνεύμα φωτισμένο. Κοντά του νιώθαμε ασφάλεια και ένα αίσθημα ότι ο Θεός μάς αγαπά και μας ενδυναμώνει. «Δυσκολίες θα έχουμε. Με ασανσέρ δε θα πάμε στον Παράδεισο. Δεν μπορώ να ζητήσω από τον Θεό να μην έχω εμπόδια, αλλά του ζητώ να μου δίνει αντοχές και δύναμη να παλεύω και να τα ξεπερνώ», μας έλεγε για να μας δείχνει πώς πρέπει να σκεφτόμαστε και να μην παραπονιόμαστε.

Το Μοναστήρι της Παναγιάς Δουραχάνης

Λάμβανε υπόψη του την ανθρώπινη αδυναμία και δεν έκρινε αλλά και δεν κατέκρινε, κάτι που μας υπενθυμίζει διαρκώς και με την φράση- έμβλημα στην είσοδο της Ιεράς Μονής Δουραχάνης: «Αγάπα, Συγχώρα και Προχώρα στη Ζωή σου». Μας  προειδοποιούσε πάντοτε για όλα όσα θα συνέβαιναν και για τα τωρινά τεκταινόμενα, που τα έχει προβλέψει αρκετά χρόνια πριν.  Γι αυτό και επέμενε στη δύναμη της Παράδοσης για να φυλάξουμε την ιδιοπροσωπία μας. «Στήκετε και κρατείτε τας παραδόσεις» και «ξύπνα καημένε  μου ραγιά…» βροντοφώναζε όλα τα προηγούμενα έτη περικλείοντας όλα τα σημαινόμενα μέσα στη φράση. Τα τελευταία χρόνια είχε προσθέσει στο κήρυγμά του το «στήκετε και κρατείτε τη γλώσσα. Τα ελληνικά είναι η γλώσσα των γλωσσών! Το έλεγε αυτό εκείνος που ούτε τρεις μήνες δεν φοίτησε σε σχολείο. Τελευταίως επαναλάμβανε με επιμονή σημαίνουσα και το «γνώτε έθνη και λαοί, αυτή είναι η πίστις μας, αυτή είναι η γλώσσα μας, αυτή είναι η θρησκεία μας και τα ήθη και έθιμά μας».

Μια από τις λεπτότερες έγνοιες του ήταν να μη χαθεί το άρωμα της Παράδοσης. «Το περιβόλι μας με τα τραγούδια και τα πλούσια νοήματα να το γνωρίζουμε, να το αγαπούμε». Μας προέτρεπε να δραματοποιούμε τα δημοτικά μας τραγούδια σε θεατρικές παραστάσεις «για να έχουν εικόνες τα παιδιά». Γνώριζε ανέκαθεν την παράμετρο αυτή της σύγχρονης Εκπαίδευση, πως, δηλαδή, ευκολότερα έτσι  θα «μιλούσαν» τα κείμενα στην καρδιά των μαθητών οδηγώντας τους σε υγιείς και δημιουργικούς δρόμους και μαθαίνοντάς τους, παράλληλα, να εστιάζουν στο θετικό, ώστε να γίνεται από μόνο του αποβλητέο το επιβλαβές των αρνητικών θεαμάτων και ακροαμάτων. Οι θεατρικές παραστάσεις των Εκπαιδευτηρίων Δουραχάνης  είναι ένα εκπαιδευτικό καλλιτεχνικό γεγονός για την πόλη των Ιωαννίνων, καθώς συνεγείρουν το σύνολο της εκπαιδευτικής κοινότητος της περιοχής μας, επισήμους και πλήθος κόσμου που απολαμβάνει το επαγγελματικό -θα λέγαμε-  παίξιμο των μαθητών με απλότητα συνάμα και χάρη. Μπορεί κανείς να παρακολουθήσει τα πρότυπα αυτά έργα και από την ιστοσελίδα του Ντουραχάν, στο διαδίκτυο.

Ως πνευματικός πατέρας, την αυστηρότητα την κρατούσε για τον εαυτό του και σήκωνε στις πλάτες του το βάρος μας.«Τον συνάνθρωπο να τον πλησιάζεις με βελούδινα χέρια» έλεγε, φανερώνοντάς μας κάποια στιγμή – και με την περιεκτική αυτή έκφραση – τη μέθοδο της Παιδαγωγίας. Ο τρόπος του ήταν ένας συνδυασμός δυναμισμού και απαλότητας. Ο δυναμισμός του μπορούσε να παρεξηγηθεί ως σκληρότητα, αν δεν διέκρινες την κρυμμένη εσωτερική τρυφερότητα, που στην κατάλληλη στιγμή σε έκανε να νιώθεις την ομορφιά που δεν περιγράφεται. Διέφερε ακόμα και στον τρόπο που έδινε την ευχή, με ένα δυνατό «χτύπημα» της παλάμης -μετακένωση δύναμης, κουράγιου και άλλων δώρων – στο εκκλησίασμα που τον περιμέναμε, μετά τις ακολουθίες, στο προαύλιο του Μοναστηριού. Η χαρακτηριστική του φράση στα πολύμορφα εμπόδια ήταν: «το θάρρος σώζει» και «νίκα το κακό με το καλό».

Ο παπα Θανάσης οικοδομών

Αλλά και «τσοπανόσκυλο» ήταν ο παπα Θανάσης, για το ποίμνιο. Σαν τα πολλά σκυλιά που ζούνε κι αυτά στη Μονή Δουραχάνης και που κάθονταν γύρω του σαν αρνάκια. Τον αναζητούσαν όπου και να πήγαινε, σαν πιστοί ακόλουθοι και φίλοι. «Αυτά με αγαπούν περισσότερο…» μας έλεγε, πειράζοντάς μας. Παλαιότερα έπαιζε μπάλα με ένα από αυτά, το οποίο την απέκρουε με τη μουσούδα του με καταπληκτική ευστοχία. Ο αθλητισμός εξάλλου, στον παππούλη, ήταν κατάκτηση και … προίκα από τα νιάτα του, αφού έπαιζε σε επίσημη ποδοσφαιρική ομάδα των Ιωαννίνων, έχοντας διακριθεί. Επίσης διήνυε ως δρομέας αποστάσεις Μαραθωνίου ανηφορικές! Γι αυτό και οι μαθητές όλων των ετών που έχουν περάσει από τα χέρια του (τα πνευματικά και προσευχητικά χέρια, αφού ο ίδιος δίδασκε μόνο με το παράδειγμά του) αναπτύσσουν το πνεύμα, την ψυχή και το σώμα, καθώς οι εξαίρετοι συνεργάτες του, άνδρες και γυναίκες, εθελοντές σε όλους τους τομείς, και εκπαιδευτικοί, φροντίζουν για την διανοητική-ακαδημαϊκή, καλλιτεχνική-πνευματική και αθλητική ανάπτυξη των μαθητών.

Η όλη παρουσία του είναι οσμή ευωδίας πνευματικής. Η λεπτότητα της ψυχής του, μύρο που μας μεταδίδει την αγάπη του Θεού.  «Απείραστος ο Θεός. Δεν τιμωρεί. Τα σφάλματά μας  μάς εμπλέκουν σε καταστάσεις». Ή, συχνά: «Διαβάζετε πολλά βιβλία και συγγράμματα, αχ, δεν μπορώ να καταλάβω, βρε παιδιά μου, την Αγία Γραφή γιατί την αμελείτε; Έχει τις λύσεις για όλα τα προβλήματα. Εγώ ως ιερέας κολυμπάω, πώς να σας το πω, εσείς δεν το καταλαβαίνετε…».

Χωρίς να μάθει ποτέ γράμματα, είναι η Χάρις, η «σοφίζουσα νήπια», που τον δίδαξε. Άλλωστε με θεία φανέρωση έγινε η κλήση του σε κληρικό, που χειροτόνησε ο μακαριστός και πολύ αγαπητός στα Ιωάννινα Χρυσόστομος  Βούλτσος, επίσκοπος Δωδώνης  τότε, τον οποίον κάθε φορά που μας τον ανέφερε συγκινείτο.

Ο παπα Θανάσης και οι εθελοντές συνεργάτες επί το έργον…

Σπάνια ηγετική φυσιογνωμία ο παπα Θανάσης, με κοφτερό μυαλό και μαθηματική σκέψη. Διέθετε το  κύρος του μπροστάρη, ήταν ένα  «γκισέμι», όπως θα λέγαμε σε εικόνα ταιριαστή με τα αλλοτινά ηπειρωτικά κοπάδια. Ήταν βασανισμένος από την τρυφερή ηλικία, που υπήρξε πολύ βίαια λόγω του Ελληνοϊταλικού Πολέμου ’40-’41 και της Γερμανικής Κατοχής, από την οποία υπέφεραν πολύ τα χωριά μας, ιδιαίτερα του Ανατολικού Ζαγορίου, από όπου κατάγεται και στα οποία, δυστυχώς, έχουμε και ολοκαύτωμα. «Στο χωριό μας καήκαμε τέσσερις φορές», επαναλαμβάνει συχνά. «Σχολείο πήγα μόνο τρεις μήνες. Στη Βωβούσα μάς δίχασαν, είμαστε βλαχόφωνοι και μας υποχρέωναν να πάμε στο ρουμάνικο σχολείο που άρχισε να λειτουργεί στο χωριό μας. Αντέδρασα σαν θηρίο. Μας έβαλαν τιμωρία γονατιστούς σε σπασμένα τζάμια. Όταν τελείωσε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, ήμουν 12 στα 13 χρόνια. Τότε λειτούργησε ελληνικό σχολείο, μόνο για 25 μέρες, γιατί ξεκίνησε ο εμφύλιος και σταμάτησε… Με αγαπούσαν τα παιδιά πολύ, φεύγαμε από το χωριό στο δάσος, μέχρι το τέλος του εμφυλίου».

Για να …ξεκουράζεται από τη μια δουλειά έκανε άλλη, ασταμάτητα σαν μέλισσα. Έχει δημιουργήσει με τη βοήθεια του Θεού ένα τεράστιο έργο, από το 1974, που έγινε κληρικός ως σήμερα: ανακαίνιση στο ιστορικό μοναστήρι, κελιά γύρω από τον ναό της Παναγίας, αρχονταρίκι, μαγειρεία, σχολεία (Δημοτικό και Γυμνάσιο), οικοτροφείο, βιβλιοθήκες, μοναστική τράπεζα για τη συνεστίαση με τον κόσμο και άλλες τραπεζαρίες, αναγνωστήρια, αίθουσες ψυχαγωγίας, αίθουσα θεάτρου, χώρους άθλησης, χώρους διαμονής των συν-εργατών, χώρους φιλοξενίας και άλλες πτέρυγες οικοδομικές, αποθήκες, Ιερό Ναό του Αγίου Αθανασίου και άλλον, μικρότερο, της Αναστάσεως, ραδιοφωνικό σταθμό («Σπίνος»), ξυλουργείο, μουσείο με την εύστοχη επωνυμία – επιγραφή «Σταλαγματιές από την Παράδοση», κήπους…

Ο Ιερομόναχος Αθανάσιος. Ένας άνθρωπος καθαρότερος και από τις ακτίνες του ηλίου. Την καθαρότητα της Ορθοδοξίας υπερασπίστηκε πάντοτε τονίζοντάς την σε μας και με τη φράση: «δέχεσαι να μπει κάτι στο μάτι σου;». Έμπλεος ανείπωτης αγάπης, απλότητος και ανιδιοτέλειας μας υπενθύμιζε ότι «θα αναχωρήσουμε μια μέρα, αλλά όμως και εδώ θα πρέπει να έχουμε όλοι τα απαραίτητα∙ όχι ό ένας να πετάει και ο άλλος να πεινάει. Να έχουμε ενότητα και να φροντίζουμε τον συνάνθρωπο». Ο ίδιος είναι ο πρώτος που επισκέφτηκε την Αλβανία μόλις άνοιξαν τα σύνορα, με φορτηγά τροφίμων και χρειωδών. Το ίδιο έκανε και με αποστολές στη Σερβία, στους Πομάκους και όπου αλλού εμείς δε γνωρίζουμε. Προπάντων δεν αφήνει ποτέ τούς ενδεείς και «εν περιστάσει» όντας του Ν. Ιωαννίνων και της Ηπείρου, ευρύτερα.  Ως και για τους φυλακισμένους βραχείας διαρκείας αυτός φροντίζει με δεκάδες μερίδες φαγητό κάθε μέρα. Η μέριμνά του και η προνοητικότητα θυμίζαν τη σοφία του Ιωσήφ της Παλαιάς Διαθήκης. Στο Δημοτικό, Γυμνάσιο και στο Οικοτροφείο, με παιδιά και του Λυκείου, που έχει ο Μορφωτικός και Πολιτιστικός Σύλλογος το «Άνθος», φιλοξενούνται μαζί με τα Ελληνάκια και παιδιά από την Αλβανία, από εικοσιπενταετίας και πλέον. Και στα κατατρεγμένα αυτά προσωπάκια όλων βλέπεις να ανθίζει ξανά το χαμόγελο, να ξαναβρίσκουν την χαμένη «ομοιόσταση». Να ανακαινίζεται η νεότης μικρών και μεγάλων, ως αετού.

Ένα διαμάντι αμόλευτο από την περιττή επεξεργασία, όπως το επέτρεψε ο Θεός, ίσως  για να είναι πιο κοντά στο αρχαίον κάλλος και να διευκολύνει και τη δική μας κουρασμένη όραση.«Έναν πυρήνα έκανα και σεις αναπτύξτε τον», μας έλεγε με απλότητα, όταν αναλογιζόμαστε τη σπουδαιότητα της προσφοράς του. Το ήθος του μας μπόλιασε, μας στήριξε, μας σκέπασε, μας καθοδηγεί. Επρόκειτο για αληθινά σεμνή παρουσία. Ποτέ δεν επεδίωξε τιμές. Το χάρισμα της διάκρισης για όλα τα θέματα γίνεται κατανοητό από μας σε ανύποπτο χρόνο. Πολλά από τα λεγόμενά του τα καταλαβαίναμε ετεροχρονισμένα… Οι συμβουλές του καίριες, με προόραση και διόραση.

Κοινή συνείδηση των Γιαννιωτών- και όχι μόνο- πως στάθηκε υπεράξιος της κλήσης του, καθώς έχει προσφέρει τον εαυτό του, με όλες τις δυνάμεις, στον συνάνθρωπο. «Όλα για το λαό»∙ και ο ιδρώτας του λαού είναι ο προσφέρων τον οβολό ή το περίσσευμα, για την ανέγερση αυτού του μοναδικού οικοδομήματος της Αγάπης. «Με συγκινείτε με την αγάπη σας και, δεν ξέρω, πώς να το πω, με δεσμεύετε…».

Η δύναμη της προσευχής του έκανε θαύματα. Ένα θαύμα της Μάνας Παναγίας, όπως αποκαλούσε πάντοτε την Θεοτόκο, είναι και η ολοκλήρωση κάθε εργώδους προσπάθειας όλων των ανθρώπων της κοινωνίας του Ντουραχάν,   αφού    ό,τι έγινε εμφορείται από πνεύμα  αυτοθυσίας, αυτοπροσφοράς, αυτοανάλωσης και συνεργασίας χωρίς την παραμικρή επιχορήγηση. Η παρουσία των εθελοντριών γυναικών από την πρώτη στιγμή είναι αξιοπρόσεκτη. «Οι γυναίκες είστε συνδημιουργοί», μας έλεγε συχνά. «Αχ, να ξέρατε, έλεγε στους άντρες, μόνο έμπνευση θέλουν οι γυναίκες και δίνουν τον εαυτό τους…!» Γι αυτό είναι, ίσως, και ο  μοναδικός χώρος όπου τιμούνταν οι Μυροφόρες την αντίστοιχη Κυριακή  μετά το Πάσχα σε μια πανήγυρη χαράς, τραγουδιού και ευφροσύνης στην μεγάλη τράπεζα της Δουραχάνης. Εις ένδειξιν έμπρακτης τιμής και για να ξεκουράσει εκείνες που πρωτοάκουσαν το χαρμόσυνο μήνυμα της Αναστάσεως, αυτή τη μέρα δε μαγείρευαν οι γυναίκες, αλλά οι άνδρες συνεργάτες, φίλοι και πνευματικά παιδιά του πατέρα Αθανάσιου. Και ο παππούλης μάς αφιέρωνε τα πιο όμορφα δημοτικά τραγούδια που αφηγούνται ολόκληρες ιστορίες σαν παραμύθια, και τα τραγουδούσε με την δυνατή, μελωδική και γεμάτη ηχόχρωμα φωνή του.

«Ελάτε αδέλφια μου»! Έτσι μας καλούσε αυτός ο κοινωνικός και αγαπητός άνθρωπος και πνευματικός πατέρας, στην κοινότητα προσώπων και όχι στη μόνωση που καταθλίβει και δε σώζει∙ γι αυτό συχνά επαναλάμβανε το «ουαί τω ενί».  «Να μοσχοβολούν οι πράξεις μας, αυτό είναι καλή νηστεία. Πέρασα μπόρες και φουρτούνες από 5 χρονών. Ενωμένοι κατά Θεό αν είμαστε δε θα μας λυγίσουν. Να μη ξεχνάμε το θέμα μας, τη συμπεριφορά μας. Η ελληνική πράξις και ζωή… αυτό να εφαρμόσουμε».

Ζούσε σαν να είναι την επόμενη στιγμή να αναχωρήσει και δρούσε σαν να είναι αιώνιος. Σε μια ετοιμότητα και αιωνιότητα ταυτόχρονα. Σε μια ησυχία και αγωνιστικότητα παράλληλη. Σε μια ένωση με πίστη, δυνατή, «με συρματόσχοινο» με τον Θεό, όπως νιώθει ο ίδιος και μας προτρέπει να συνδεθούμε κι εμείς. Αντίστοιχα, για τις άλλες συνδέσεις της ζωής μας, συμβουλεύει να είμαστε  «δεμένοι με τριχιά με το συνάνθρωπο και με κλωστή με τα υλικά πράγματα». Επιπλέον παρατηρούσε: «Η αγάπη ξεσηκώθηκε από τον άνθρωπο. Έχουμε πρόχειρη αγάπη τώρα, συναισθήματα. Το να αγαπάς τον εχθρό σου είναι η βάση όλης της κοινωνίας. Δεν έχουμε αυτή τη ζεστασιά που είχαν οι παλαιότεροι, που τα ξαναβρίσκαν μεταξύ τους, ακόμη κι όταν καυγάδιζαν… Τώρα παγώνει ο άνθρωπος και είναι μονάδα…». Ο Άγιος Παΐσιος, όταν τον είχαν επισκεφτεί κάποιοι Γιαννιώτες, τους είχε πει : «Εσείς έχετε τον Αθανάσιο εκεί».

Στην Κατασκήνωση που έχει χτίσει και φυτέψει επίσης ο ίδιος, στη Λευκάδα, και στην οποία χωρίς το παραμικρή καταβολή χρημάτων κάνουν τις διακοπές τους μαζί με τα άπορα και εύπορα παιδιά, έχουμε συναντήσει έναν άλλο παράδεισο. Για να έχουν οι παιδικές και εφηβικές ψυχές Χαρούμενες Αναμνήσεις για τις δυσχείμερες περιόδους του βίου, ο ίδιος έλουσε το φθαρμένο ράσο του με ιδρώτα. Καταθέτω την εικόνα που έχει μείνει ανεξίτηλη στη μνήμη μου∙ ο π. Αθανάσιος με μαζεμένο το ράσο σκαρφαλωμένος στα ξύλινα σπιτάκια να καρφώνει τα σανίδια και ο ιδρώτας του να τρέχει ποτάμι, έτσι που, αν κρατούσαμε λεκάνη από κάτω, θα γέμιζε… Αυτό το κάτι, που δεν μπορούμε να το περιγράψουμε, τελικά,  που συνετέλεσε στη αρχή και χτίστηκαν τα συγκροτημάτα της Δουραχάνης εκ του μηδενός,  σε σχέδιο του ίδιου και ξυλουργική εργασία προσωπική -αφού ξυλουργός ήταν το επάγγελμά του- συνεχίστηκε στη Λευκάδα. Όταν σε κάποια άλλη στιγμή με είδε να προσέχω το ράσο του που ήταν σαν χαρτογραφία, σαν να διάβασε τη σκέψη μου : «Τι βλέπεις;» «Τις σκιές και τα σχήματα που έχει κάνει ο ιδρώτας σας…». «Είναι όλος ο κόσμος εδώ», είπε κοιτάζοντάς με χαμογελαστά με νόημα.

Η ταπείνωση ήταν το πλούσιο και αφανές χαρακτηριστικό του, γιατί δεν έκανε τίποτε άλλο από το να κινείται φυσιολογικά και ανθρώπινα και αθόρυβα. Διεκδικητής μέχρι τέλους αλλά και υποχωρητικός εντελώς, σύμφωνα με τις περιστάσεις και προς όφελος του κόσμου πάντα. Οιακοστρόφος. Σιωπηλά και ομιλητικά,  ανάλογα με τις περιστάσεις. «Τα λόγια να μην είναι ανάλατα», έλεγε πάντα. Ένα πολύ όμορφο χαρακτηριστικό του ήταν το χιούμορ και η διάθεσή του να μας κάνει να χαρούμε, έστω και με μικροπράγματα, που από κείνον εκφρασμένα μεταμορφώνονταν σε σπουδαία και ιαματικά…

Παρ’ όλες τις πολλές πίκρες και τα άπειρα εμπόδια, στάθηκε όρθιος και άκακος. Ένα φως στα Γιάννενα, στην  Ήπειρο και στους πολλούς αποδήμους της. Εκατοντάδες μαθητές από τη δεκαετία του ’60-’70 ως σήμερα ευεργετήθηκαν. Στο οικοτροφείο-νοικιασμένο παλιό οίκημα των Ιωαννίνων από τον ίδιο ως λαϊκό, τότε, με όποια χρήματα έβγαζε από τον τίμιο μόχθο τού ιδρώτα του προσώπου του ως ξυλουργός- διέμειναν μαθητές που διακρίθηκαν για την επιμέλεια, την τάξη, τη φιλοτιμία και τη φιλαλληλία. Στις πιθανές αταξίες τους η τιμωρία ήταν να τους πλένει ο ίδιος τα πόδια! Τα παιδιά αυτά σε ένα πνεύμα αγάπης Χριστού γνώριζαν τους άπορους της περιοχής έχοντας δημιουργήσει μια κατάστασή τους -ύστερα από παρακίνηση του π. Αθανασίου, του τότε Σωτήρη Χατζή- ώστε να μπορούν ανά πάσα στιγμή να τους βοηθούν. Χαρακτηριστικό είναι ότι, όπως μας έχει πει πολλές φορές, «η σημαία δεν έφευγε από το οικοτροφείο», δηλαδή κάθε χρόνο ο σημαιοφόρος της ΣΤ΄ Γυμνασίου (τώρα Γ΄ Λυκείου) Αρρένων Ιωαννίνων –ήταν ένας από αυτά  τα παιδιά των άγονων ηπειρωτικών χωριών, που είχαν πληγεί πρώτα από τα ολοκαυτώματα των Γερμανών και τη συνακόλουθη ερήμωση και στη συνέχεια από τη μετανάστευση στη Γερμανία και τη συνεχιζόμενη ένδεια, και τα οποία περιέθαλπε και σπούδαζε ο παπα Θανάσης.

Το «φαινόμενο» παπα Θανάσης είναι ένας σύγχρονος Ευεργέτης των Ιωαννίνων και του οφείλουμε άπειρη ευγνωμοσύνη. Σε εκείνους που  έμπρακτα ωφέλησαν την πόλη έμπρακτα αποδίδουμε τις τιμές, λέει ο αρχαίος Θουκυδίδης, δια του Περικλέους, στον «Επιτάφιο». Το ελάχιστο που μπορούμε να κάνουμε για εκείνον, εμείς, είναι να μιλήσουμε ευγνωμονώντας για τα θαυμαστά που είδαμε και νιώσαμε. Για το μέγα θαύμα να ανθίζει η πέτρα  αλλά και για το μεγαλύτερο θαύμα να καρπίσει η μέσα πέτρα της ψυχής μας∙ «ἐὰν οὗτοι σιωπήσωσιν, οἱ λίθοι κεκράξονται». Έχτισε μια νέα «Βασιλειάδα», Αθανασιάδα θα την ονομάζαμε, προφρόνως, και «χτίστηκε» σ’ αυτήν ο ίδιος ο πρωτομάστορας! «Τούτα τα χέρια τα έκαναν όλα αυτά», επαναλάμβανε μέχρι και πριν αρκετόν καιρό -που η εξασθένηση του εαυτού του τον καθήλωσε στο κρεβάτι και έλειψε σε όλους μας τόσο πολύ- για να μας υπενθυμίζει, ίσως, το ελάχιστο χρέος της αναγνώρισης…

Η μνήμη και η απόδοση της οφειλής, έστω και μεταθανάτια, μας μετατοπίζει από τον χώρο των σιωπηλών παρατηρητών ενός θαύματος στους αναγνωρίζοντες την   παρακαθήκη, την οποία με σεβασμό επιθυμούμε να μεταβιβάσουμε στους νεότερους. Ού κρύπτομεν την ευεργεσία, την οποία δεχθήκαμε όλοι ανεξαιρέτως, σε μικρό ή μεγάλο βαθμό, από την σπάνια αυτή ένθεη ύπαρξη, που -με το βίωμά της- μπόλιασε τη ζωή μας με την «καλλιέλαιο» του Κυρίου.

Στο Ντουραχάν έχει συντελεσθεί ένα έργο πολυδιάστατο, βασισμένο σε γερά θεμέλια, το οποίο συνεχίζεται και με τη χειροτονία των μοναζουσών της Δουραχάνης από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Ιωαννίνων κ.κ. Μάξιμο, υπό την ευλογία του.  Η «εμβληματική αυτή προσωπικότητα των Ιωαννίνων», όπως αποκαλεί τον πατέρα Αθανάσιο, ο Σεβασμιώτατος, στο επικήδειο μήνυμά του, «ήταν ένας άνθρωπος που θυσίασε τη ζωή του για τη διακονία του Θεού και τη διακονία των ανθρώπων… Ταύτισε τη ζωή του με την προστασία των φτωχών και ορφανών παιδιών και για μισό αιώνα έκανε τα πάντα για να βοηθήσει αυτά τα παιδιά να μάθουν γράμματα και να ζήσουν με αξιοπρέπεια. Στερήθηκε ο ίδιος, για να βοηθήσει εκείνους που στερούνταν, ώστε να βρουν το δρόμο…».

Η εξόδιος ακολουθία τελέστηκε σεμνοπρεπώς υπό του Πρωτοσυγκέλου της Ι. Μητροπόλεως Ιωαννίνων, Αρχιμανδρίτου π. Θωμά Ανδρέου. Η τελευταία κατοικία του παππούλη, δίπλα στο ιερό της Μονής Δουραχάνης, απέριττη, μιλάει από μόνη της στους προσκυνητές που συρρέουν για να εναποθέσουν τα δικά τους λουλούδια στο μυρίπνοον Άνθος του Ντουραχάν: ενθάδε κείται και αναπαύεται ο οσιότατος ιερομόναχος Αθανάσιος, ένας νικηφόρος μαχητής της ζωής. Αιωνία η μνήμη σου αγαπημένε μας πάτερ!

Υποσημείωση : Οι φωτογραφίες προέρχονται από το αρχείο του Μορφωτικού και Πολιτιστικού Συλλόγου «Το  Άνθος».

 

 

Tags:

, ,