«Η οδική σύνδεση Καλπάκι – Κόνιτσα είναι από τις μεγάλες εκκρεμότητες που υπάρχουν στην Ήπειρο για συγκοινωνιακά έργα. Τη βελτίωσή – ανακατασκευή του δρόμου έχε αναλάβει το Υπουργείο Υποδομών, μια διαδικασία η οποία είχε ξεκινήσει σε επίπεδο μελετών, χωρίς ενημέρωση ή συνεργασία της Περιφέρειας», ανέφερε ο Περιφερειάρχης Ηπείρου κ. Αλέξανδρος Καχριμάνης τοποθετούμενος στη σημερινή Ειδική Συνεδρίαση Λογοδοσίας του Περιφερειακού Συμβουλίου επί ερώτησης που κατέθεσε ο επικεφαλής της παράταξης «Κοινό των Ηπειρωτών» κ. Ιωάννης Στέφος.
Ο Περιφερειάρχης πρόσθεσε ότι σε επαφές του με στελέχη του Υπουργείου Υποδομών ζήτησε να παραχωρηθούν στην Περιφέρεια οι μελέτες που έχουν γίνει, όμως αυτό μέχρι σήμερα δεν έγινε. Καταλήγοντας στην αρχική του τοποθέτηση τόνισε: «Βέβαια δεν αρκεί να μας δοθούν οι μελέτες, αλλά και να εξασφαλιστεί η χρηματοδότηση. Από τη στιγμή που στο ΕΣΠΑ δεν υπάρχουν αδιάθετοι πόροι, το Ταμείο Ανάκαμψης κλείνει το 2026, ενώ και η Περιφέρεια έχει μπροστά της το έργο της σύνδεσης Ιόνιας οδού με την Πρέβεζα, αντιλαμβάνεστε ότι την περίοδο αυτή δεν είναι τόσο εύκολο η εξεύρεση πόρων, χωρίς τη γενναία συνδρομή του Υπουργείου.
Το θέμα ωστόσο το παρακολουθούμε και σε συνάντηση με την ηγεσία του Υπουργείου Υποδομών, που εκτιμώ ότι θα γίνει σε σύντομο χρονικό διάστημα με αντικείμενο το σύνολο των εκκρεμοτήτων που υπάρχουν στην Ήπειρο, θα εξετάσουμε και το θέμα του συγκεκριμένου δρόμου.
Το νομοθετικό πλαίσιο για τον έλεγχο του Εθνικού Οδικού Δικτύου
Το Περιφερειακό Συμβούλιο για το νομοθετικό πλαίσιο που αφορά τον έλεγχο του Εθνικού Οδικού Δικτύου, ενημέρωσε ο Περιφερειάρχης κ. Αλέξανδρος Καχριμάνης, απαντώντας σε ερώτηση που ανέπτυξε ο Περιφερειακός Σύμβουλος της παράταξης «Κοινό των Ηπειρωτών» κ. Σάββας Δημητριάδης.
Μεταξύ άλλων ανέφερε τα εξής:
«Το Νομικό καθεστώς για το μηχανισμό ελέγχου του εθνικού οδικού δικτύου είναι το εξής:
Οι διατάξεις του αρ. 7 παρ.5 του Ν.3481/2006, αναφέρουν ότι τα όργανα της Ελληνικής Αστυνομίας υποχρεούνται να ειδοποιούν αμέσως και εγγράφως τις αρμόδιες για τη συντήρηση των οδών υπηρεσίες, για την ύπαρξη βλαβών του οδοστρώματος και των στοιχείων ασφαλείας των οδών που υποπίπτουν στην αντίληψή τους και εκθέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια των χρηστών της οδού, ενώ κατά τις ίδιες διατάξεις κάθε ενδιαφερόμενος πολίτης μπορεί να προβαίνει επίσης σε γραπτή ειδοποίηση των αρμόδιων για τη συντήρηση υπηρεσιών, με οποιοδήποτε μέσο (όπως ιδίως τηλεομοιοτυπία, ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, ταχυδρομική επιστολή), η οποία καταχωρίζεται από τις ως άνω υπηρεσίες στο τηρούμενο ειδικό βιβλίο.
Επιπλέον, η αρμόδια για τη συντήρηση του Εθνικού Οδικού Δικτύου υπηρεσία (Διεύθυνση Τεχνικών Έργων/Τμήμα Συγκοινωνιακών έργων) με τις διατάξεις αρ. 7 παρ.5 του Ν.3481/2006, υποχρεούται να ελέγχει, τουλάχιστον ανά δεκαπενθήμερο το δίκτυο αρμοδιότητάς της για τη διαπίστωση βλαβών του οδοστρώματος και των λοιπών στοιχείων ασφάλειας της οδού συμπεριλαμβανομένου και του ηλεκτροφωτισμού του.
Η αρμόδια προς συντήρηση της οδού υπηρεσία υποχρεούται να πραγματοποιήσει με όργανά της αυτοψία της βλάβης, μέσα σε δύο εργάσιμες ημέρες αφότου λάβει γνώση αυτής με οποιονδήποτε από τους παραπάνω τρόπους ( αστυνομία, διερχόμενος πολίτης, Δήμος) και να προβεί ανάλογα είτε σε αποκατάστασή της (εφόσον διαθέτει τα απαραίτητα μέσα ) είτε στην οριοθέτησή της με την κατάλληλη σήμανση προς αποφυγή ατυχημάτων.
Αυτό είναι το νομικό καθεστώς. Τι ισχύει και τι γίνεται στην πράξη. Οι ανά δεκαπενθήμερο προβλεπόμενο έλεγχοι γίνονται στις εργάσιμες ώρες και ημέρες και δεν μπορούν να εντοπίσουν έκτακτα προβλήματα που προκύπτουν στον ενδιάμεσο χρόνο ή και τις ώρες εκτός ωραρίου. Το Εθνικό οδικό δίκτυο είναι μεγάλο με πολλά δύσκολα σημεία, καθώς και μέρος του εκτείνεται σε ορεινή – ημιορεινή χάραξη.
Εκτός αυτού η Διεύθυνση Τεχνικών Έργων είναι υποστελεχωμένη και ταυτόχρονα υλοποιεί πάρα πολλά μεγάλα και δύσκολα τεχνικά έργα, που απαιτούν μεγάλο χρόνο.
Την πολιτική ευθύνη για το Εθνικό Δίκτυο, αυτονόητα τη φέρει η Περιφερειακή Αρχή».
Τι γίνεται με την οδική σύνδεση Πηγάδια – Πράμαντα
Εκτενής συζήτηση για την οδική σύνδεση των Τζουμέρκων, έγινε στη σημερινή Ειδική Συνεδρίαση Λογοδοσίας του Περιφερειακού Συμβουλίου, μετά από ερώτηση που ανέπτυξε ο επικεφαλής της παράταξης «Λαϊκή Συσπείρωση» κ. Γ. Πρέντζας με θέμα τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις από το σχεδιασμό και υλοποίηση του δρόμου Πηγάδια- Πράμαντα.
«Αυτό το έργο γράφει ιστορία. Έχει όλες τις νόμιμες αδειοδοτήσεις, δεν πείραξε πουθενά το περιβάλλον», υπογράμμισε ο Περιφερειάρχης κ. Αλέξανδρος Καχριμάνης, ο οποίος στην αρχική του τοποθέτηση, ανέφερε- μεταξύ άλλων- τα εξής:
«Η οδική σύνδεση προς τα Τζουμέρκα έχει Συζητηθεί και στο προηγούμενο Περιφερειακό Συμβούλιο, στο οποίο δόθηκαν απαντήσεις στα ερωτήματα που θέτει σήμερα η «Λαϊκή Συσπείρωση». Εκείνο που κάνει εντύπωση είναι το ό,τι η συγκεκριμένη παράταξη, έχει ταχθεί απέναντι σε τρία μεγάλα έργα που αφορούν την Περιφερειακή Ενότητα Ιωαννίνων.
Τη Νιάρχου, τους κόμβους στο Επισκοπικό, το δρόμο προς τα Τζουμέρκα. Έφτασαν μάλιστα να καταθέσουν και προσφυγή κατά του έργου στο Επισκοπικό.
Η πολεμική τους δεν έχει εξήγηση, όταν μάλιστα επικαλούνται και την ασφάλεια των πολιτών. Τα πρώτα δύο έργα που ολοκληρώθηκαν έλυσαν κυκλοφοριακά προβλήματα, έκαναν καλύτερη και ασφαλέστερη τη μετακίνηση του κόσμου, με λίγα λόγια οι κινδυνολογίες έπεσαν στο κενό.
Τώρα επανέρχονται για το δρόμο προς Τζουμέρκα. Με πρόσχημα περιβαλλοντικά ζητήματα, ουσιαστικά βάλουν κατά του ίδιου του έργου.
Ένα μεγάλο έργο κατά τη διάρκεια της εκτέλεσής του – και ειδικά ένα τέτοιο δύσκολο – θα χρειαστεί και πρόσθετες εργασίες και οριακές τροποποιήσεις μελετών, ώστε να εκτελεστεί με αρτιότητα και τη μέγιστη ασφάλεια.
Όλα αυτά όμως εξυπηρετούν τον τελικό στόχο: Την ολοκλήρωση του έργου, το οποίο ζητούν και περιμένουν για πολλά χρόνια οι κάτοικοι των Τζουμέρκων.
Αντίστοιχα έργα μια και μιλάμε για την Π.Ε. Ιωαννίνων ζητούσαν στο παρελθόν και οι κάτοικοι του Πωγωνίου, θυμίζω τη σύνδεση Χάνι Δελβινάκι – Δρυμάδες, οι κάτοικοι των Γραμμενοχωρίων θυμίζω τη 13η επαρχιακή οδό, οι κάτοικοι της Λάκκας Σουλίου, τη σύνδεση Εγνατίας με Σιστρούνι. Ζητούσαν στο Σούλι, στα Θεοδώριανα – Αθαμάνιο.
Οι κάτοικοι των Τζουμέρκων δεν είναι πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Η οδική σύνδεση της περιοχής τους, είχε όμως πολύ μεγαλύτερη δυσκολία εξαιτίας του εδάφους, τις δύσκολες μελέτες που χρειάζονταν και τις χρηματοδοτήσεις που έπρεπε να βρεθούν.








