Οι αναλώσιμοι Έλληνες

Του Δημήτρη Γιαννακόπουλου

Μεταξύ της μεταβιομηχανικής κεντροευρωπαϊκής ελίτ και της διεθνούς χρηματοπιστωτικής ελίτ τσαλακώνεται η Ελλάδα και ρημάζεται η ελληνική κοινωνία. Σάντουιτς έγινε η χώρα, από τη στιγμή που οι «απόλυτοι» αμερικανολιγούρηδες ανέλαβαν να κυβερνήσουν. Μέχρι τότε η Ελλάδα είχε πετύχει να ισορροπήσει κάπως στο διεθνές σύστημα. Είναι αλήθεια ότι ευνοούσε και το διεθνές περιβάλλον. Σήμερα που αυτό έχει μεταβληθεί σε συγκρουσιακό, η χώρα είχε ανάγκη από μια ικανή και αμερόληπτη κυβέρνηση, που θα εστιάζει αποκλειστικά στο ελληνικό συμφέρον, ώστε αυτή να μην μετατραπεί σε πιόνι της στρατηγικής κανενός. Μόνον μια σχετικά ουδέτερη Ελλάδα (δηλαδή μόνον στον βαθμό που στη χώρα θα υπήρχε ηγεσία, η οποία θα έδειχνε διάθεση ουδετερότητας) θα μπορούσε να εξέλθει με τις μικρότερες συνέπειες από την κρίση. Η Ελλάδα οφείλει να διατηρήσει μια σχετική αυτονομία ως προς τον εμπορικό πόλεμο που φαίνεται να ακολουθεί την νομισματική διένεξη.

Όλα αυτά δεν φτιάχνονται με λόγια και διακηρύξεις, κτίζονται με πολιτικές στο εσωτερικό και στο επίπεδο άσκησης διεθνούς πολιτικής. Δυστυχώς η εύλογη αυτή μακροπολιτική συνθήκη αγνοήθηκε. Το σύνθημα «η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες» παρέμεινε στο επίπεδο της κομματικής προπαγάνδας και του λαϊκισμού. Όλοι οι Έλληνες πρωθυπουργοί της μεταπολίτευσης, μέχρι τον Γιώργο Παπανδρέου, με περισσότερο ή λιγότερο καιροσκοπικό τρόπο και αναπτύσσοντας προσωπικές δημόσιες σχέσεις, επιχείρησαν να διατηρήσουν την χώρα σε μια ισορροπία συμφερόντων μεταξύ των ΗΠΑ και των εξεχόντων ευρωπαϊκών δυνάμεων, πιο έντονα μάλιστα από την δεκαετία του ’90, όταν πλέον η Ευρώπη άρχισε να δομείται ως διακριτός, αλλά όχι ανεξάρτητος από τις ΗΠΑ, πόλος.

Περισσότερα

Μεταμοντέρνα πολιτικά μασκαρέματα…

Του Δημήτρη Γιαννακόπουλου

Η Ελλάδα κινείται σήμερα στα τυφλά, διότι είναι πολιτικά θεόστραβη. Δεν γνωρίζει ποια είναι και πού πάει. Πάσχει, δηλαδή, σοβαρά στο ζήτημα του προσδιορισμού της εθνικής της ταυτότητας. Δίχως όμως ταυτότητα η χώρα δεν μπορεί να ορίσει το εθνικό της συμφέρον με έναν τρόπο που θα γίνεται σεβαστός ή απλώς κατανοητός από τους άλλους. Αυτό σημαίνει ότι η σημερινή Ελλάδα στο διεθνές περιβάλλον εμφανίζει μια θολή εικόνα, η οποία παραπέμπει μάλλον σε ιστορική φάρσα.

Η Ελλάδα δεν είναι η αναπτυσσόμενη χώρα του ’70 και του ’80, ούτε το δυτικό παράδειγμα στα Βαλκάνια της δεκαετίας του ’90. Δεν αποτελεί αναπαράσταση μιας σύγχρονης χώρας που διακρίνεται από soft – power. Αυτός ο μύθος εξαερώθηκε σταδιακά μετά την Ολυμπιάδα, διότι ήταν το αποτέλεσμα ακριβοπληρωμένων διεθνών δημοσίων σχέσεων και όχι η σύγχρονη βάση πολιτισμικής και οργανωτικής ανάπτυξης στο πλαίσιο μιας εύρωστης οικονομίας. Ήταν φρου – φρου και αρώματα, δίχως πολιτική ουσία. Ήταν μια απάτη, όχι προς τους ξένους, αλλά προς τους ίδιους τους Έλληνες.

Το πρόβλημα είναι ότι η πολιτική τάξη της χώρας μετά την κατάρρευση του διπολισμού δεν μπόρεσε να αναπτύξει καμία απολύτως εθνική στρατηγική για να εκμεταλλευτεί η χώρα το συγκυριακό της πλεονέκτημα στα Βαλκάνια και να καταστεί ηγέτιδα δύναμη στην περιοχή, εκπροσωπώντας τον δυτικό εκσυγχρονισμό, όπως εκφραζόταν μέσω της discourse του ευρωπαϊσμού (soft – power). Με άλλα λόγια, η πολιτικό – επιχειρηματική τάξη της χώρας απέτυχε να κεφαλαιοποιήσει την μεταπολεμική επένδυση του λαού, υπακούοντας στο καιροσκοπισμό της, την απληστία της και την επαρχιώτικη, μεταπρατική της κουλτούρα. Πληρώσαμε ακριβά τον μύθο της ισχυρής Ελλάδας (περίπου 30.000 ευρώ εμφανίζεται να χρωστά ο κάθε Έλληνας σήμερα, μόνον σε ότι αφορά στο δημόσιο χρέος) και σήμερα παρουσιαζόμαστε από το καθεστώς απολύτως ανίσχυροι και ανίκανοι να διαχειριστούμε τα του οίκου μας. Ομολογεί, δηλαδή, το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα ότι απέτυχε στο ρόλο του και ότι ναυάγησε, παρασύροντας την ελληνική κοινωνία στο βυθό, αλλά παρόλα αυτά μέσω της εποπτείας των δανειστών μας και της «ψιλής διακυβέρνησης» από την τρόικα, ευελπιστεί ότι θα τα καταφέρει να επιβιώσει.

Περισσότερα