Η κυρά Αναγνώσταινα

Του Γιάννη Β. Δεβελέγκα

«Αυτές οι φωτίτσες που είναι μαζεμένες γύρω απ’ τα καντήλια, είναι οι ψυχούλες των μετανιωμένων», ψέλλισε η κυρά Αναγνώσταινα με πανιασμένη τη φωνή από τον τρόμο!
Κοίταξα και εγώ προς τη μεριά που κρέμονταν τα καντηλάκια των εικονισμάτων, αλλά δεν είδα τίποτε περίεργο, ούτε και τα καντήλια ήταν αναμμένα. Την αποχαιρέτησα σιωπηλά ακουμπώντας φιλικά με το χέρι μου τον ώμο της και την άφησα μέσα στο μισοσκόταδο της εκκλησίας του Αϊ Νικόλα, να λογοφέρνει με τις τύψεις της και να προσπαθεί να συμμαζέψει το μυαλό της.

Όχι, η Κυρά Αναγνώσταινα δεν ήταν άνθρωπος της εκκλησίας. Το αντίθετο μάλιστα θα έλεγα, όλοι την ξέραμε στα νιάτα της για άθεη. Αντάρτισσα, την φώναζαν στη γειτονιά οι μεγάλοι, αντάρτισσα τη λέγαμε και τα παιδιά. Κι αυτή, ποτέ της δεν φρόντισε να διαψεύσει τίποτε απ’ όσα ακούγονταν γύρω από το παρελθόν και το όνομά της. Ένα μυστήριο κάλυπτε τον ερχομό της στην πόλη μετά τον εμφύλιο, ένα μυστήριο ήτανε και το όνομά της, γιατί, όπως έλεγε η ίδια, ποτέ δεν ήταν παντρεμένη με κανέναν Αναγνώστου ή Αναγνώστη ή με κάποιον άλλον. Το μόνο που επιβεβαίωνε με στόμφο η ίδια, ήταν πως δεν πίστευε στον Θεό και πως η κοινωνία στάθηκε κακιά και άδικη απέναντί της.

Πέρασε εκείνη η εποχή κι όλα αλλάξανε στην πόλη μας. Όσοι ήμασταν τότε παιδιά σκορπίσαμε εδώ κι εκεί, άλλοι για να σπουδάσουμε κι άλλοι πάλι γιατί τους τράβηξε μακριά η ανάγκη για το μεροκάματο. Και οι μεγαλύτεροι, ο ένας μετά τον άλλον …χαθήκανε κι αυτοί.

Από τότε, την Κυρ Αναγνώσταινα, την είχα δει όλες κι όλες δυο φορές. Η πρώτη ήταν πριν από πολύ καιρό, όταν, εντελώς τυχαία, με έφερε ο δρόμος έξω από την εκκλησία του Αϊ Νικόλα.

Εκείνο το πρωινό, παρότι βιαζόμουν να τακτοποιήσω κάποιες επείγουσες υποθέσεις που με είχαν φέρει πίσω στην πόλη μας, κάτι με έσπρωξε επίμονα να μπω να ανάψω ένα κεράκι. Η μέρα έξω ήταν μουντή και τα μαύρα βαριά σύννεφα που σέρνονταν πάνω από τις στέγες των σπιτιών, εμπόδιζαν το φως να περάσει μέσα από τους ψηλόλιγνους φεγγίτες του ναού. Μόνο ο χώρος γύρω από τα δύο μανουάλια της εισόδου ήτανε φωτισμένος, αμυδρά.

Στάθηκα για λίγο ακίνητος μέχρι να συνηθίσουν τα μάτια μου στο σκοτάδι και ύστερα βάδισα προσεκτικά προς το Ιερό Βήμα. Δεν είχα φτάσει ούτε στο μέσον της διαδρομής όταν μια γυναικεία φωνή με κάλεσε να πάω κοντά της. Μία μεσόκοπη κυρία στεκόταν σχεδόν αθέατη μέσα σ’ ένα στασίδι του αριστερού διαδρόμου, πίσω από τη θέση των ψαλτάδων.

– Κυρ Αναγνώσταινα, εσύ εδώ; Στην εκκλησία; Τη ρώτησα με νόημα και απορία συνάμα, όταν την αναγνώρισα!
– Ποτέ δεν ξέρεις! Μου αποκρίθηκε με προσποιητό σαρκασμό εκείνη. Ας τα έχουμε καλά με όλους! Εδώ στη Γη είναι ο παράδεισος, εδώ είναι και η κόλαση, αυτό είναι σίγουρο και δεν αλλάζει. Όμως ας τα έχουμε καλά και με τον Θεό! Ποτέ δεν ξέρεις αν υπάρχει κάτι κι εκεί πάνω, είπε χαμογελώντας και έδειξε ψηλά προς τον μεσαίο τρούλο.

Είπαμε μερικές τυπικές κουβέντες ακόμα πριν να χωριστούμε. Έμεινα όμως με την εντύπωση πως ήθελε να μου μιλήσει, πως είχε ανάγκη κάτι να μου πει, κάτι που βάραινε την περιχαρακωμένη από τον εγωισμό ψυχή της.

Η δεύτερη φορά που είδα την κυρ Αναγνώσταινα, ήταν και πάλι στα στασίδια της εκκλησίας του Αι Νικόλα. Αυτή τη φορά τη βρήκα εμφανώς καταβεβλημένη, με τα σημάδια του χρόνου γαντζωμένα πάνω της, γερασμένη, αδύναμη. Μιλήσαμε για πολύ ώρα αυτή τη φορά και μου εκμυστηρεύτηκε πολλά απ’ τη ζωή της, από τότε που έφτασε νεαρή κοπέλα στη γειτονιά μας. Όταν όμως της έκανα κουβέντα, για το πρότερο, το άγνωστο κομμάτι της ζωής της και για το πώς χρεώθηκε το «Αναγνώσταινα», αυτή αρνήθηκε ευγενικά να μου μιλήσει, χαμήλωσε το βλέμμα της και χάθηκε για μια στιγμή μέσα σε σκέψεις. Ύστερα, έτσι στα ξαφνικά, σήκωσε το κεφάλι ψηλά προς το ξυλόγλυπτο τέμπλο του ναού και μου είπε φανερά αναστατωμένη:

– «Αυτές οι φωτίτσες που είναι μαζεμένες γύρω απ’ τα καντήλια, είναι οι ψυχούλες των μετανιωμένων»…

Δεν την ξανάδα από τότε. Πολύ αργότερα πληροφορήθηκα από ένα φίλο πως: «Έφυγε η καημενούλα η Αναγνώσταινα, την πήρε ο Θεός κοντά του, άγια γυναίκα η σχωρεμένη και πονεμένη. Την πήρανε μικρή από την αγκαλιά της μάνας της οι αντάρτες κι αυτήν, τη βάραινε ένας φόνος »…

Περασμένη ιστορία, ξεθωριασμένη από τον χρόνο και την αμείλικτη καθημερινότητα. Ούτε που θα την έφερνα ποτέ ξανά στο νου μου, αν τις προάλλες δεν συνέβαινε κάτι περίεργο την ώρα που περιεργαζόμουνα το περίτεχνο, σκουρόχρωμο, ξυλόγλυπτο τέμπλο του Μητροπολιτικού Ναού, κατά την διάρκεια ενός λαμπρού εορτασμού.

Ο καιρός ήτανε άστατος και το φως της ημέρας, κάποτε πέρναγε λαμπερό μέσα από τους φεγγίτες του Ναού και όπως έπεφτε ανεμπόδιστα πάνω στο τέμπλο, το γιγάντωνε, το έκανε επιβλητικό, πανέμορφο, αναδεικνύοντας στο έπακρο το μεράκι των τεχνιτών που το δημιουργήσανε. Κι άλλοτε πάλι, όταν τα περαστικά σύννεφα φιλτράρανε τις ακτίνες του ήλιου και γεννιόντουσαν σταδιακά σκιές μέσα στο σκάλισμα του ξύλου, λέπταιναν οι γραμμές του τέμπλου και το άφηναν να εξαϋλωθεί μπροστά στα μάτια των πιστών, όπως εξαϋλώνονται οι ουράνιες μορφές στα αριστουργήματα του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου!

Κάποια στιγμή, ανάμεσα στα παιχνιδίσματα του ήλιου, μια δέσμη με αναλαμπές αγκάλιασε τα καντηλάκια που κρεμόντουσαν με αλυσίδες από τα ράμφη των περιστεριών που στόλιζαν την κορυφή του τέμπλου.

– Τι είναι αυτές οι αναλαμπές που μαζευτήκαν γύρω απ’ τα καντήλια; Με ρώτησε όλος περιέργεια ένας άγνωστος κύριος που στεκόταν ακριβώς δίπλα μου.

– Τις βλέπετε κι εσείς; Του είπα αιφνιδιασμένος.
– Βεβαίως, μου απάντησε εκείνος.
– Ίσως να είναι οι ψυχές αυτών που έχουνε αληθινά μετανοήσει, του αποκρίθηκα ασυναίσθητα!

πηγή: http://sta-fora.blogspot.gr/2017/01/blog-post.html

 

Tags: