Τι είναι εργασία, ηλίθιε;

Του Δημήτρη Α. Γιαννακόπουλου

Δ. ΓιαννακόπουλοςΗ μεγαλύτερη παρεξήγηση της εποχής της «ατέλειωτης» κρίσης στην Ελλάδα αφορά στον τρόπο αντίληψης της ζωής ως σχέση κεφαλαίου – εργασίας. Ο δημοσιογράφος Νίκος Μπογιόπουλος στο βιβλίο του «Είναι ο καπιταλισμός, ηλίθιε» δεν κάνει λάθος και σωστά θεμελιώνει επί της μαρξιστικής άποψης πως «η βαθύτερη αιτία των καπιταλιστικών κρίσεων βρίσκεται στη βασική και ανίατη αντίθεση του καπιταλιστικού συστήματος: στην αντίθεση ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής, από τη μια μεριά, και στον ατομικό τρόπο ιδιοποίησης των αποτελεσμάτων της, από την άλλη». Αυτό που είναι λάθος είναι πως έτσι διασκεδάζεται η προβληματοποίηση του αιτίου: διαστρέφεται ο μηχανισμός που προβληματοποιεί την εργασία στην κρίση. Και αυτός ο μηχανισμός δεν είναι γενικά ο καπιταλισμός, αλλά η σχέση της απώλειας αξίας σε μια καπιταλιστική κρίση με την απαξίωση της εργασίας.

Έτσι η κρίση συσσώρευσης, αναγνώστη – σαν και αυτή που βιώνουμε στην Ελλάδα – λαμβάνει την μορφή της κρίσης της εργασίας. Είναι τελικά η εργασία το πρόβλημα στην Ελλάδα, ή ο συγκεκριμένος μηχανισμός εκμετάλλευσης που συνδέεται αμέσως με τον «ατομικό μηχανισμό σωτηρίας» που συνομολόγησαν κυρίαρχο πολιτικό σύστημα και τρόικα;

Η απάντηση φαίνεται εύκολη, αλλά δεν είναι και τούτο οφείλεται στην αδυναμία των πολιτών να αντιληφτούν την διάσταση της εργασίας τους στην συσσώρευση αφηρημένης αξίας. Τι συμβαίνει με την εργασία εκεί όπου οι ανταλλαγές, ολοένα και περισσότερο, στηρίζονται σε ένα υπερτιμημένο για την συγκεκριμένη αγορά γενικό μέσο ανταλλαγής (ΕΥΡΩ), όπου μπορώ να πουλώ δίχως να αγοράζω κάποιο προϊόν με αξία χρήσης; Και τι συμβαίνει όταν μια διαδικασία πτώχευσης ακολουθείται στην συγκεκριμένη αγορά που κινείται στη βάση ενός ανελαστικού (απροσάρμοστου) πρακτικά, γενικού μέσου συναλλαγών (ΕΥΡΩ); Δύο πράγματα: μεγάλη απώλεια αξίας για το συνολικό κεφάλαιο και αντανακλαστικά δραματική πίεση για μείωση της αξίας της εργασίας μέχρι του σημείου αποκατάστασης της ισορροπίας στην διαδικασία συσσώρευσης.

Και τι σημαίνει αυτό; Ή «εξωτερική σύγκρουση» (πόλεμο), ή «εσωτερική σύγκρουση» με διάφορες και διαφορετικές μορφές κοινωνικών συγκρούσεων και αποσταθεροποίησης του πολιτικού συστήματος, δια της κοινωνικοοικονομικής απορρύθμισης. Αυτό που μοιάζει εφιαλτικό και μεταφυσικό για έναν ηλίθιο θιασώτη του κοινωνικού δαρβινισμού στις καπιταλιστικές σχέσεις, είναι ωστόσο το πλέον φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο των πολιτικών της καπιταλιστικής λειτουργίας. Πρόκειται για μια ανωμαλία που τείνει να επαναφέρει την ομαλότητα στην διαταραγμένη διαδικασία της συσσώρευσης στην Ελλάδα. Το ζήτημα σήμερα είναι η αντιμετώπιση με πολιτικά μέσα αυτής της ανωμαλίας, που απέκτησε εικονικά στοιχεία ομαλότητας κατά την διαδικασία της συντεταγμένης χρεοκοπίας της χώρας μας.

Η διαδικασία πτώχευσης που ακολουθείται στην Ελλάδα απαξιώνει το κεφάλαιο καταστρέφοντας το, αλλά εσύ ο ανόητος στρέφεσαι εναντίον της εργασίας – μια του ενός, μια του άλλου και στο τέλος εναντίον όλων των εργαζομένων που νομίζεις πως μαζί τα φάγανε! Είναι η εργασία, ηλίθιε, ο παράγοντας που συμβάλει στην διαδικασία εξάλειψης των αξιώσεων κεφαλαιοκρατών σε τμήμα των μελλοντικών κερδών από την επενδυτική δραστηριότητα στην Ελλάδα, έτσι ώστε να αποκατασταθεί ιδανικά η ισορροπία ανάμεσα στις αξιώσεις του υπάρχοντος κεφαλαίου και της πραγματικής δημιουργία αξίας στην συγκεκριμένη ελληνική περιοχή του Ευρώ;

Είναι ο φαντάρος σε έναν πόλεμο το αίτιο διεξαγωγής του; Θεέ μου, τι παραλογισμός! Και όμως είναι!!! Πρέπει να εξοντωθεί, να ταρακουνηθεί, να φοβηθεί, να απογοητευθεί, να εκμηδενιστεί ο εργαζόμενος (φαντάρος) για να αποκατασταθεί η αξία του κεφαλαίου στον κόσμο των καπιταλιστικών πολιτικών. Με αυτή την έννοια, σήμερα στην Ελλάδα, πράγματι ο εργαζόμενος καταλήγει να είναι το αίτιο ενός πολέμου που διεξάγεται μεταξύ της μεταβιομηχανικής ελίτ και των χρηματιστών για να μην καταρρεύσει ο μηχανισμός παραγωγής κέρδους σε συνάρτηση με την παραγωγική ζήτηση στην ευρωζώνη.

Αυτό σημαίνει πάση θυσία στο ευρώ. Δηλαδή, πρέπει να θυσιαστεί ο έλληνας εργαζόμενος και να απαξιωθεί η εργασία του για να αποκατασταθεί εικονικά η ισορροπία μεταξύ του ευρώ ως γενικό εμπόρευμα, μέσω του οποίου κυκλοφορούν τα άλλα εμπορεύματα, αλλά κυρίως να μην θιγεί το ευρώ ως ειδικό εμπόρευμα, που αποθησαυρίζεται, αποσκοπώντας μέσω αυτού να διεκδικηθεί υψηλότερη μελλοντική αξία για τον εαυτό του.

Κάπως έτσι, τελικά ο Έλληνας εργαζόμενος θυσιάζεται, όχι για το χρήμα που κινείται στην πραγματική οικονομία, όπως του λένε οι άρχοντές του για νομιμοποιήσουν πολιτικά τις αισχρότητες και την τερατολογία στην αφήγησή τους, αλλά για το υπόλοιπο που βρίσκεται έξω από τις παραγωγικές σχέσεις: το δυνατό ευρώ που ανταλλάσσεται διεθνώς για χάρη του εαυτού του, υπερασπιζόμενο την ικανότητά του να μεγεθύνει σε σχέση με άλλα νομίσματα την ουσιαστική ανταλλακτική του (αποθεματική) αξία, αξιώνοντας έτσι ένα υπερμερίδιο σε υπεραξία που δεν έχει ακόμη παραχθεί.

Αυτή η διαδικασία καθιστά παραμορφωτικά την εργασία, κυρίως στην Ελλάδα της έντονης κρίσης, «πρόβλημα», ενώ το πρόβλημα είναι η μελλοντική υπεραξία του ευρώ. Για να αντιμετωπιστεί αυτό το πρόβλημα μεταβιομηχανικής ανάπτυξης, πρέπει η Ελλάδα να μετατραπεί σε νεο-φεουδαλική αγορά κατά τον επαναπροσδιορισμό της σχέσης «κεφάλαιο – εργασία – τεχνολογία». Και αυτό είναι το ζήτημα σήμερα, με απλά λόγια.

Φαντάζομαι να είμαι σαφής. Οι πολιτικές του ευρώ κάνουν την Ελλάδα να κολυμπάει στην Άβυσσο και αυτό θα έπρεπε να είναι ένα ισχυρό στοιχείο διαπραγμάτευσης με τον Σόιμπλε και την αντιπληθωριστική πολιτική λιτότητας της μεταβιομηχανικής ευρωπαϊκής ελίτ. Σκληρής διαπραγμάτευσης με το «λιοντάρι» και όχι επιχείρηση εξημέρωσής του, ή επιχείρηση ικανοποίησης της πείνας του με νέες θυσίες εργαζομένων.

Ποιος θα μπορούσε να κάνει αυτή την διαπραγμάτευση; Τολμώ να υποστηρίζω πως μόνο αριστεροί δίχως παρωπίδες. Δηλαδή μόνον εκείνοι που αντιλαμβάνονται τους σύγχρονους μετασχηματισμούς που χαρακτηρίζουν την σημερινή, συγκυριακή διάσταση του καπιταλισμού στην Ελλάδα και την πραγματική διάσταση της εργατικής τάξης, όλων των εργαζομένων ως προς το απαξιωμένο κεφάλαιο, που αναζητεί μέθοδο αναδιάρθρωσης του μηχανισμού παραγωγής αξίας και κερδών, δια της απεγνωσμένης και «τυφλής» αύξησης της συσσώρευσης της ανεργίας.

Προσωπικά, δίχως ψυχολογικούς ενδοιασμούς, όπως ίσως παρατηρήσατε, κατέφυγα στον «Keynes» σε συνδυασμό με τον «Beveridge», όχι για να εμμείνω εκεί και να «αναλωθώ» στις διαφορές τους ή να τις ισοπεδώσω, αλλά για να καταλήξω σε μια μορφή απάντησης στην κρίση υπό το πρίσμα της (καπιταλιστικής) εργασίας και όχι του κεφαλαίου. Αυτό φαίνεται αντιφατικό με κανόνα τον κλασικό μαρξισμό και μη-ρεαλιστικό (ουτοπικό) για όσους επιχειρούν συνειδητά ή υποσυνείδητα να συντηρήσουν μια ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική δίχως κοινωνική θεωρία και ευρωπαϊσμό. Και όμως δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο! Είναι ένα στρατήγημα στο πλαίσιο της παγκόσμιας καπιταλιστικής πραγματικότητας για αποφυγή εμπέδωσης νεο-φεουδαλικού καθεστώτος στο πρώτο ευρωπροτεκτοράτο της μεταβιομηχανικής ελίτ, στην Ελλάδα.

Το στρατήγημα αυτό οδηγεί σε ένα νέο καθεστώς στην ΕΕ, ή σε ένα νέο καθεστώς στην Ελλάδα με απόσχιση από την ΟΝΕ. Στην πρώτη περίπτωση θα έχουμε έλεγχο των επιχειρήσεων από μια παντοδύναμη υπερεθνική οντότητα με ευρωπαϊκοποίηση της υπεραξίας και ευρωπαϊκό μηχανισμό αναδιανομής που θα επικεντρώνει πράγματι στην σύγκληση των επιμέρους κοινωνιών και εθνικών αγορών, ενώ στην δεύτερη έλεγχο της επιχειρηματικής δραστηριότητας από μια Κεντρική Τράπεζα, με τις τιμές να προσδιορίζονται ωστόσο ελεύθερα. Μακροχρονίως αυτό θα οδηγούσε σε εθνικοποίηση των κερδών, ενώ η αγορά θα καθόριζε τιμές και ποσότητες (ζήτηση και προσφορά). Πώς θα το λέγαμε αυτό; Σοσιαλισμό, όχι. Κρατισμό, ούτε. Ευρωπαϊκό υπερ-κρατικό καπιταλισμό, ίσως, ή κρατικό καπιταλισμό επίσης ίσως, στην δεύτερη περίπτωση.

Και όμως δεν θα ήταν τίποτα από όλα αυτά! Θα ήταν μια επιχείρηση διάσωσης της εξέλιξης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και μίσθωση της εργασίας των μη ιδιοκτητών από τους ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής), μέχρι το κίνημα να είναι σε θέση να δώσει μια αυθεντική σοσιαλιστική απάντηση στην ιστορία (ισότητα με ελευθερία), δίχως να καταλήξουμε πρώτα σε μια τραγική για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες οπισθοδρόμηση, σε μια ιστορική φάρσα αναβίωσης της φεουδαρχίας στην Ευρώπη με πρώτο «σταθμό» μάλιστα την Ελλάδα. Η χρηματο-βιομηχανική φεουδαρχία που συμπίπτει με τον ολοκληρωτικό καπιταλισμό είναι πράγματι η πλέον απάνθρωπη, βάρβαρη και εντροπική εξέλιξη του καπιταλισμού που πρέπει να αποτραπεί από τους εργαζομένους και τις μεγάλες μάζες των ανέργων! Σε άλλη περίπτωση θα ξεχάσεις ακόμη και τι είναι εργασία, ηλίθιε!

Περισσότερα

Κατασκευάζοντας την έξοδο από το Ευρώ

Του Δημήτρη Α. Γιαννακόπουλου

Δ. ΓιαννακόπουλοςΜε δυο κουβέντες θα επισημάνω απλώς μια πολιτική απάτη την οποία έχω προσεγγίσει αναλυτικά από την αρχή-αρχή της κρίσης. Θα το πράξω μήπως και θορυβηθούν οι απατημένοι και συνειδητοποιήσουν πως η επανεισαγωγή του διλήμματος «ευρώ ή δραχμή», σε αυτή μάλιστα την φάση της Ελληνικής Κρίσης, αποτελεί είτε πονηρό τέχνασμα των παραγόντων της διαχείρισης της κρίσης, είτε αφέλεια έντιμων κατά τα άλλα προσωπικοτήτων.

Από την πρώτη μέρα που σημείωσα την λέξη «Ελληνική Κρίση» αποσαφήνισα: συντεταγμένη χρεοκοπία εντός του ευρώ σημαίνει συντεταγμένη έξοδος από το ευρώ για την Ελλάδα με μεταβατικό στάδιο μια μορφή διπλού νομισματικού συστήματος. Έχουν περάσει 3, 5 χρόνια από τότε που ενημέρωσα τους φίλους αναγνώστες των σημειωμάτων μου πως υπάρχει έτοιμο και επεξεργασμένο στη βάση εναλλακτικών σεναρίων, σχέδιο «διπλού νομισματικού» για την Ελλάδα, η ύπαρξη του οποίου επιβεβαιώθηκε πολύ αργότερα από ευρωπαϊκές πηγές. Μέχρι σήμερα, ασφαλώς, κανείς από όσους με εξύβρισαν, απείλησαν ή λοιδόρησαν με αφορμή αυτή την αποκάλυψη, δεν ζήτησε ένα συγνώμη. Ίσως θα πρέπει να περιμένω να συμβεί μετά την εφαρμογή στη πράξη του σχεδίου.

Περισσότερα

Αν ο Κρούγκμαν ήταν δικτάτορας κι εγώ πολιτικός…

Του Δημήτρη Γιαννακόπουλου

Δ. Γιαννακόπουλος«Εάν εγώ ήμουν δικτάτορας, θα παρέτεινα την επίσημη αργία τόσο ώστε να προετοιμάσω το έδαφος για νέο νόμισμα [στη Κύπρο]», δηλώνει ο νομπελίστας Πολ Κρούγκμαν, σε άρθρο του στους New York Times. Με απλά λόγια ο οικονομολόγος διαχωρίζει με ένα πυκνό πέπλο άγνοιας τα οικονομικά από τα πολιτικά και τα γεωπολιτικά και διατυπώνει μια αντικειμενικότητα, όπως προκύπτει για την Κύπρο μετά την απόφαση… (ποιου ακριβώς;) για διάλυση του ενός από τους δύο πυλώνες της οικονομίας της: του τραπεζικού της συστήματος.

Δυστυχώς η κυπριακή εθνική οικονομία είναι μια πολύ προβληματική υπόθεση. Από την μια είναι εξειδικευμένη περιοριστικά σε δύο βασικούς τομείς, ενώ από την άλλη μέχρι χθες εμφανιζόταν και ήταν μια πολύ ανοικτή οικονομία, με βασικούς πυλώνες εξαγωγών τις τραπεζικές υπηρεσίες και τον τουρισμό.

Περισσότερα

Κλονισμός της τραπεζικής ή της κρατικής πίστεως… και πέρα από αυτό!

Του Δημήτρη Α. Γιαννακόπουλου

Δ. ΓιαννακόπουλοςΟ καπιταλισμός όπως και ο γραφειοκρατικός σοσιαλισμός είναι μια υπόθεση συζυγικής πίστεως, όπου ο κερατωμένος από μια ελίτ πολίτης μαθαίνει πάντα τελευταίος την απάτη. Και τότε κλονίζεται η εμπιστοσύνη στον εαυτό του, στους γύρω του, στους θεσμούς της ύπαρξής του, στο Κεφαλαιοκρατικό σύστημα παραγωγής πλούτου ή στο «σοσιαλιστικό» σύστημα διαχείρισης του παραγόμενου κοινωνικού πλούτου. Και στις δύο περιπτώσεις θίγεται η εμπιστοσύνη του ατόμου όχι ακριβώς προς τους επιμέρους θεσμούς που ορίζουν την ασφάλεια του στο πλαίσιο του κράτους, όχι ως προς τον γάμο, αλλά βαθύτερα ως προς την μεταφυσική, μεταπολιτική διάσταση του ίδιου του κράτους.

Τι συμβαίνει σήμερα μετά την απόφαση του Eurogroup για την Κύπρο; Τι είναι αυτό που ταράζει την ουτοπία της σταθερότητας και το καθεστώς ασφάλειας στον καζινοκαπιταλισμό, ο οποίος δοξάζεται από την ευρωπαϊκή μεταβιομηχανική ελίτ ως υπέρτατη αρχή; Ο κλονισμός της τραπεζικής πίστεως ή ο κλονισμός της πίστεως ως προς το κράτος; Ελάτε να ξαναβάλουμε το ελάχιστο μυαλό που μας απέμεινε από την «κραιπάλη» της αγοράς, ή από του σύμπλεγμα που δημιουργεί η ατομική αδυναμία συμμετοχής σε αυτήν την «κραιπάλη», στην θέση του!

Περισσότερα

Ένας γόνιμος δημόσιος διάλογος για την αντιμετώπιση της κρίσης

Του Δημήτρη Α. Γιαννακόπουλου

Δ. ΓιαννακόπουλοςΓια κάτι θα έπρεπε να είμαι ευτυχής. Είμαι και δεν το κρύβω. Ολοένα και περισσότεροι ώριμοι Έλληνες οι οποίοι διαφωνούν με τις απόψεις μου είτε από αριστερά, είτε από δεξιά, τις συζητούν δημοσίως, εντίμως και σοβαρά με επιχειρήματα και δεν τις προσπερνούν αβασάνιστα ή με λοιδορίες, που αποκαλύπτουν ένα τραγικά χαμηλό επίπεδο πολιτικής αντιπαράθεσης στην χώρα. Διαπιστώνω, σε προσωπικό επίπεδο, πως κάτι έχει αλλάξει και εύχομαι η διαπίστωση αυτή να μπορούσε να γενικευτεί.

Ολοένα και περισσότεροι σχολιάζουν και προχωρούν παραπέρα, αρθρώνοντας την δική τους προσέγγιση ειλικρινώς και καθαρά και ολοένα και περισσότεροι που συμφωνούν με την ανάγκη να υπάρξει ένα Εθνικό Σχέδιο αντιμετώπισης της κρίσης σε αυθεντική σοσιαλδημοκρατική βάση (πριν από την διαστροφή της μετά το 1970), στη θέση του Μνημονίου και της Δανειακής Σύμβασης με την τρόικα, καταλήγουν με μια ορθολογική ερώτηση: γιατί επιμένεις στην διαπραγμάτευση με τους θεσμούς της ΕΕ και την ελίτ της ευρωζώνης, προτού περάσουμε πιθανότατα σε εθνική πολιτική με εθνικό νόμισμα;

Περισσότερα

Το κοινωνικό ερώτημα στην Ελλάδα και η απάντηση

Του Δημήτρη Γιαννακόπουλου

Δ. ΓιαννακόπουλοςΤο ό, τι δεν υπάρχουν κακές ερωτήσεις, αλλά μόνον καλές ή κακές απαντήσεις, δεν αποκλείει την περίπτωση των ηλίθιων ερωτήσεων. Σε μια ηλίθια ερώτηση, συνηθέστατη στα ελληνικά και διεθνή ΜΜΕ και ιδιαίτερα στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση, μόνον ηλίθια θα μπορούσες να απαντήσεις ευθέως. Ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα σήμερα, στην Ελλάδα της κρίσης, είναι η κρίση στις δημοσιογραφικές ερωτήσεις, που μετουσιώνονται δια των ΜΜΕ σε αναπαραστάσεις ερωτήσεων των πολιτών. Σε κόμβους άρθρωσης της κοινής γνώμης δηλαδή και σε δομή σκέψης και δράσης.

Στο περιβάλλον μιας τέτοιας κρίσης μόνον η ποιοτική, ερευνητική δημοσιογραφία έχει αξία (η ερώτηση εδώ προκύπτει μετά από έρευνα των πηγών και όχι αντίστροφα), όπως και η ανεξάρτητη από κομματικές ή επιχειρηματικές, συντεχνιακές και άλλες δουλείες διανόηση που ακολουθεί για να προσεγγίσει απομυθοποιητικά και συστηματικά το ερώτημα. Ωστόσο η ερευνητική δημοσιογραφία σε πολλές περιπτώσεις, δίχως να πάσχει σε κάτι, αποφεύγει να θέτει η ίδια το ερώτημα που αναδεικνύει στη γενική του (κοινωνική του) μορφή. Δεν πειράζει, ίσως έτσι να είναι καλύτερα.

Περισσότερα