Δεν είναι τα λεφτά, αλλά η διαφορετική από του Σαμαρά γλώσσα του χρήματος που φέρνει τον Τσίπρα στα πράγματα…

Γράφει ο  Δημήτρης Α. Γιαννακόπουλος

Δ. ΓιαννακόπουλοςΑπό τους διεκδικούντες την κυβερνητική εξουσία στην Ελλάδα αρθρώθηκαν δύο σαφώς διαφορετικές πολιτικές αφηγήσεις από το βήμα της 79ης ΔΕΘ. Και οι δύο αποτέλεσαν προεκλογικές ομιλίες με την μορφή «δεσμεύσεων». Και οι δύο είχαν ως κεντρικό στοιχείο που συνέδεε τις προγραμματικές παρεμβάσεις στην ελληνική εθνική οικονομία και στο κοινωνικό μοντέλο, τα «λεφτά». Και οι δύο υπαινίχθηκαν την αποκατάσταση του μηχανισμού παραγωγής κερδών στην Ελλάδα για την τροφοδότηση της ανάπτυξης μετά από έξι χρόνια ύφεσης και δραματικής βύθισης του ΑΕΠ, γεγονότα που συνέβαλαν μεταξύ άλλων στην ανεξέλεγκτη ανεργία και στην ανεξέλεγκτη καταστροφή στην αγορά. Και οι δύο μίλησαν για «λεφτά». Μόνον που άρθρωσαν μία σαφώς διαφορετική αφήγηση περί χρήματος, μία διαφορετική πολιτική λογική που ορίζεται μέσω μίας διαφορετικής γλώσσας του χρήματος.

Αυτή η σαφώς διαφορετική γλώσσα του χρήματος από τους κυρίους Τσίπρα και Σαμαρά, είναι εκείνη που περιγράφει δύο σαφώς διακριτά μοντέλα οικονομικής ανάπτυξης και κοινωνικής οργάνωσης, με καπιταλιστικούς όρους ασφαλώς. Ο κ. Τσίπρας περιέγραψε ένα προοδευτικό μοντέλο ανάπτυξης με αναδιανομή από πάνω προς τα κάτω και από το κέντρο της ΕΕ προς την περιφέρεια για την επανεκκίνηση της οικονομίας, ενώ ο κ. Σαμαράς ένα συντηρητικό μοντέλο που απλώς έρχεται να υποσχεθεί μπαλώματα με μικροδιορθώσεις σε ένα σαφώς αντιπαραγωγικό και αντικοινωνικό πρόγραμμα προσαρμογής της Ελλάδας… σε τι ακριβώς; Στην πραγματικότητα εδώ είναι που παρουσιάστηκε η μεγαλύτερη αντίφαση στην γλώσσα Σαμαρά. Η αντικειμενική ανικανότητα του συνασπισμού δεξιών, κεντροδεξιών και κεντροαριστερών στην Ελλάδα στην παρουσίαση μίας δομικά ολοκληρωμένης αφήγησης που να συνδέει το καθεστώς πτώχευσης και εσωτερικής υποτίμησης – που οι ίδιοι επέβαλαν στην ελληνική κοινωνία για την διόρθωση της ανορθολογικής με τα κριτήρια της ευρωζώνης και τα κριτήρια του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος, μεγέθυνσή της – με ένα δρόμο οικονομικής ανάπτυξης που θα αντιμετώπιζε τις κοινωνικές συνέπειες που η ίδια η πολιτική τους προκάλεσε.

Κάπως έτσι η γλώσσα Σαμαρά εμφανίζεται σαν μία πρωτόγονη πολιτική αφήγηση που αντί να πολιτικοποιεί την ελληνική κρίση, έστω και σήμερα μετά από τόσα χρόνια μνημονίων, επιχειρεί να την σεκιουριτοποιήσει ακόμη πιο φοβικά και άστοχα. Στο σημείο αυτό, αν θέλουμε να σεβαστούμε την επιστημολογική αντικειμενικότητα, θα πρέπει να παραδεχτούμε πως η ευθύνη αυτής της ανικανότητας δεν περιορίζεται στους Σαμαρά και Βενιζέλο και στο ελληνικό πολιτικό σύστημα που διαχειρίζεται την κρίση: είναι η λανθάνουσα κρίση του πολιτικού συστήματος στην ευρωζώνη που θολώνει την στρατηγική προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας με το ερώτημα «προσαρμογή σε τι ακριβώς;», που διαμορφώνει ένα άκρως ρευστό καθεστώς σε όλες τις πτυχές της εθνικής μας οικονομίας.

Με μία κουβέντα ο κ. Σαμαράς μιλά μία γλώσσα απορρύθμισης με προεκλογικές εξαγγελίες που αφορούν σε μικροδιορθώσεις αυτής της διαδικασίας απορρύθμισης, χωρίς να είναι ικανός να συναρθρώσει τις επιμέρους απορρυθμίσεις σε μία σαφή στρατηγική προσαρμογής. Και αυτό διότι η ίδια η έννοια της προσαρμογής στην ευρωζώνη είναι απολύτως ρευστή και ορίζεται με διαφορετικά κριτήρια από χώρα σε χώρα, με το περίφημο Σύμφωνο Σταθερότητας να ερμηνεύεται κατά το δοκούν και συμφέρον από χώρα σε χώρα και από τα ίδια τα θεσμικά όργανα της ευρωζώνης.

Η αφήγηση, λοιπόν, Σαμαρά δεν είναι απλώς μία αδόμητη πολιτική αφήγηση, αλλά επίσης μία άκρως προβληματική συνάρτηση με όρους λειτουργισμού. Είναι, με μία κουβέντα, μία γλώσσα που δεν ορίζει έννοιες, αλλά ορίζεται από οικονομίστικους νεολογισμούς και αμφιλεγόμενους λογαριασμούς. Και αυτή είναι δυστυχώς για τους συντηρητικούς και νεοσυντηρητικούς της νεοφιλελευθεριάζουσας ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας, μία νεκρή γλώσσα.

Η έλλειψη ακριβώς «ζωντανής», σημαίνουσας γλώσσας από την πλευρά των συντηρητικών και των πασόκων, οδηγεί στον πολιτικώς πρωτόγονο σχολιασμό της ομιλίας Τσίπρα στην ΔΕΘ, με ένα απολύτως χυδαίο μάλιστα υφάκι που δυστυχώς εκφέρεται από μία γυναίκα, την αγαπητή μου εκπρόσωπο της κυβέρνησης Σοφία Βούλτεψη, η οποία «έβηξε» μεταξύ άλλων: «Βροχή έπεσαν σήμερα τα δισεκατομμύρια από τον ουρανό της Θεσσαλονίκης. Ο κ. Τσίπρας υποσχέθηκε 9 δις ευρώ για τον πρώτο χρόνο, την ώρα που είναι βέβαιο ότι με το απατηλό «πρόγραμμά» του θα έχουμε φύγει από το ευρώ. Υποτιμώντας τη μνήμη και τη νοημοσύνη του λαού, ο ΣΥΡΙΖΑ πιστεύει πως έχει για αρχηγό κάποιο μάγο. Με τη διαφορά ότι είναι πια σίγουρο πως αυτός ο μάγος θα μετατρέψει τα ευρώ σε δραχμές!»! Αυτό ασφαλώς δεν είναι πολιτικός λόγος. Είναι βήχας πολιτικού κοκίτη, που έχει προσβάλλει μία κυβέρνηση η οποία φρόντισε να διαψεύσει εμπράκτως όλες τις προεκλογικές δεσμεύσεις που έφεραν Σαμαρά και Βενιζέλο στην (συγ)κυβέρνηση.

Η πραγματικότητα είναι πως τόσο ο κ. Σαμαράς, όσο και ο κ. Τσίπρας μίλησαν την γλώσσα του χρήματος και όσοι μιλούν την γλώσσα του χρήματος λένε «λεφτά υπάρχουν». Με μια πολύ μεγάλη διαφορά. Ο πρώτος θέλει τα λεφτά να παράγονται από τους φτωχούς της ελληνικής κοινωνίας για να συσσωρεύονται από τους πλούσιους, ενώ ο δεύτερος μίλησε ουσιαστικά την γλώσσα της αναδιανομής από πάνω προς τα κάτω – και μάλιστα ιδιαίτερα μετριοπαθώς – υποστηρίζοντας ουσιαστικά ένα διαφορετικό μοντέλο ανάπτυξης.

Ο κ. Σαμαράς μίλησε την γλώσσα του νεοφιλελευθερισμού και ο κ. Τσίπρας την γλώσσα της σοσιαλδημοκρατίας. Το ζήτημα για τον ελληνικό λαό δεν είναι ακριβώς ποια γλώσσα καταλαβαίνει καλύτερα, αλλά μάλλον ποια γλώσσα τον συμφέρει περισσότερο. Τα ΜΜΕ και η κυβερνητική προπαγάνδα επιχειρούν να νοθεύσουν την σχέση συμφέροντος – κατανόησης, με αποτέλεσμα οι έλληνες να χάσουν την ικανότητα κατανόησης του συμφέροντός τους. Και λέγοντας έλληνες εννοώ προφανώς τα δύο τρίτα της κοινωνίας, καθώς το ένα τρίτο μια χαρά εξυπηρετείται από την πολιτική Σαμαρά – Βενιζέλου.

Τι συμφέρει, λοιπόν, τα δύο τρίτα της ελληνικής κοινωνίας; Η αποκατάσταση του μηχανισμού παραγωγής κερδών στην Ελλάδα μέσω της θεραπείας του τεράστιου Κοινωνικού Ζητήματος, που είναι η παράπλευρη συνέπεια της στρατηγικής προσαρμογής «σοκ και δέος», την οποία υπό την επιτροπεία της τρόικας άρθρωσαν ως πρακτική πολιτική οι κυβερνήσεις της χρεοκοπίας. Αυτήν την γλώσσα, που είναι η γλώσσα της σοσιαλ-δημοκρατίας, θα ήταν εύλογο να κατανοούν καλύτερα τα δύο τρίτα της ελληνικής κοινωνίας, ορίζοντας την ανάπτυξη ως συνθήκη κοινωνικής προόδου. Και έτσι θα συνέβαινε αν δεν παρενέβαιναν μεταξύ πολιτικού πομπού και κοινωνικού δέκτη τα ΜΜΕ της διαπλοκής και οι ιδεολογικοί φορείς του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, οι οποίοι θεωρούν πως αποκλειστικά η αγορά και οι τραπεζίτες της διαθέτουν την μαγική ικανότητα να παράγουν και να αναδιανέμουν χρήμα. Αν τύχει και ένας πολιτικός επιχειρήσει να τους υποκαταστήσει, λοιδορείται ως «μάγος»! Στην πραγματικότητα, ωστόσο, αγαπητέ αναγνώστη, το μόνο μαγικό για μια κοινωνία είναι η προοδευτική γλώσσα που δεν λαϊκίζει… και ο κ. Τσίπρας στην ΔΕΘ πέτυχε να μην λαϊκίσει. Αυτό είχα ζητήσει πριν από την ομιλία του και γι’ αυτό δεν μπορώ παρά να μην εκφράσω την ικανοποίησή μου. Τις επόμενες μέρες και βδομάδες θα φανεί αν ο ελληνικός λαός έχει διατηρήσει την επαφή του με την πολιτική γλώσσα, ή έχει απολέσει εντελώς το γλωσσικό του κριτήριο, το οποίο είναι ακριβώς το κοινωνικό κριτήριο που ορίζει αξίες και τάξεις πραγμάτων, άρα και την διάσταση του χρήματος.

Περισσότερα

Ζούμε στην εποχή της διαπραγμάτευσης, αλλά η Ελλάδα δεν διαπραγματεύεται!…

Γράφει ο Δημήτρης Α. Γιαννακόπουλος

Δ. ΓιαννακόπουλοςΠολλές φορές θέλησα να δείξω πως η ελληνική πολιτική σκηνή κινείται μεταξύ ανίκανων, φοβικών, αμοραλιστών πολιτικάντηδων, έτοιμων να εμφανίζονται σε κάθε διεθνή κρίση βασιλικότεροι του βασιλέως (: της λεγόμενης δυτικής συμμαχίας), δογματιστών κάθε είδους και πονηρών καιροσκόπων, που παίζοντας συνήθως σε διπλό ταμπλό επιχειρούν να επωφεληθούν από διεθνείς κρίσεις για να «τα αρπάξουν», εκμεταλλευμένοι την συνακόλουθη εμπορική κρίση, μέσω πειρατικών, παραοικονομικών και λαθραίων ενεργειών και μηχανισμών.

Είναι φυσιολογικό με αυτή την κουλτούρα του πολιτικού μας συστήματος και της μεγαλο-επιχειρηματικής του ελίτ, να είσαι τελικά ως κράτος και ανοιχτή οικονομία, ανίκανος να διαπραγματευτείς το εθνικό συμφέρον στην συγκυρία μιας διεθνούς κρίσης και επιμέρους συμφέροντα κοινωνικών ομάδων που πλήττονται ιδιαίτερα από την μορφή της διεθνούς κρίσης, όπως είναι αυτή τη στιγμή έλληνες αγρότες και μερικοί ακόμη του δευτερογενούς και τριτογενούς τομέα της οικονομίας μας, από το ρωσικό εμπάργκο προς την ΕΕ.

Η θέση και στάση της ελληνικής κυβέρνησης (συνασπισμού, παρακαλώ, κεντροδεξιάς και κεντροαριστεράς) στο ζήτημα είναι αναμφίβολα και κυριολεκτικώς αξιολύπητη ή αξιοθρήνητη, αν όχι απολύτως γελοία! Δυστυχώς χαμηλού πολιτικού επιπέδου είναι και οι αντιδράσεις από την πλευρά της αριστερής αντιπολίτευσης και αχαρακτήριστη, ως συνήθως, εκείνη του ακροδεξιού, αντιδυτικού εθνικισμού που προσβλέπει στη ρωσική αρκούδα για να καταπιεί τούρκους και δυτικούς και να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη για να την παραδώσει στο «ανάδελφο», αλλά ομόθρησκο έθνος των ελλήνων!

Πίσω από όλη αυτή την τραγική φαιδρότητα που χαρακτηρίζει την κουλτούρα του πολιτικού μας συστήματος σε ο, τι αφορά στην εξωτερική και εμπορική πολιτική της Ελλάδας, βρίσκεται η εθελοδουλική και καιροσκοπική στάση κεντροδεξιών και κεντροαριστερών υπό την σύγχρονη αφήγηση «δεν διαπραγματεύεσαι με τους δανειστές – συμμάχους σου» και μία απολύτως παράλογη αφήγηση μερίδας της αριστεράς, που κατά την αντιπαράθεση ολιγαρχικών καπιταλιστικών συμφερόντων παίρνει πάντα θέση υπέρ «πρώην συντρόφων» ρώσων ή άλλων «αντιδυτικών» ολιγαρχών, οι οποίοι σήμερα αποκαλούνται «κύριοι», σε αντίθεση με τους δυτικούς ολιγάρχες που δεν θα μπορούσαν ποτέ να είναι κύριοι! Υπάρχουν ασφαλώς και οι ακροδεξιοί που σε ο, τι αφορά στην πολιτική αφηγηματική πραγματικότητα, δεν είναι καθόλου αμελητέοι, οι οποίοι δεν θεωρούν απλώς την Ελλάδα υποχρεωμένη να είναι η πιστή σύζυγος της ρωσικής αυτοκρατορίας, αλλά κάτι περισσότερο: σύζυγος και πόρνη ταυτόχρονα για να δικαιωθούν οι νεοπροφήτες τους οποίους δοξάζουν οι (παρα)έμποροι της ορθοδοξίας και του πατριωτισμού!

Κρίμα! Διότι αυτή ακριβώς την περίοδο το ελληνικό πολιτικό σύστημα θα έπρεπε μέσα από την μακρόχρονη οικονομική κρίση στην οποία έχει σπρώξει την χώρα και το τεράστιο Κοινωνικό Ζήτημα που έχει προκαλέσει, να επιδείξει στοιχειώδη σοβαρότητα και να αναθεωρήσει παραδοσιακές και τετριμμένες αντιλήψεις και δογματισμούς, που καθιστούν την χώρα ένα «καλαμπούρι» στο πλαίσιο των διεθνών πολιτικών, που κανείς δεν υπολογίζει πλέον.

Τι σημαίνει, όμως, σοβαρότητα; Πάνω απ’ όλα πολιτικός πραγματισμός δια του οποίου θα έπρεπε από την μια να γίνεται αντιληπτό ότι ποτέ άλλοτε μετά την κρίση του 1974 η Ελλάδα δεν είχε την ανάγκη τόσο πολύ να αναπτύξει μία πολυδιάστατη διαπραγματευτική ικανότητα και ταυτότητα, ενώ από την άλλη, ότι σε καμία άλλη συγκυρία, από αυτό το χρονικό ορόσημο και εντεύθεν, το εθνικό συμφέρον δεν απαιτούσε περισσότερο την ανάπτυξη μιας πολυσύνθετης, πλουραλιστικής, ενεργητικής εξωτερικής πολιτικής αρχών, απόλυτα προσανατολισμένης στην ειρηνική και στην ήπια επίλυση διεθνών κρίσεων.

Είναι τραγωδία εθνικών διαστάσεων να μην αποτελεί κοινή αντίληψη στο πολιτικό σύστημα της χώρας ότι ζούμε στην εποχή των διαπραγματεύσεων, εντός ενός αναρχοποιούμενου παγκόσμιου συστήματος ηγεμονίας. Η κρίση που προκαλεί η επέλαση του χρηματοκαπιταλισμού στο εμπόριο και στην παραγωγή μεταβάλει με ταχύτατο ρυθμό το ούτως ή άλλως ρευστό μεταδιπολικό στάτους στις διεθνείς πολιτικές και στην διεθνή οικονομία. Στην πραγματικότητα την τελευταία πενταετία όλα βρίσκονται υπό αναδιαπραγμάτευση στον κόσμο, αλλά το υπερβατικό καθεστώς κυριαρχίας στην Ελλάδα πορεύεται με το «δεν διαπραγματεύεσαι με τους δανειστές σου», «δεν μπορείς να χαράξεις σχετικά αυτόνομη εξωτερική και εμπορική πολιτική δίχως την έγκριση των δανειστών σου» και το ακόμη υπερβατικότερο στην εποχή μας «η Ελλάδα ανήκει στην Δύση». Ποια «Δύση» και ποια «Ανατολή» στον σημερινό κόσμο της εντατικής παγκοσμιοποίησης, φουκαρά πολιτικάντη!

Η σύγχρονη παγκοσμιοποίηση πράγματι επέβαλε μία νέα τάξη πραγμάτων με την έννοια πως μεταβάλλονται ριζικά οι έννοιες και οι πολιτικές αφηγήσεις που ορίζουν πράγματα, σχέσεις, υποκείμενα του διεθνούς δικαίου και πραγματικότητες. Η νέα τάξη πραγμάτων, ωστόσο, δεν αποτελεί πακτωμένο καθεστώς ηγεμονίας, αλλά τάση μεταβολής της παγκόσμιας ηγεμονίας στην βάση της νεοφιλελεύθερης αφήγησης και της προσβολής της νεωτερικότητας και των αρχών και ιδεολογιών της βιομηχανικής επανάστασης. Κατά το μεταβατικό αυτό στάδιο, ευτυχής για το εθνικό συμφέρον θα πρέπει να θεωρείται η χώρα που διαθέτει πολιτική ελίτ με υψηλή κουλτούρα διαπραγμάτευσης. Και αυτό ασχέτως του μεγέθους της. Δείτε, για παράδειγμα, τι έχουν πετύχει οι δανοί διαπραγματευόμενοι στο πλαίσιο της ΕΕ, ακόμη και οι ισπανοί και ιρλανδοί στην σημερινή συγκυρία της οικονομικής κρίσης της ευρωζώνης, ή, αν θέλετε, για να χρησιμοποιήσω ένα «κοντινό» παράδειγμα, τις επιτυχίες της Τουρκίας, για να μην αναφερθώ στην Κίνα, την Βραζιλία, την Ινδία και πολλούς άλλους μεγάλους και μικρούς, ακόμα και στην πτωχευμένη και λοιδορούμενη από μάλλον ηλιθίους έλληνες πολιτικούς, Αργεντινή!

Η ίδια η σχέση «ελληνική κρίση» – «κρίση στην σχέση Ρωσίας-Δύσης» είναι αυτή που θα έπρεπε να αφυπνίσει το πολιτικό προσωπικό στην Ελλάδα, την ελληνική διανόηση και τα υπάρχοντα προοδευτικά κινήματα προς μία ριζική μεταβολή της κουλτούρας και πολιτικής πρακτικής στην εξωτερική, ενεργειακή και εμπορική μας πολιτική, με έμφαση στην διαπραγμάτευση χωρίς δογματισμούς, αφορισμούς και καιροσκοπισμούς. Ο έντιμος διαπραγματευτής που νομιμοποιείται πολιτικά μέσω αρχών και ιδεών, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί καιροσκόπος. Αυτό το τελευταίο για όσους σαχλαμαρίζουν από την πλευρά της αριστεράς, αγνοώντας, παραγνωρίζοντας, ή παραποιώντας την διαπραγματευτική και διπλωματική ιστορία κατά την άνθιση και επέκταση της λενινιστικής επανάστασης. Οι ρώσοι, αγαπητοί φίλοι, αριστεροί και δεξιοί φιλορώσοι, είναι μάστορες στην διαπραγμάτευση και έχουν μάθει να σέβονται αποκλειστικά αντιπάλους που ξέρουν να διαπραγματεύονται. Γι’ αυτό ακριβώς περιφρονούν τους έλληνες πολιτικούς, όπως αντίστοιχα διασκεδάζουν με τον δικό σας άκριτο και δουλικό φιλορωσισμό!

Ως προς το πρακτικό, πολιτικό σκέλος μίλησα εγκαίρως, δηλώνοντας ευθαρσώς πως ήταν εσφαλμένη η στάση της ελληνικής κυβέρνησης που έσπευσε να νομιμοποιήσει τις πραξικοπηματικές ενέργειες ανατροπής του προηγούμενου καθεστώτος της Ουκρανίας και τραγική επιλογή η επίσκεψη Βενιζέλου στο Κίεβο κατά την χρονική στιγμή και υπό τις συνθήκες που πραγματοποιήθηκε, το διάστημα μάλιστα που η Ελλάδα είχε την προεδρία στην ΕΕ. Εξήγησα πως η ουκρανική κρίση είναι μια υπόθεση σύγκρουσης ολιγαρχών και των πατρώνων τους, που ως πηγή έχει την λανθάνουσα κρίση της τελευταίας πενταετίας στον μηχανισμό του παγκοσμιοποιημένου χρηματοκαπιταλισμού. Ισχυρίστηκα πως η πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης συμπεριλαμβάνει ασφαλώς την Ουκρανία, αλλά αυτό δεν θα μπορούσε ποτέ να επισυμβεί δίχως την αυτοδιάλυση της σημερινής ΕΕ και του ΝΑΤΟ και την ενσωμάτωση καταρχήν της Ρωσίας (και στη συνέχεια όλων των άλλων «πολικών» δυνάμεων) σε ένα εντελώς διαφορετικό, κοινό σύστημα ασφαλείας – γεγονός που προϋποθέτει επίσης την αυτοδιάλυση του ΟΗΕ και την δημιουργία ενός παγκόσμιου θεσμού διατήρησης της ειρήνης, ικανού να αντιμετωπίζει και παγκόσμιες, περιφερειακές ή τοπικές οικονομικές και οικολογικές κρίσεις στην βάση της Χάρτας των Ανθρώπινων, Κοινωνικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων και των βιο-οικονομικών κανόνων που αφορούν στο φυσικό περιβάλλον. Σε κάθε περίπτωση και πριν συμβούν όλα αυτά, η σταθερότητα στην Ουκρανία θα έπρεπε να διασφαλιστεί δια ενός προγράμματος εκδημοκρατισμού και βαθειάς παραγωγικής ανασυγκρότησης με την συνεργασία της ΕΕ και της ρωσικής ηγεσίας.

Ο πραξικοπηματικός τρόπος ανατροπής της ρωσικής επικυριαρχίας στις ουκρανικές πολιτικές από μεγαλοπαράγοντες και θεσμούς της ΕΕ ήταν επόμενο να προκαλέσει κρίση μεταξύ Δύσης και Ρωσίας, η κλιμάκωση της οποίας έφερε τον εμπορικό πόλεμο Ρωσίας-Δύσης, ο οποίος θα κλιμακωθεί σε σημείο πρόκλησης επικίνδυνων καταστάσεων για την ειρήνη στην περιοχή της Ευρώπης και της Ευρασίας, εάν δεν δρομολογηθεί αυτή την στιγμή μία διαδικασία με την μορφή μιας Διεθνούς Συνόδου για το ουκρανικό που ουσιαστικά θα επιλύει στο πλαίσιο ήπιων πολιτικών, τις διαφορές που έχουν συσσωρευτεί μεταξύ ΕΕ-ΗΠΑ από την μία πλευρά και Ρωσίας από την άλλη και οι οποίες σε μεγάλο βαθμό είναι αποτέλεσμα προβοκατσιών και ανεξέλεγκτων από τις κυβερνήσεις της Γερμανίας, των ΗΠΑ, αλλά και του ίδιου του Πούτιν, ενεργειών. Αν υπάρξει ολιγωρία σε μία τέτοια διαπραγμάτευση υψηλού επιπέδου και επιτραπεί σε πραξικοπηματίες και προβοκάτορες να κινήσουν την ιστορία στην ουκρανική κρίση, θα σημαίνει ότι ο κόσμος ολόκληρος βρίσκεται σε παρόμοια φάση με εκείνη που οδήγησε στον απρόβλεπτο από όλους, Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και ότι οι πολιτικές ηγεσίες της Ευρώπης, των ΗΠΑ και της Ρωσίας βρίσκονται παγιδευμένες στην κρίση του χρηματοκαπιταλισμού και έχουν μεταβληθεί σε όργανα εκείνων που δια μίας μεγάλης εμπορικής κρίσης επιχειρούν να καλύψουν την τεράστια χρηματοπιστωτική φούσκα που έχουν προκαλέσει και που ασφαλώς δεν μπορούν να καλύψουν με τις πολιτικές του αντιπληθωρισμού και της λιτότητας.

Και έτσι να έχουν τα πράγματα, η Ελλάδα αντί να ταυτίζεται με το ένα ή το άλλο στρατόπεδο πολιτικής ισχύος ολιγαρχικών οικονομικών συμφερόντων, θα έπρεπε να αποστασιοποιηθεί απολύτως από την δυτική και την ρωσική αφήγηση της ουκρανικής κρίσης και αυτό στο πλαίσιο της ΕΕ θα μπορούσε να το πράξει ακόμη καλύτερα επικαλούμενη ακριβώς την ελληνική κρίση, ενώ θα έπρεπε με εντιμότητα να αναπτύξει μία μορφή εμπορικής διπλωματίας προς την ρωσική κυβέρνηση, σχετικά ανεξάρτητη από την ΕΕ, όπως ήδη προσανατολίζονται να κάνουν πολλές άλλες χώρες της ΕΕ, μεταξύ των οποίων η ίδια η Γερμανία. Προφανώς αυτό θα συνεπαγόταν και μία ελαστικοποίηση των οικονομικών κυρώσεων που έχουν αποφασιστεί από την ΕΕ εναντίον της Ρωσίας σε ο, τι αφορά στην Ελλάδα… Και αυτό πρακτικά είναι απολύτως εφικτό, χωρίς μάλιστα να υπάρχει ανάγκη να δηλώνεται από ελληνικής πλευράς. Μία τέτοια πολιτική διαπραγμάτευσης από την πλευρά της Ελλάδας θα είχε ένα τεράστιο νομικό οπλοστάσιο για να αναπτυχθεί, εάν υπήρχε πολιτική βούληση και στοιχειώδης σοβαρότητα.

Ας πάψουν οι γελοιότητες! Δεν προαπαιτείται η έξοδος της Ελλάδας από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ για να συνεχίσει να έχει ιδιαίτερα φιλικές σχέσεις συνεργασίας με την Ρωσία! Ούτε η ένταξή μας στους δυτικούς θεσμούς απαγορεύει την ανάπτυξη ιδιαίτερων διπλωματικών σχέσεων με την Μόσχα και ιδιαίτερων οικονομικών σχέσεων σε διακρατικό επίπεδο. Ο μόνος στην πραγματικότητα παράγων που εμποδίζει την ανάπτυξη μιας πλουραλιστικής ειρηνικής διπλωματίας από την Ελλάδα είναι η διεθνής πατρωνία του πολιτικού της συστήματος και ο εκτός τόπου και χρόνου δογματισμός μέχρι ηλιθιότητας μεγάλου τμήματος της ελληνικής κοινωνίας, ο οποίος σκόπιμα και με το αζημίωτο προβοκάρεται από ΜΜΕ που εξυπηρετούν αναμφίβολα ολιγαρχικά συμφέροντα είτε δυτικά, είτε ρωσικά.

Καλό είναι επίσης να πάψουν και γελοιότητες σαν και αυτήν της επιστολής Γλέζου προς Πούτιν, την οποία ειλικρινά, αναγνώστη μου, δεν θα άντεχα ούτε καν να σχολιάσω εξαιτίας της κατάπτυστης πολιτικής κουλτούρας που την διατρέχει και η οποία – θέλω να πιστεύω – πως δεν υιοθετείται από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Πρόκειται για μια ηθικιστική προσέγγιση που έρχεται να υποστηρίξει την αυτοκρατορική και ασφαλώς ανακόλουθη ως προς το ζήτημα της περίφημης ιδέας περί «αυτοδιάθεσης των λαών», εξωτερική πολιτική του καθεστώτος Πούτιν. Φτάνοντας στο σημείο, προφανώς δίχως να αντιλαμβάνεται τι ακριβώς νομιμοποιεί πολιτικά με αυτό, να ισχυρίζεται για να κολακεύσει προδήλως τον «Σύντροφε, τότε, κύριε, σήμερα», Βλαντιμίρ Πούτιν: «Τώρα, που η Ουκρανία βρίσκεται έρμαιο στα χέρια φασιστικών φατριών, υπερασπιστήκαμε και πάλι το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των λαών»! Ιδού άλλη μια επικίνδυνη μορφή έλλειψης σοβαρότητας από μία προσωπικότητα την οποία δυστυχώς έκανε «σημαία» του ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος, φαντάζομαι, να καταλαβαίνει πως τα παιχνίδια με την νομικά και πολιτικά αμφιλεγόμενη έννοια της αυτοδιάθεσης των λαών, εκτός από την ειρήνη, δεν υπηρετούν και το εθνικό συμφέρον της Ελλάδας, έτσι όπως το εννοεί η σύγχρονη αριστερά στον τόπο μας.

Περισσότερα

Είναι ο ελληνικός λαός έτοιμος να βαδίσει αριστερά;

Γράφει ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος

Δ. ΓιαννακόπουλοςΤο ερώτημα του τίτλου συνδέεται διαλεκτικά με το οξύ Κοινωνικό Ζήτημα που προκάλεσε η κρίση στην Ελλάδα και ασφαλώς με το ερώτημα: μπορεί να κυβερνήσει αποτελεσματικά η αριστερά στην Ελλάδα, θέτοντας τις βάσεις επανίδρυσης του ελληνικού κράτους; Είναι, ωστόσο, ένα ερώτημα «σαχλαμάρα», που φανερώνει σοβαρή έλλειψη πολιτικής συγκρότησης από όσους το αρθρώνουν. Το τοποθέτησα στον τίτλο ακριβώς για να κάνω κριτική σε αυτούς – που είναι πάρα πολλοί, σχεδόν όσοι αναρωτιούνται για την ικανότητα της αριστεράς να κυβερνήσει.

Η μορφή της κρίσης στην χώρα μας είναι εκείνη που με αντικειμενικά στοιχεία δείχνει το εθνικό πρόβλημα που υφίσταται σήμερα με την μορφή της ιδεολογικής κρίσης στην πολιτική κοινότητα των ελλήνων. Αν ξεφύγεις από πολιτικά τεχνάσματα που μετατρέπουν την κρίση στην ελληνική αγορά σε θεσμική κρίση του κράτους και αντίστροφα, θα αντιληφθείς πως η κρίση είναι ευρύτερου πολιτισμικού χαρακτήρα και αφορά στην ιδεατή σύλληψη της ίδιας της οντότητας του ελληνικού λαού, όπως ακριβώς και του ορισμού της δεξιάς και αριστερής πολιτικής. Ποιος είναι, λοιπόν, ο ελληνικός λαός σήμερα, στον βαθμό που αναζητείς τα πολιτικά ποιοτικά του χαρακτηριστικά, πέραν εκείνων που προσδιορίζουν στενά το εκλογικό σώμα; Ποιο ακριβώς το ιδεο-πολιτικό περιεχόμενο της αριστεράς και ποιο εκείνο της δεξιάς; Πέραν της μορφής (των διάφορων καιροσκοπικών μορφών, για την ακρίβεια) του κέντρου, υπάρχει άραγε ουσιώδες ιδεο-πολιτικό περιεχόμενο εκεί; Και τέλος, τι πάει να πει «έτοιμος»; Είναι η αριστερά στόχος, ή μέσο επίτευξης ενός κοινωνικοπολιτικού αγαθού για την ελληνική κοινωνία;

Ο τίτλος είναι έντονα πολιτικά φορτισμένος και θεωρεί με έναν πολιτικά παραμορφωτικό τρόπο την αριστερά στόχο και τον ελληνικό λαό κάτι σαν ενιαία προσωπικότητα που διέρχεται μία μορφή κρίσης, η οποία αντιμετωπίζεται με μία αντίστοιχη μορφή γνωστικής θεραπείας ή συναισθηματικής θεραπείας, για να αποκατασταθεί μέσω του πολιτικού-ψυχολόγου ή του πολιτικού-ιερέα, αντίστοιχα το πρόβλημα της ψευδούς συνείδησής του ή το πρόβλημα της διαταραχής του.

Άρα, το ερώτημα του τίτλου δεν είναι απλώς «σαχλαμάρα», είναι κάτι πολύ περισσότερο: έκφραση μιας πολιτικής αφήγησης κρυφο-ολοκληρωτισμού, είτε με ιδεολογικά χαρακτηριστικά, είτε με θεοσοφικά. Η αριστερή κατεύθυνση δεν μπορεί να είναι στόχος. Η αριστερή κυβέρνηση δεν θα πρέπει να είναι στόχος, αλλά απλώς το μέσο αντιμετώπισης του Κοινωνικού Ζητήματος που προκάλεσε η κρίση στην Ελλάδα. Κι έτσι το ερώτημα θα μπορούσε να επαναδιατυπωθεί με έναν πολιτικά μη-διαστροφικό τρόπο: Τι είδους αριστερά είναι αυτή που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά το Κοινωνικό Ζήτημα στην Ελλάδα;

Υπάρχει τρόπος, μετά από την μακρόχρονη ύφεση και την γενικευμένη απορρύθμιση κράτους και αγοράς από το πρόγραμμα του «ατομικού μηχανισμού προσαρμογής ή σωτηρίας» που συνομολόγησαν τρόικα και κυρίαρχο πολιτικό σύστημα, να απαντηθεί το ερώτημα αυτό δίχως δομική θεσμική ανασυγκρότηση, στα όρια της επανίδρυσης του ελληνικού κράτους και της αγοράς; Όχι ασφαλώς, είναι η μοναδική έντιμη και καθαρή απάντηση.

Πάμε, λοιπόν, ξανά πίσω στο ερώτημα του τίτλου για να το επαναδιατυπώσουμε δίχως ιδεολογική προκατάληψη και διαστροφή. Έχουμε συνειδητοποιήσει οι έλληνες αυτό που προδηλώνει η διάσταση της κρίσης; Την ανάγκη, δηλαδή, για συντεταγμένη επανίδρυση του κράτους και ριζοσπαστική θεσμική ανασυγκρότηση παραγωγής και κατανάλωσης, όπως ασφαλώς και του φορολογικού συστήματος και των μηχανισμών είσπραξης φόρων και αναδιανομής.

Αν πράγματι κατανοούμε αυτή την ανάγκη, δεν μπορεί παρά να αντιλαμβανόμαστε και εκείνη που συνδέεται με την ριζική μεταβολή του πολιτικού συστήματος και της ιδεο-πολιτικής κατεύθυνσης, που ορίζει την συνθήκη σύμπραξης τρόικας και κυρίαρχης ελληνικής πολιτικο-μεγαλοεπιχειρηματικής ελίτ. Μόνον που η ανάγκη αυτή δεν είναι υπόθεση τακτικισμού, αλλά αποκλειστικά στρατηγικής, η οποία οφείλει να εξειδικεύεται στο πλαίσιο ενός προγράμματος αριστερής μεταρρύθμισης. Η απάντηση στην κρίση του πελατειακού κράτους και της σε μεγάλο βαθμό αεριτζίδικης αγοράς δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να δοθεί από δεξιά. Οποιαδήποτε μορφή δεξιάς απάντησης, εδώ που βρισκόμαστε, θα οδηγούσε στον ολοκληρωτισμό της αγοράς και στην απόλυτη καρτελοποίηση της οικονομίας και της πολιτικής.

Η δεξιά οδός οδηγεί πλέον σαφώς στην αντικατάσταση του πελατειακού κράτους που υπηρέτησαν από κοινού δεξιοί, κεντροδεξιοί και κεντροαριστεροί, από ένα νεοκορπορατικό μόρφωμα που αποσκοπεί στην δημιουργία μιας ολιγαρχικής οικονομικής δομής η οποία θα αντικαθιστά την διαπλοκή με ένα ενιαίο πολιτικοεπιχειρηματικό σύστημα, το οποίο θα διαχειρίζεται το κράτος στο πνεύμα σχηματισμού ειδικών οικονομικών ζωνών για την υπερεκμετάλλευση της εργασίας και των φυσικών πόρων. Αυτόν τον δεξιό ολοκληρωτισμό που συνεπάγεται διεύρυνση του διαρθρωτικού προβλήματος της εθνικής μας οικονομίας και απόλυτο εξευτελισμό των εργαζομένων, έχουν δρομολογήσει κεντροδεξιοί και κεντροαριστεροί μέσω της συγκυβερνητικής μορφής που πέτυχαν να επιβάλουν δίχως σοβαρές κοινωνικές αντιστάσεις.

Απέναντι σε αυτόν τον ολοκληρωτισμό – νεοφιλελεύθερης ασφαλώς ιδεο-πολιτικής αντίληψης – τοποθετούνται με έναν παραδοσιακό και ιστορικά διαλεκτικό τρόπο, δύο άλλοι: ο φασιστικός και ο σταλινικός. Είναι, όμως, αυτό που αναζητεί σήμερα η ελληνική κοινωνία; Δεν σκοπεύω να απαντήσω στο ερώτημα. Δεν γνωρίζω. Η προσωπική μου γνώμη είναι πως ο ολοκληρωτισμός σε οποιαδήποτε μορφή, αποτελεί κοινωνική οπισθοδρόμηση και πολιτισμική αθλιότητα. Η σύγχρονη αριστερά για να απαντήσει προγραμματικά στο Κοινωνικό Ζήτημα της Ελλάδας δεν έχει κανένα περιθώριο παρά να διαμορφωθεί σε μία σαφώς ΑΝΤΙ-Ολοκληρωτική πολιτική δύναμη που, υπερασπιζόμενη την ριζοσπαστικοποίηση του δημοκρατικού πλουραλισμού, θα πολεμήσει ταυτόχρονα τις δύο μεγάλες πληγές του ελληνικού πολιτικού καθεστώτος (του έθνους μας): την πατρωνία και τον κορπορατισμό, επιδιδόμενη σε έναν ανυπόκριτο ανένδοτο αγώνα εναντίον της διαπλοκής.

Αυτό θα καθιστούσε την σύγχρονη αριστερά μία στρατηγικά δομημένη πολιτική δύναμη στην Ελλάδα και θα την «έβγαζε από την παρένθεση» εντός της οποίας επιδιώκει να την τοποθετήσει το κυρίαρχο πολιτικοεπιχειρηματικό καθεστώς και όσοι ξένοι παράγοντες έχουν επενδύσει τα συμφέροντά τους σε αυτό. Θα μπορούσε, άραγε, ο ΣΥΡΙΖΑ να αποτελέσει την βάση για την συγκρότηση αυτής της ΑΝΤΙ-Ολοκληρωτικής δύναμης για δημοκρατική επανίδρυση του ελληνικού κράτους και θεσμική ανασυγκρότηση παραγωγής και κατανάλωσης; Ναι, στον βαθμό που απαλλαγεί από την αριστερίστικη ή/και νομικίστικη κουλτούρα των τακτικισμών. Ναι, στον βαθμό που ο ελληνικός λαός γυρίσει την πλάτη στον τακτικισμό στην κοινωνία και στο κοινοβούλιο. Ναι, στον βαθμό που πάψουμε όλοι να αντιμετωπίζουμε τον κοινοβουλευτισμό ως μορφή καιροσκοπισμού που χαρακτηρίζεται από παραπλανητική πολιτική συμπεριφορά, η οποία αποσκοπεί απλώς στην χρησιμοποίηση μιας τακτικής, ενός τεχνάσματος, για την εξυπηρέτηση υποχθόνιων συμφερόντων και άδηλων στόχων.

Αν ο ελληνικός κοινοβουλευτισμός καταντήσει απλώς μορφή τακτικισμού – όπως ακριβώς συμβαίνει σήμερα στην χώρα μας – που δύσκολα θα μπορούσες να θεωρήσεις πως αποτελεί τμήμα ενός γενικότερου πολιτικού σχεδιασμού, συναφούς με ένα συγκεκριμένο πολιτικό πρόγραμμα, τότε το πολιτικό καθεστώς βρίσκεται σε κατάσταση εξάτμισης και η κοινωνία σε κατάσταση εξάχνωσης. Το ήδη ρευστοποιημένο κοινοβουλευτικό σώμα στην Ελλάδα μετατρέπεται σε αέριο πολιτικώς, χωρίς καν να βράσει, ενώ η ελληνική κοινωνία από την στερεή κατάσταση αεριοποιείται, χωρίς να προλάβει να μετατραπεί προηγουμένως σε υγρή μορφή, αντιστοιχούσα πολιτικώς στο ρευστό μας κοινοβούλιο!

Κρατήστε αυτή την παρομοίωση και αναλογιστείτε πως με πολιτικό σύστημα σε εξάτμιση και κοινωνία σε εξάχνωση καμία απολύτως ΑΝΤΙ-Ολοκληρωτική στρατηγική δεν θα μπορούσε να ευδοκιμήσει, με την έννοια της συνειδητής υποστήριξής της από τον ελληνικό λαό. Και δίχως μια τέτοια στρατηγική, εξειδικευμένη σε πρόγραμμα αριστερής μεταρρύθμισης, η συντεταγμένη πτώχευση και φτωχοποίηση στην Ελλάδα δεν θα μπορούσε να αντιστραφεί ως διαδικασία και να υπηρετήσει την ανάγκη για εκδημοκρατισμό και εκβιομηχάνιση. Ένα εξατμισμένο πολιτικό σύστημα είναι βέβαιο ότι θα αναζητεί σωτηρία στον ολοκληρωτισμό και μια εξαχνωμένη κοινωνία θα αναζητεί παρηγοριά στην μία ή στην άλλη μορφή ολοκληρωτισμού. Ας προσέξει, λοιπόν, ο ΣΥΡΙΖΑ την παγίδα του τακτικισμού. Εάν η ελληνική κοινωνία μέχρι τις εκλογές εγκλωβιστεί σε αυτόν, όχι απλώς δεν θα είναι έτοιμη για αριστερή διακυβέρνηση, αλλά ούτε καν έτοιμη για να υπερασπιστεί τον στοιχειώδη κοινοβουλευτικό πλουραλισμό.

Περισσότερα

Είναι πλέον ζήτημα αξιοπρέπειας και όχι απλώς δημοκρατίας η προσφυγή σε εθνικές εκλογές…

Γράφει ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος

Δ. ΓιαννακόπουλοςΤο αποτέλεσμα των ευρωεκλογών επιτάσσει την άμεση προσφυγή σε εθνικές εκλογές, στον βαθμό που το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα επιθυμεί να διατηρήσει την αξιοπρέπειά του, καθώς την ουσία της πολιτικής του νομιμοποίησης την έχει απολέσει προ πολλού, πολιτευόμενο στην βάση μίας πολιτικής πρακτικής που αντιφάσκει σοβαρά με τις προεκλογικές δεσμεύσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ.

Δυστυχώς όμως η πρώτη αντίδραση του Αντώνη Σαμαρά μετά την ήττα της ΝΔ στις ευρωεκλογές, που την φέρουν σαφώς πλέον στην δεύτερη θέση της κομματικής προτίμησης των ελλήνων, σε συνδυασμό με την ρευστοποίηση του ΠΑΣΟΚ και την μετάλλαξή του στο μικρό κόμμα της «Ελιάς», την οποία ο κ. Βενιζέλος φάνηκε με ανακούφιση να εκλαμβάνει ως προσωπική διάσωση, δείχνει την δραματική έκπτωση των πολιτικών ηθών στην χώρα μας. Είναι σαν να μην πήραν κανένα μάθημα ηθικής από τα γεγονότα που οδήγησαν στην πτώχευση και φτωχοποίηση και να μην ωρίμασαν κατά την πενταετή διαχείριση της πρωτόγνωρης μετά τον πόλεμο κρίσης, που βιώνει η ελληνική κοινωνία!

Χθες αργά το βράδυ, βλέποντας την αντίδραση, κυρίως του πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά και δευτερευόντως του συνταγματολόγου (!) αντιπροέδρου του κ. Βενιζέλου, ειλικρινά έμεινα άφωνος και παραμένω σοκαρισμένος. Οι άνθρωποι αυτοί δεν πάσχουν απλώς από δημοκρατικό φρόνημα, αλλά κυρίως από πολιτική αξιοπρέπεια. Επειδή, δηλαδή, όπως θεωρούν αυτοί και ορίζει η διαπλοκή που τους στηρίζει, «δεν υπήρξε ανατροπή» με τον ΣΥΡΙΖΑ να ξεπερνά το άθροισμα του ποσοστού ψήφων που συγκέντρωσε η ΝΔ και το μεταλλαγμένο σε «Ελιά» ΠΑΣΟΚ, αισθάνονται οι άνθρωποι πολιτικά νομιμοποιημένοι να συνεχίσουν το «έργο» τους, με την στρατηγική και τακτική του οποίου διαφωνεί απολύτως το πρώτο κόμμα και οι ψηφοφόροι του μαζί με τα δύο τρίτα του ελληνικού λαού. Αισθάνονται ισχυροί και νομιμοποιημένοι για την λήψη κρίσιμων, σε κάθε περίπτωση, αποφάσεων για το μέλλον των ελλήνων, έχοντας σημαντικά κουτσουρεμένα ποσοστά, με την ΝΔ, μάλιστα, να είναι πλέον δεύτερο κόμμα και την «Ελιά» τέταρτο, σαφώς κάτω του 10%!

Μα, θα μου πεις ίσως, δεν πρόκειται για εθνικές εκλογές, αλλά για ευρωεκλογές και δεν έχει σημασία! Σε κάθε περίπτωση θα είχε σημασία, αγαπητέ αναγνώστη! Πόσο μάλλον αυτή την φορά, κατά την οποία οι ευρωεκλογές πολιτικοποιήθηκαν όσο ποτέ άλλοτε στην Ελλάδα και συνδέθηκαν τόσο από τους κυβερνητικούς παράγοντες, όσο και από την αντιπολίτευση, με την εθνική στρατηγική για την αντιμετώπιση στην συνέχεια της ελληνικής κρίσης και του Κοινωνικού Ζητήματος που προκύπτει από αυτήν, όπως και για την μορφή διαπραγμάτευσης για την αντιμετώπιση του κολοσσιαίου ζητήματος της αναδιάρθρωσης του χρέους.

Ο ελληνικός λαός για πρώτη φορά στην ελληνική πολιτική ιστορία αναδεικνύει με την ψήφο του σε πρώτο κόμμα την αριστερά με την μορφή του ΣΥΡΙΖΑ και εκτός από την ιστορικότητα αυτού του γεγονότος, θα πρέπει να του δοθεί άμεσα η δυνατότητα να αποφασίσει αν επιθυμεί αυτό το κόμμα να συγκροτήσει την βάση της επόμενης κυβέρνησης. Η άμεση προσφυγή στην λαϊκή ετυμηγορία με αυτό το ερώτημα θα αποτελούσε έκφραση σεβασμού στην σημαντικότερη αρχή λειτουργίας του κοινοβουλευτισμού, που συμπίπτει με την κρισιμότερη αστική αρχή σεβασμού στην λαϊκή κυριαρχία και τον κάθε πολίτη ξεχωριστά.

Πώς θα μπορούσαν, άραγε, αύριο, μετά από αυτήν την δραματική απόφαση του ελληνικού λαού, να μεταβάλλει τον πολιτικό χάρτη στην Ελλάδα, αναδεικνύοντας πρώτη δύναμη κόμμα της αριστεράς, να συνεχίσουν να κυβερνούν σαν να μην τρέχει τίποτα, αυτοί που καταψηφίστηκαν, χάνοντας με ποιοτικά στοιχεία εντελώς τη νομιμοποίησή τους;

Απλώς δεν μπορούν… και όσο καθυστερούν, επιχειρώντας πρώτα να ταχτοποιήσουν τα εσωκομματικά τους και να δώσουν μια ακόμη ευκαιρία και χρόνο στην διαπλοκή για να μανουβράρει τις εξελίξεις για μια νέα κυβέρνηση, αυτή την φορά υπό τον ΣΥΡΙΖΑ – η οποία, αγωνίζονται, να μην ανατρέψει το καθεστώς και τους μηχανισμούς ηγεμονίας της διαπλοκής – θα εκμηδενίζουν την προσωπική τους αξιοπρέπεια ως ηγέτες (Σαμαράς, Βενιζέλος) και θα δηλητηριάζουν τον πολιτικό βίο της χώρας, αποδυναμώνοντας παράλληλα την ήδη σοβαρά εξασθενημένη ισχύ της ελληνικής κυβέρνησης στο εξωτερικό και του ήδη σοβαρά τραυματισμένου εθνικού συμφέροντος, στο πλαίσιο μιας αποδυναμωμένης εθνικής ταυτότητας και εθνικής οικονομίας που έχει μεταπέσει στην φάση της υπο-ανάπτυξης. Από σήμερα και εάν δεν προχωρήσουμε αμέσως στην προκήρυξη εθνικών εκλογών, θα είναι σε όλο τον κόσμο εμφανές πως δεν είναι η διαπλοκή που δουλεύει υπέρ του κυρίαρχου πολιτικού συστήματος στην Ελλάδα, αλλά, αντίστροφα, τα κόμματα της κεντροδεξιάς και κεντροαριστεράς συνολικά και ως κοινό σώμα, υπέρ των ελλήνων ολιγαρχών και των παραγόντων της τρόικας, που οι ίδιοι έφεραν στα ελληνικά πράγματα για να περισωθούν στο πλαίσιο μιας συντεταγμένης πτώχευσης.

Αυτήν ακριβώς την συντεταγμένη πτώχευση με πολιτικούς, ωστόσο, όρους, εκφράζει και το συνολικό εκλογικό αποτέλεσμα για το ευρωκοινοβούλιο. Ένα αποτέλεσμα που σήμανε αντί για το GREXIT το NDEXIT και την μετατροπή του ΠΑΣΟΚ σε κομμάτια κεντρώων ρευστών μορφωμάτων, δίχως πολιτικό έρμα και με μοναδική φιλοδοξία να αποτελέσουν στην συνέχεια «το αναγκαίο κακό» για τον σχηματισμό κυβερνήσεων. Όσο για τον πρωθυπουργό, θα έπρεπε ήδη να έχει καταλάβει και αποδεχτεί πως όποιος πρωθυπουργός «παίζει» επί μακρό χρόνο με το GREXIT καταλήγει στο τέλος στο exit από το Μαξίμου.

Αυτή είναι η μικρή πικρή ιστορία που περιγράφεται από το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών και ολοκληρώνει την πολιτική παρένθεση του τρίτου διαχειριστή της χρεωκοπίας Αντώνη Σαμαρά. Ας επιλέξει τον δημοκρατικό δρόμο που συμπίπτει με τον πλέον αξιοπρεπή για τον ίδιο: άμεση προσφυγή σε εθνικές εκλογές. Ας απαντήσει με εθνικές εκλογές στην ισχυρή αμφισβήτηση της πολιτικής νομιμοποίησης της στρατηγικής και ύπαρξης της κυβέρνησής του, όπως αυτή εκφράζεται από το εκλογικό σώμα δια του αποτελέσματος των ευρωεκλογών. Η ΝΔ είναι πλέον σαφώς το δεύτερο κόμμα στην προτίμηση του εκλογικού σώματος με αρκετή διαφορά από τον ΣΥΡΙΖΑ και αν επιχειρηθεί αυτό να αμφισβητηθεί ή να διασκεδαστεί με οποιονδήποτε τρόπο, θα αποτελέσει μεγάλη ζημιά για το ίδιο το κόμμα της κεντροδεξιάς, ακόμη μεγαλύτερη για τον ίδιο τον κ. Σαμαρά και ασφαλώς προσβολή στην πολιτική βούληση του ελληνικού λαού. Εάν εισέλθουμε σε συνθήκες για την μετάλλαξη της ΝΔ, όπως ήδη συμβαίνει με το ΠΑΣΟΚ, σε κάτι άλλο μέχρι τις εκλογές για να διασκεδαστεί η πολιτεία της και η υποχώρησή της στο εκλογικό σώμα, θα έχουμε περάσει στο φάσμα της πολιτικής ανωμαλίας και ως προς αυτό θα φέρουν βαριές, ασυγχώρητες ευθύνες όσοι πολιτικοί επιτρέψουν να συμβεί, αλλά και ο ελληνικός λαός, αν συνεχίσει να παρατηρεί να προσβάλλεται η βούλησή του, παραμένοντας θεατής ενός πολιτικού θεάτρου του παραλόγου στην χώρα του.

Αυτά τα σημαντικά είχα να επισημάνω, αφήνοντας για αργότερα την ανάλυση των αποτελεσμάτων των εκλογών για την αυτοδιοίκηση και το ευρωκοινοβούλιο. Πολύ συνοπτικά θα έλεγα πως το εκλογικό σώμα αντιμετώπισε τις εκλογές αυτές δίχως πολιτικό οραματισμό. Και ως προς αυτό είναι τεράστια η ευθύνη των προοδευτικών δυνάμεων στην χώρα μας και της σύγχρονης αριστεράς, που δεν πέτυχε να εμπνεύσει τον κουρασμένο από τις αποδιοργανωτικές τηλε-πολιτικές πολίτη. Θα ήταν, τέλος, υποκρισία, την οποία θα θεωρούσα ανεπίτρεπτη για την σχέση μας, αναγνώστη, εάν δεν επεσήμανα την «εκλογική θεμελίωση» του ακροδεξιού λαϊκισμού με την μορφή, ωστόσο, του νεοναζισμού.

Δεν γνωρίζω αν οι άνθρωποι που ψήφισαν ΧΑ είναι φασίστες, πιστεύω, όμως, πως πλέον δεν θα είχαν κανένα πρόβλημα να είναι. Αυτό είναι το αποτέλεσμα της στρατηγικής Σαμαρά για «Ausgrenzung», για εξορία, δηλαδή, που στόχευε στον αποκλεισμό της ΧΑ από την εξουσία, με την δημιουργία μίας δήθεν υγειονομικής ζώνης καραντίνας από τα λεγόμενα κόμματα του συνταγματικού τόξου. Αυτό θα ήταν πολιτικά επιζήμιο για την δημοκρατία σε κάθε περίπτωση – όπως εδώ και πολύ καιρό έχω δείξει – στην περίπτωση μας όμως, σοβαρής προσβολής της συνταγματικής τάξης, η στρατηγική αυτή είναι κυριολεκτικώς εγκληματική, αν δεν είναι απλώς τόσο ηλίθια ή τόσο πρόστυχη…

Περισσότερα

Από την Παλαιά Διαθήκη της ΕΕ στην απολύτως κενή διαθήκη της ελληνικής κυβέρνησης

Γράφει ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος

Δ. ΓιαννακόπουλοςΜε το βιβλίο του «Stress Test» ο τ. Υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Τίμοθι Γκάιτνερ έρχεται όχι μόνον να επιβεβαιώσει την ύπαρξη του Σχεδίου Β της γερμανικής κυβέρνησης για την αντιμετώπιση της ελληνικής χρηματοπιστωτικής κρίσης – όπως με ευθύνη και ειλικρίνεια, δίχως υποταγή σε σκοπιμότητες, σε είχα ενημερώσει τότε αγαπητέ αναγνώστη – αλλά επιπλέον θίγει το μέγα πολιτικό ζήτημα της αφήγησης που επέβαλε ο Νεο-ηγεμονισμός στην ΕΕ με κεντρικό στοιχείο αυτή καθ΄ εαυτή την ελληνική κρίση.

Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο Τίμοθι Γκάιτνερ «υπήρξαν εκκλήσεις για λιτότητα και δικαιοσύνη Παλαιάς Διαθήκης, καθώς και αποφασιστικές δεσμεύσεις να αποτραπεί ο ηθικός κίνδυνος που θα προκαλούσε μια στήριξη στην Ελλάδα». Αυτό αξίζει να κατανοήσεις, αναγνώστη μου, για να εννοήσεις την δική μου προσέγγιση καθ’ όλη αυτή την περίοδο. Στην ΕΕ με πλαίσιο αναφοράς την προβληματική Ευρωζώνη και την σταθερότητα ενός ήδη αποσταθεροποιημένου από την χρηματιστηριακή υπερθέρμανση (από τα τέλη του 2007) διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος, άρχισε να κυριαρχεί μια θεοσοφικού χαρακτήρα πολιτική αφήγηση, η οποία θα μπορούσε να παραλληλιστεί , δίχως αμφιβολία, με εκείνη της Παλαιάς Διαθήκης.

Πρόκειται για μια δραματική οπισθοδρόμηση του πολιτικού λόγου στην Ευρώπη και το τέλος της ηθικής στην πολιτική, η οποία αντικαθίσταται από τον ηθικισμό του «μπερίθ», του βιβλικού όρου που αποδίδεται με το «Διαθήκη» παραπέμποντας σε συνθήκη, συμμαχία, σύμβαση ή συμφωνία, ή με σύγχρονους όρους ΜΝΗΜΟΝΙΟ. Αυτό το ιερό κείμενο του Μνημονίου ανασυντάσσει την πολιτεία και την αγορά στην οποία αναφέρεται και σώζει από την αμαρτία την κοινωνία στην οποία επιβάλλεται ως ανώτερος νόμος!

Υπάρχει όμως μια κρίσιμη διαφορά. Η Διαθήκη αυτή με την μορφή Μνημονίου, ή κάποια άλλη που ισοδυναμεί με αυτό, δεν εμφανίζεται να επιβάλλεται από το γερμανικό έθνος στο ελληνικό έθνος – στην περίπτωση μας – αλλά από τον Θεό- Ευρώ στο περιούσιο έθνος των γερμανών, το οποίο με τη σειρά του και αφού προηγουμένως την εσωτερικεύσει ως συνταγματοποιημένη ηθική για την σωτηρία των ευρωπαϊκών λαών και γενικότερα της ανθρωπότητας, την επιβάλει στα υποκείμενα της ευρωπαϊκής Νεο-ηγεμονίας, την οποία κυριαρχικά δομεί αυτή την ιστορική στιγμή στο πλαίσιο ενός win-win game με το σε σημαντικό βαθμό παγκόσμια (κεντρικά) διακυβερνώμενο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Άρα, δεν εμφανίζεται να είναι η γερμανική ελίτ σε συνεργασία με το κυρίαρχο χρηματοπιστωτικό κλαμπ, που επιβάλει στην Ελλάδα με την διαδικασία «σοκ και δέος» μια συγκεκριμένη μορφή πτώχευσης και φτωχοποίησης, έτσι ώστε να διασκεδαστεί η φούσκα των ομολόγων ισχυρών κρατών και χρηματοπιστωτικών οργανισμών κάθε μορφής, αλλά ο Θεός-Ευρώ – όπως τον έχω, μάλλον λεπτομερώς, ορίσει ήδη από το 2009!!! Ο «αντικειμενικός Θεός», ο παντοδύναμος Θεός που επιβάλει την θεϊκή του βούληση με οικονομικούς όρους, για να σώσει την ανθρωπότητα από πολιτικές ισότητας και ευημερίας, οι όποιες διαφθείρουν και καταστρέφουν το δημιούργημά του: το ζόμπι μίας ενιαίας, γραφειοκρατικά ελεγχόμενης και κατευθυνόμενης αγοράς!

Προφανώς αξίζει κάθε θυσία προς αυτόν τον Θεό, όπως προέτρεψαν, προπαγάνδισαν και επέβαλλαν οι κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ μέχρι σήμερα, ενώ μόλις τώρα, λίγες μέρες πριν από τις εκλογές, επιχειρούν με κωμικό πολιτικαντισμό να διασκεδάσουν, διαδίδοντας πως δήθεν η θυσία του ελληνικού λαού προς τον Θεό-Ευρώ ολοκληρώθηκε και πλέον «με την βοήθεια του Θεού» οι έλληνες σώθηκαν και η ανάπτυξη βρίσκεται προ των πυλών!!!

Εδώ πλέον δεν πρόκειται για κάποια Καινή Διαθήκη που έρχεται να συντάξει την εκπλήρωση των επαγγελιών της Παλαιάς Διαθήκης με την σύναψη μίας Νέας Διαθήκης στο πλαίσιο της ΕΕ και της ευρωζώνης και στην βάση μιας νέας ευρωπαϊκής πολιτικής ανάπτυξης, αποκέντρωσης επενδύσεων, παραγωγικής αναδιάρθρωσης και εκδημοκρατισμού των θεσμών, αλλά απλώς για την κενή διαθήκη ενός δραματικά συντηρητικού καθεστώτος στην ΕΕ και ενός αφάνταστα τυχοδιωκτικού, φοβικού, αντικοινωνικού και αμοραλιστικού στην Ελλάδα. Στην προεκλογική Ελλάδα, αναγνώστη μου, ενώ είναι διάχυτος ο λόγος της Παλαιάς Διαθήκης και η πολιτική κουλτούρα διαμορφώνεται σε κρίσιμο βαθμό από τον παιδαγωγικό ηθικισμό της, που επέβαλε την διαστροφική αντίληψη πως «όλοι μαζί τα φάγαμε», είναι που η κενή διαθήκη ενός καταρρέοντος καθεστώτος επιχειρεί να εμφανιστεί ως Καινή Διαθήκη για την μετα-πτωχευτική σωτηρία της χώρας και των επόμενων γενεών! Καινή Διαθήκη δίχως θεάνθρωπο, αλλά μόνον με Θεό (ευρώ) προφανώς δεν γίνεται, αλλά δεν έχει σημασία, καθώς «με την βοήθεια του Θεού» θα αναδειχθεί και αυτός κάποια στιγμή την επόμενη περίοδο κατά την οποία, όπως υποστηρίζει ο ελληνικός παλαιοκομματισμός και η Διαπλοκή, θα είναι ο ελληνικός λαός αντί του γερμανικού… ο περιούσιος!

Θέλω να πιστεύω ότι θα συγχωρήσεις την κυνικότητα των παραπάνω γραμμών, οι οποίες περιγράφουν το σύγχρονο πολιτισμικό, στην ουσία, δράμα της διακυβερνητικής δομής της ΕΕ και την κατάντια της πολιτικής ελίτ στην χώρα μας. Αυτά τα δύο συμπληρώνονται από τον ξεπεσμό της προβεβλημένης διανόησης και της κυρίαρχης δημοσιογραφίας.

Στην Ελλάδα που ο πολιτικός λόγος, υπερβαίνοντας τον οικονομισμό που τον χαρακτήριζε την προηγούμενη περίοδο, έχει καταντήσει μια αφήγηση της Παλαιάς Διαθήκης ενισχυόμενη από τον λόγο που υπαγορεύει η πολιτική σκοπιμότητα της Νεο-ηγεμονίας υπό την γερμανική ηγεσία στην ΕΕ, αποτελεί σαφή ένδειξη κοινωνικοπολιτισμικής διάλυσης. Πρόκειται, στην ουσία, για μια αφάνταστα ανήθικη με πολιτικούς όρους, αναπαράσταση της πολιτικής ως διαδικασία και των πολιτικών σχέσεων. Εδώ μέσω μιας πολιτικής αφήγησης α λα Παλαιά Διαθήκη που επιχειρώντας να μετουσιωθεί σε Καινή Διαθήκη, μεταβάλλεται τελικά σε κενή περιεχομένου διαθήκη, εκμηδενίζεται κυριολεκτικώς η κοινωνία, με μία αγορά που αδυνατεί με αντικειμενικούς όρους να την υποκαταστήσει. Αυτό μεταβάλει την Παλαιά Διαθήκη του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, σε κενή διαθήκη για τον ευρωπαϊσμό, σε μία πολιτική φούσκα που δεν μπορεί μακροχρονίως να χειριστεί η διαδικασία σεκιουριτοποίησης των ευρωπαϊκών πολιτικών, που η γραφειοκρατία των Βρυξελών και το Βερολίνο σε μία δυναμική συμφωνία με την Ουάσιγκτον, συνθέτουν.

Την «καταγγελία» αυτής της κενής διαθήκης που δομείται στην discursive βάση της Παλαιάς Διαθήκης, μόνον ένας έλληνας Karl Kraus παράλληλα με μεγάλες μορφές της ερευνητικής δημοσιογραφίας, θα μπορούσε να κάνει. Δυστυχώς, όμως, οι πολιτικοπολιτισμικές συνθήκες και η Διαπλοκή που επικρατούν στην χώρα μας, δεν επέτρεψαν την ανάδειξη ενός δημοσιογράφου-διανοητή της μορφής και του ύψους του βιεννέζου Karl Kraus, ο οποίος, όμως, ακόμα κι αν με έναν παράδοξο τρόπο ανέτειλε, ελάχιστα πράγματα θα μπορούσε να προσφέρει, μια και δεν θα υποστηριζόταν από λίγους έστω, αλλά αφοσιωμένους στο κοινωνικό τους λειτούργημα και αλτρουιστές ερευνητές-δημοσιογράφους. Ο ελληνικός λαός πληρώνει ακριβά, όχι απλώς τον τυχοδιωκτισμό της πολιτικής του ηγεσίας και τον σεχταρισμό στο πολιτικό σύστημα και την κοινωνία των πολιτών, αλλά και την έλλειψη αυτών των δύο σημαντικών παραγόντων στον δημόσιο λόγο (Kraus, δαιμόνιος ερευνητής-δημοσιογράφος, που προανέφερα), τους οποίους η ελληνική κοινωνία έχει ανάγκη σήμερα, περισσότερο από ποτέ, ζώντας στην παραζάλη μιας μακρόχρονης και σύνθετης κρίσης… Θεός, δηλαδή το Ευρώ, μαζί σας έως την κάλπη!

Περισσότερα

Εθνικό είναι ό, τι είναι αληθινό και αληθινό ό, τι είναι ευρωπαϊκό…

Γράφει ο Δημήτρης Α. Γιαννακόπουλος

Δ. ΓιαννακόπουλοςΜε τα τελευταία διαδικτυακά μου άρθρα επιχείρησα να συνδέσω την αριστερή αντίληψη περί ευρωπαϊσμού με την έννοια του πραγματισμού στην πολιτική και εκείνη της αλήθειας με την έννοια της ανάπτυξης μιας ειλικρινούς, σαφούς και έντιμης πολιτικής αφήγησης στο πλαίσιο ενός προγράμματος εκδημοκρατισμού και παραγωγικής ανασυγκρότησης με διαφοροποίηση των παραγωγικών κλάδων στην Ελλάδα υπέρ του δευτερογενούς και πρωτογενούς τομέα.

Το διανοητικό αυτό προϊόν για να λάβει συγκεκριμένη μορφή στην άσκηση της εφαρμοσμένης πολιτικής, αναπόδραστα καταλήγει σε ένα νέο δόγμα που αφορά στον ορισμό του ελληνικού εθνικού συμφέροντος, εάν αυτό και στον βαθμό που αυτό θεωρηθεί ότι αποτελεί έκφραση της κοινωνικής προόδου στην Ελλάδα. Το δόγμα αυτό είναι εκείνο που με την σειρά του εκφράζει έναν συγκεκριμένο πολιτικό οραματισμό, ο οποίος για να λάβει τα χαρακτηριστικά του πραγματικού οφείλει να αναπτυχθεί στο τρίπτυχο στόχος, στρατηγική, πρόγραμμα. Και ο οραματισμός αυτός, υπακούοντας στην ιστορική εξέλιξη και όχι σε οποιοδήποτε συλλογικό (ιστορικό) μύθο, δεν μπορεί παρά να δομείται σε εθνικό πλαίσιο, να αφορά στην ελληνική κοινωνία, στην ελληνική πολιτεία, στο ελληνικό κράτος και στην ελληνική εθνική οικονομία, σε συνάρτηση με την προοπτική τους εντός του σύγχρονου ευρωπαϊκού πολιτικού χώρου.

Έρχομαι λοιπόν σήμερα, ολοκληρώνοντας την προσέγγισή μου στο διακύβευμα της εποχής για τους έλληνες, όπως ακριβώς και για όλους τους υπόλοιπους λαούς που αντιλαμβάνονται με ιστορικούς όρους τον εαυτό τους ως ευρωπαϊκοί λαοί, να καταλήξω στην πρόταση που κατά την άποψή μου αποδίδει με σαφήνεια αυτό το δόγμα, αφού προηγουμένως μέσα από εκατοντάδες αναλυτικά κείμενα περιέγραψα τον στόχο, την στρατηγική και το πρόγραμμα που το δομούν ως ιδέα και πολιτική πρακτική.

Το δόγμα αυτό θα μπορούσε να είναι: Εθνικό είναι ό, τι είναι αληθινό και αληθινό ό, τι είναι ευρωπαϊκό. Πρόκειται ασφαλώς για ένα «προϊόν» μετα-ρομαντισμού στην συνέχεια εκείνου του ρομαντισμού που συνδέθηκε με την δημιουργία του νεοελληνικού κράτους, έτσι όπως αρθρώθηκε από τον Διονύσιο Σολωμό.

Το δόγμα δεν είναι καλό πράγμα εάν αποτελεί την κατευθυντήρια γραμμή σε μια ανάλυση, είναι όμως «αναγκαίο κακό» στον βαθμό που επιθυμείς ο πολιτικός σου λόγος να λάβει πραγματιστικά χαρακτηριστικά, όχι ασφαλώς με την έννοια μιας οικουμενικής αλήθειας, αλλά μιας υποκειμενικού – ιστορικού χαρακτήρα αλήθειας που αφορά σε μία συγκεκριμένη περίοδο ανάπτυξης των υλικών και διαλογικών μορφών των κοινωνικοπολιτικών και οικονομικών σχέσεων (με την έννοια του non-discursive και discursive). Το εθνικό δόγμα απαιτεί στρατηγικό πλαίσιο αναφοράς, αλλά σε κάθε περίπτωση έχει ως ανθρωπομορφισμένη προσωπικότητα δόμησής του το εθνικό κράτος, που στην περίπτωσή μας αφορά στην Ελλάδα.

Άρα, όπως ίσως αντιλαμβάνεστε, το δόγμα που αποδίδει έναν εθνικό οραματισμό είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την πολιτική κοινωνία που ορίζει το εθνικό κράτος – Ελλάδα, είναι ένα διανοητικό προϊόν βασισμένο σε μια υλική αναπαράσταση. Η υλική αυτή αναπαράσταση αποτελεί το γενικότερο πλαίσιο ή σύστημα αναφοράς και αυτό την σημερινή εποχή δεν θα μπορούσε να είναι άλλο για την χώρα μας από την Ενωμένη Ευρώπη. Και Ενωμένη Ευρώπη δεν είναι η σημερινή ΕΕ, η οποία αποτελεί ένα συγκεκριμένο πολιτικοοικονομικό εγχείρημα ενοποίησης της Ευρώπης. Η ΕΕ είναι ένα υπό διαρκή αναθεώρηση καντιανό μοντέλο που προνοεί για την ελευθερία κυκλοφορίας χρήματος, αγαθών, υπηρεσιών και μίας ελίτ από κληρικούς της αγοράς και της γραφειοκρατίας. Η ελευθερία των ανθρώπων σε αυτόν τον πολιτικό χώρο ορίζεται ουσιαστικά από την αγορά και τις συγκυριακές ανάγκες της γραφειοκρατίας, που και οι δύο αποκτούν ταυτότητα μέσω ενός σε μεγάλο βαθμό ολοκληρωμένου χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Άρα, η ΕΕ είναι μία ένωση που ορίζεται από την ολοκληρωτική λειτουργία του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού και όχι μία ένωση που ορίζεται από την ολοκληρωμένη ύπαρξη και λειτουργία του ανθρώπου (ευρωπαίου πολίτη). Με αυτήν την έννοια θα ήταν δραματικό συστηματικό σφάλμα να θεωρήσει κανείς πως η ΕΕ είναι η Ένωση της Ευρώπης. Είναι μία απόπειρα διαμόρφωσης και ένωσης οικονομικών και πολιτικών (:εθνικών) παραγόντων στο πλαίσιο μιας νεο-ηγεμονικής μορφής που χαρακτηρίζεται από πολιτικές λιτότητας, πόλωσης κεφαλαίων και πραγματικής εξουσίας στο κέντρο και αντιπληθωρισμού. Η ΕΕ, λοιπόν, είναι το μετα-διπολικό μοντέλο ένωσης ευρωπαϊκών ελίτ για τον συντονισμένο έλεγχο των επιμέρους ευρωπαϊκών κοινωνιών και αυτό είναι ένα ιστορικό γεγονός που δεν μπορεί κανείς ούτε να παραβλέπει, ούτε να αγνοεί, ούτε απλώς να καταριέται, εάν επιθυμεί να παραμείνει πολιτικά σοβαρός. Είναι ένα ιστορικό βήμα στην εξέλιξη της Ευρώπης που ποτέ δεν ήταν και θα ήταν τραγωδία να δεις ότι μπορεί να είναι στο μέλλον, γραμμική.

Επιτρέψτε μου να πω σχηματικά πως ο ευρωπαϊσμός με την έννοια της Ενωμένης Ευρώπης είναι ένα διανοητικό προϊόν, με αριστερούς διανοούμενους που ταυτίζονται με τις συγκεκριμένες κοινωνίες από τις οποίες προέρχονται. Αντίθετα ο ευρωπαϊσμός που συνδέεται στενά με την ΕΕ είναι ένα διανοητικό προϊόν, δίχως διανοούμενους, αλλά με κληρικούς που εκκινούν ιδεαλιστικά και θεοσοφικά από τα πάνω και τα αόριστα προς τα κάτω και τα συγκεκριμένα. Από συμπεριφορικά μοντέλα που δομούνται και αναφέρονται σε μία κοινή αγορά και σε μία κοινής αντίληψης γραφειοκρατία με παιδαγωγική το «learning-by-numbers».

Το δόγμα που έρχομαι σήμερα να προσφέρω στο πλαίσιο ασφαλώς μιας κανονιστικού τύπου κοινωνικής θεωρίας για τον ευρωπαϊσμό, είναι προϊόν της πρώτης και όχι της δεύτερης προσέγγισης που ανέφερα. Αναφέρεται σε μια κοινή ευρωπαϊκή ταυτότητα όλων των ευρωπαίων πολιτών, οι οποίοι σε καμιά περίπτωση δεν παύουν να έχουν ιδιαίτερες πατρίδες και ιδιαίτερα πολιτισμικά και ταξικά χαρακτηριστικά και όχι σε μία κοινή ευρωπαϊκή ταυτότητα μίας υπό διαμόρφωση ελίτ. Στο πλαίσιο αυτού του στοχασμού θα τολμούσα να παραφράσω τον Διονύσιο Σολωμό – ή μάλλον να παρακολουθήσω την δική του κανονιστική αποκρυστάλλωση εντός της σύγχρονης ιστορίας της Ευρώπης – και να πω: «Το Ελληνικό Έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό ό, τι είναι ευρωπαϊκό».

Αυτό δεν απαιτεί την ύπαρξη κανενός απολύτως «πέπλου άγνοιας» για τις πραγματικές σχέσεις που θεσμοθετούν το οικοδόμημα της ΕΕ. Για το αντίθετο μάλλον προτρέπει. Με αυτό δεν δεχόμαστε την τελεολογική αντίληψη για τον ευρωπαϊσμό. Δεν δεχόμαστε ότι η ΕΕ αποτελεί ένα κλαμπ των εθνικών, πολιτικών και οικονομικών ελίτ και πως οι αποφάσεις για το μέλλον της Ένωσης αφορούν αποκλειστικά στους insiders, καθώς αυτοί διαθέτουν μία δήθεν αυθεντική γνώση για το μέλλον της Ευρώπης. Δεν δεχόμαστε ότι «η ΕΕ και οι επιμέρους θεσμοί της είναι έτσι και σε όσους αρέσουν. Οι υπόλοιποι απλώς δεν έχουν θέση σε αυτήν»! Πρόκειται για χυδαιότητα που ιδιωτικοποιεί το Δημόσιο και είναι φαινόμενο άκρως οπισθοδρομικό που μας μεταφέρει στην φάρσα φεουδαλικών δομών. Όπως αναχωρητισμός και λαϊκισμός θα ήταν να θεωρήσει κανείς σήμερα πως η Ελλάδα πρέπει να αναζητήσει την τύχη της και να ορίσει το εθνικό της συμφέρον εκτός της Ευρώπης ή εκτός των δυτικών θεσμών, που ασφαλώς αποτελούν ιστορική εξέλιξη στην βάση του καπιταλισμού και του ιμπεριαλισμού. Η τελευταία εκδοχή ενώ σε γενικές γραμμές αναλύει ικανοποιητικά το καπιταλιστικό και ηγεμονικό φαινόμενο στην ΕΕ, επιχειρεί να το υπερβεί όχι δια της πολιτικής και του πολιτικού αγωνισμού εντός αυτού του συγκεκριμένου πολιτικού χώρου, αλλά δια της φυγής από αυτό. Εδώ η τελεολογία και το «πέπλο άγνοιας» ορίζονται σε αντιδιαστολή με την χυδαιότητα του αγοραίου ευρωπαϊσμού, που σήμερα πολιτικά εκφράζουν κεντροδεξιοί και κεντροαριστεροί. Μία αντιδιαστολή που διαμορφώνει ωστόσο μία θεοσοφικού και όχι φιλοσοφικού τύπου διαλεκτική.

Αν θεωρήσει κάποιος ότι είναι ανεδαφική η πολιτική αλλαγή στην ΕΕ με την μορφή μιας δημοκρατικής, πλουραλιστικής και ομοσπονδιακής Ενωμένης Ευρώπης, πόσο άραγε πιο ευφάνταστο είναι το σενάριο εκείνο – και πόσο αντιφάσκει στις έννοιες του πραγματισμού και του μαρξισμού – που προπαγανδίζει την επανάσταση για έναν «εθνικό κομμουνισμό» και πόσο επικίνδυνο εκείνο που ορίζει την αποδέσμευση της Ελλάδας από την ΕΕ με όρους εθνικο-σοσιαλιστικούς; Το ζήτημα του κοινού νομίσματος είναι ασφαλώς άλλης τάξεως υπόθεση και είναι έγκλημα να το ταυτίζει κανείς με την Ενωμένη Ευρώπη, ή να ταυτίζεται κανείς με αυτό. Το ευρώ είναι μέσο συναλλαγής και τίποτε περισσότερο. Η οικονομική, προγραμματική συνθήκη που συνδέεται, όμως, με αυτό και του δίνει υπόσταση στην διεθνή χρηματαγορά δεν είναι απλώς σύμβολο που ορίζει αξίες κατά την ανταλλαγή, είναι η πολιτική που ορίζει το σύγχρονο δόγμα του νεο-ηγεμονισμού που εκφράζουν φορείς της δεξιάς και κεντροδεξιάς και αποδέχονται με φαιδρά καμώματα μικροαντιρρήσεων οι κεντροαριστεροί.

Το δόγμα που έρχομαι σήμερα να προτείνω, ορμώμενος από την ελληνική κοινωνία της ευρωπαϊκής κρίσης και αναφερόμενος στον ευρωπαϊσμό, βρίσκεται στην απέναντι πολιτική όχθη του δόγματος «πάση θυσία στο ευρώ». Το πρόβλημα, όπως από την πρώτη στιγμή εξήγησα στην αρχή της ελληνικής κρίσης, δεν είναι το ευρώ, αλλά οι πολιτικές που συνδέονται με αυτό. Η κοινωνικά προοδευτική μεταρρύθμιση αυτών των πολιτικών θα πρέπει να είναι ο προγραμματικός άξονας σύγκλισης όλων εκείνων των δυνάμεων που ενδιαφέρονται στα σοβαρά για την ευημερία των επιμέρους ευρωπαϊκών κοινωνιών και εννοούν το εθνικό συμφέρον ως βασικό στοιχείο του ευρωπαϊκού συμφέροντος – όπως αναλογικά την εθνική ταυτότητα ως οργανικό στοιχείο της ευρωπαϊκής ταυτότητας των ευρωπαίων και όχι της ελίτ που διαμορφώνει μονοπωλιακές δομές εξουσίας στην Ευρώπη και για την Ευρώπη.

Περισσότερα

Η Ευρωπαϊκή Πρωτομαγιά του 2014…

Γράφει ο Δημήτρης Α. Γιαννακόπουλος

Δ. ΓιαννακόπουλοςΣυζητώ, ενδιαφέρομαι, προβληματίζομαι, αντιπαρατίθεμαι και αγωνίζομαι για κάτι σημαίνει πως ταυτίζομαι συγκυριακά, έστω, και στο πλαίσιο μιας συγκεκριμένης αντίληψης της ύπαρξης και του συμφέροντός μου, με κάτι που το περιβάλλει ή το περιέχει. Στην πολιτική αυτό αποκαλείται πραγματισμός και εκφράζεται μέσω μίας προγραμματικής συμφωνίας με σαφή ή ασαφή ιδεαλιστικά ή ιδεολογικά χαρακτηριστικά.

Η αντιπαράθεση στην Ευρώπη για την Ευρώπη και για την κάθε πολιτική κοινότητα (:εθνικό κράτος) που περιέχεται στην ΕΕ, αφορά – την φετινή χρονιά – στην κρίση της ίδιας της αρχιτεκτονικής της ΕΕ. Στην πραγματικότητα η κρίση αυτή είναι πολυσύνθετη και αφορά τόσο στην θεσμική συγκρότηση της ΕΕ και στην ύπαρξη και λειτουργία της ευρωζώνης, όσο και στο μοντέλο των επιμέρους εθνικών κρατών – μελών που συναπαρτίζουν το διακυβερνητικό καθεστώς στην περιοχή αυτή. Με την έννοια αυτή ποτέ άλλοτε οι εκλογές για το ευρωκοινοβούλιο δεν ήταν τόσο εθνικές και ποτέ άλλοτε οι εθνικές εκλογές δεν ήταν τόσο ευρωπαϊκές.

Το debate την φετινή Πρωτομαγιά, εμφορούμενο από τους συμβολισμούς των αγώνων για ανθρώπινα, κοινωνικά και εργασιακά δικαιώματα, θα έπρεπε να εστιάζει στο πολιτικό διακύβευμα της Ευρώπης, στον βαθμό που ταυτιζόμαστε με τον Ευρωπαίο Πολίτη. Στον βαθμό, δηλαδή, που αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας ως Ευρωπαίο Πολίτη και την πατρίδα μας και την κοινωνία μας αναπόσπαστο, οργανικό τμήμα μιας υπό διαμόρφωση Ενωμένης Ευρώπης. Δίχως υπερβολή θα θεωρούσα ότι αυτό το debate, υπό τις σημερινές συνθήκες που αφορούν στην αρχιτεκτονική της ΕΕ, είναι περισσότερο εθνικό και λιγότερο ευρωπαϊκό, με την έννοια πως ποτέ δεν ήταν τόσο κρίσιμο όσο σήμερα, να ξεκαθαρίσουμε σε εθνικό πλαίσιο την μορφή ταύτισής μας με την μεγάλη ευρωπαϊκή οικογένεια. Η συνθήκη αυτή, που πρέπει να απαντάται με ένα σαφή προγραμματικό λόγο, αφορά περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο ευρωπαϊκό λαό, εμάς τους έλληνες. Και αυτό επειδή η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα της ΕΕ που βιώνει τα δεινά μίας δραματικής εσωτερικής υποτίμησης και απορρύθμισης, ως παράδοξη επιχείρηση εναρμονισμού της στην λειτουργία της ευρωζώνης.

Η αντιπαράθεση, λοιπόν, σήμερα στην Ελλάδα για την συγκρότηση κυρίως του νέου εθνικού κοινοβουλίου και δευτερευόντως του νέου κοινοβουλευτικού σώματος της ΕΕ, θα έπρεπε να αφορά στο ζήτημα που ανέδειξε η ευρωπαϊκή κρίση με εμφατικό παράδειγμα διαχείρισής της την Ελλάδα. Και ποιο είναι αυτό το ζήτημα; Θέλουμε μία αγοραία Ευρώπη, ή μια κοινωνική Ευρώπη; Ταυτιζόμαστε με ένα αγοραίο ευρωπαϊκό καθεστώς, ή οραματιζόμαστε τον εαυτό μας ως τμήμα ενός δημοκρατικού, κοινωνικού καθεστώτος ευημερίας, που θα μπορούσε να αναπτυχθεί στον πολιτικό χώρο που ορίζει σήμερα η ΕΕ και θα επεκτείνεται αύριο στις χώρες και περιοχές της μελλοντικής της διεύρυνσης; Ή μήπως δεν ταυτιζόμαστε καθόλου με την Ευρώπη και εννοούμε τον ευρωπαϊσμό ως μία νέα έκφραση του ιμπεριαλισμού ή του νεογερμανισμού και τίποτα περισσότερο; Μήπως τελικά η κρίση μας οδηγεί σε μία κορφή αποταύτισης αναφορικά με την Ενωμένη Ευρώπη και τον ευρωπαϊσμό;

Όπως αντιλαμβάνεσαι, αναγνώστη μου, τα ερωτήματα αυτά ξεφεύγουν από την αφηρημένη και επικίνδυνα απλουστευτική διχοτόμηση Ευρωπαϊστές – Ευρωσκεπτικιστές. Όποιος συνεχίζει να εγκλωβίζεται σε αυτήν την διάκριση προφανώς επιχειρεί να παραπλανήσει τον αντίπαλό του σε αυτό το debate, εμφανιζόμενος ο ίδιος να παρατηρεί και να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και τον κόσμο του πίσω από ένα πυκνό πέπλο άγνοιας. Η άγνοια είναι αυτή που βολεύει τόσο τους εμφανιζόμενους ως Ευρωπαϊστές, όσο και τους εμφανιζόμενους ως Ευρωσκεπτικιστές. Και αυτή η μορφή πολιτικής ταυτότητας που οχυρώνεται πίσω από ένα «πέπλο άγνοιας», είναι η χυδαιότερη μορφή ύπαρξης και λειτουργίας μιας προσωπικότητας, ενός κοινωνικού, διοικητικού ή πολιτικού θεσμού στο σημερινό μετανεωτερικό και μεταβιομηχανικό καθεστώς που ορίζει την ΕΕ ως έναν διακριτό πόλο ηγεμονίας εντός των διεθνών πολιτικών.

Είναι χυδαιότητα η αντίληψη πως η Ευρώπη θα ολοκληρωθεί ως σύστημα ηγεμονίας υπό ένα διεθνές χρηματοπιστωτικό καθεστώς και την ηγεσία της γερμανικής ελίτ, όπως πρεσβεύουν φιλελεύθεροι δεξιοί και οι λεγόμενοι κεντροδεξιοί. Όπως είναι χυδαιότητα οποιασδήποτε μορφής εθνικιστική αφήγηση βασισμένη στον παραδοσιακό λόγο της λαϊκιστικής ακροδεξιάς, η οποία δεν κάνει τίποτε άλλο στην σημερινή συγκυρία παρά να επαναλαμβάνει ως φάρσα την διαλεκτική του φασισμού, όπως αυτός διαμορφώθηκε κατά τον μεσοπόλεμο. Λένε τα ίδια ακριβώς πράγματα, με τον ίδιο σιχαμερό τρόπο, που μέσα από μικρές διαφοροποιήσεις στις κατηγορίες που δομούν, εμφανίζονται να υπερασπίζονται με έναν υπερβατικό τρόπο την δημοκρατία στο όνομα μίας πατρίδας σωβινιστών ή γενικότερα ρατσιστών πολλών μορφών.

Υπάρχουν, όμως, και κάποιοι σαφώς χειρότεροι και απείρως πιο επικίνδυνοι για την δημοκρατική εξέλιξη, την ειρήνη και την κοινωνική σύγκληση στην ΕΕ, που αυτοπροσδιορίζονται, μάλιστα, ως άκρως φιλελεύθεροι και εμφορούμενοι από σοσιαλιστικά ιδεώδη. Αυτοί, αγαπητοί φίλοι, κατοικοεδρεύουν στον χώρο της κεντροαριστεράς, ο οποίος στην Ελλάδα συμπεριλαμβάνει ένα τμήμα της ΔΗΜΑΡ, το ΠΑΣΟΚ και παραφυάδες του με την μορφή τυχοδιωκτικών «ποταμών», «ελιών», κλπ. Ο ευρύτερος αυτός πολιτικός χώρος, θα έλεγα δίχως δισταγμό ότι αποτελεί την πλέον χυδαία μορφή αντίληψης του πραγματικού, της πολιτικής οικονομίας, των διεθνών σχέσεων, της ειρήνης, του πολέμου, της κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξης και εν τέλει του ίδιου του Εαυτού. Πρόκειται για τις πλέον δυστυχισμένες οντότητες στον σημερινό πολιτικό κόσμο μας. Και ιδού ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα που αλίευσα εντελώς πρόσφατα:

Λέει ο πρώην υπουργός του ΠΑΣΟΚ, έμπιστος του πρώην αρχηγού του κόμματος, Γιώργου Παπανδρέου της γνωστής οικογενείας, σχολιάζοντας την απουσία του Αλέξη Τσίπρα από το πρώτο τηλεοπτικό debate των υποψηφίων για την προεδρία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που διεξήχθη την Δευτέρα στο Μάαστριχτ. Παραθέτω ολόκληρη την δήλωση για να αντιληφθείς την ολοκληρωμένη αφήγηση μιας πολιτικής χυδαιότητας που καλύπτεται από ένα απαράδεκτο για έναν πρώην υπουργό «πέπλο άγνοιας» των συνθηκών και των πρωτοβουλιών, της ελεεινής κουλτούρας του καιροσκοπισμού και της φοβικής ανεντιμότητας προς τον ελληνικό λαό, που οδήγησαν τον κ. Παπανδρέου μέχρι την θεατρική παράσταση του «Καστελόριζου». Λέει λοιπόν ο κύριος Ραγκούσης: «Ο πραγματικός λόγος της άρνησης του κ. Τσίπρα είναι ένας και πράγματι πολύ σοβαρός. Είναι η πλήρης αδυναμία του να σταθεί πολιτικά απέναντι στο ακόλουθο αμείλικτο ερώτημα που με βεβαιότητα θα του ετίθετο. “κ. Τσίπρα, η πατρίδα σας για να αποφύγει την άτακτη χρεοκοπία δανείστηκε με προνομιακούς όρους δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ που προέρχονται και από την φορολογία φτωχών ευρωπαίων εργαζομένων.

Στην πατρίδα σας, εσείς μεταξύ άλλων, προτείνετε αυτά τα χρήματα να μην επιστραφούν και το χρέος της Ελλάδας να ‘κουρευτεί’ με μονομερή σας απόφαση, κάτι που σημαίνει ότι φτωχοί ευρωπαίοι εργαζόμενοι θα χάσουν τα χρήματά τους. Ενώπιον αυτών των φτωχών ευρωπαίων εργαζομένων που τώρα σας παρακολουθούν μπορείτε σας παρακαλώ να επαναλάβετε την άποψή σας αυτή; Ή μήπως αλλάξατε γνώμη, κάτι που πρέπει να μάθουν οι έλληνες φτωχοί εργαζόμενοι και άνεργοι που ταυτόχρονα σας παρακολουθούν;’… Εάν σε πανευρωπαϊκή τηλεμαχία ο κ. Τσίπρας απαντούσε σε μία τέτοια ερώτηση υποχρεωτικά είτε θα ‘τελείωνε’ ως έλληνας υποψήφιος πρωθυπουργός είτε θα ‘τελείωνε’ ως υποψήφιος πρόεδρος της συγκεκριμένης αριστεράς για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή», συμπεραίνει ο εκσυγχρονιστής κεντροαριστερός μας, δίχως να καταλαβαίνει ο δυστυχής ποιος και ποιοι τελειώνουν αρθρώνοντας αυτό το ερώτημα!

Με ποιον ακριβώς εμφανίζεται να ταυτίζεται αυτός ο κεντροαριστερός μας; Ασφαλώς με τον φτωχό ευρωπαίο εργαζόμενο! Μόνον που δεν νομίζω ότι υπάρχει φτωχός ευρωπαίος εργαζόμενος που να ταυτίζεται με την κυβέρνηση που πτώχευσε το ελληνικό κράτος και έθεσε τις διαδικασίες μίας πρωτοφανούς, για ειρηνική περίοδο, εσωτερικής υποτίμησης και διάλυσης θεσμών, που υπάρχουν ακριβώς για να υπηρετούν τα δικαιώματα των εργαζομένων που κατακτήθηκαν με αγώνες και αίμα την εποχή της νεωτερικότητας στην Ευρώπη. Εάν ετίθετο ένα τέτοιο ερώτημα στον κ. Τσίπρα, αυτός θα έπρεπε να δείξει με στοιχεία πού πραγματικά και γιατί πήγαν τα λεφτά «των φτωχών ευρωπαίων εργαζόμενων», για να καταλάβει όλος ο κόσμος ποιοι σώθηκαν, ποιοι καταστράφηκαν και ποιοι καταστρέφονται στην Ελλάδα, στο πλαίσιο μίας στρατηγικής που υπηρέτησαν και υπηρετούν οι κυβερνήσεις Παπανδρέου, Παπαδήμου, Σαμαρά με την σύμπραξη της, κατά κοινή ομολογία, άκρως διεφθαρμένης και διαπλεκόμενης ελληνικής πολιτικοοικονομικής ελίτ, υπό την απόλυτη καθοδήγηση και επιτροπεία των ευρωπαϊκών οικονομικών θεσμών, του ΔΝΤ, των εκπροσώπων του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος και ασφαλώς της γερμανικής κυβέρνησης. Αυτό είναι ένα θαυμάσιο ερώτημα, που αν απαντηθεί στοιχειωδώς αντικειμενικά, αφαιρώντας το «πέπλο άγνοιας» που η κυβερνώσα ελληνική ελίτ σε συνεργασία με εκείνους που ορίζουν σήμερα την Ελλάδα ως μία Υποτελή Πολιτεία υπό συντεταγμένη χρεοκοπία, θα «τελειώσει» όλους εκείνους που επέλεξαν μία κοινωνικά καταστροφική διαδικασία για την Ελλάδα για να σώσουν την φούσκα του τραπεζικού τους συστήματος και την διακυβερνητική φούσκα της ΕΕ. Και ασφαλώς θα εξαφανίσει τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα από τον πολιτικό χάρτη της Ευρώπης, μια και απλώς δεν θα έχουν καμία έννοια πια. Άραγε, ο κ. Παπανδρέου δεν εξήγησε ποτέ στον φίλο του κ. Ραγκούση, τι εννοούσε λέγοντας «δεν θέλουμε χρήματα, αλλά πολιτική υποστήριξη» και γιατί αντί για πολιτική υποστήριξη κατέληξε να παίρνει το χρήμα των «φτωχών ευρωπαίων εργαζόμενων» και να θριαμβολογεί κι από πάνω;

Σε χειμερία νάρκη βρισκόταν άραγε ο κεντροδεξιός μας αυτός, μαζί με όλους εκείνους που διατείνονταν πως «όλοι μαζί τα φάγαμε» και δεν πήρε χαμπάρι τις συγκεκριμένες προτάσεις της ευρωπαϊκής αριστεράς και τις 150 σελίδες ολοκληρωμένης πρότασης του «Die Linke» για το πώς δεν θα καταλήγαμε για την διάσωση των τραπεζιτών, της ελληνικής ολιγαρχίας και της συνασπισμένης στην Ευρώπη κυβερνώσας κεντροδεξιάς – κεντροαριστεράς, να πληρώσουν οι «φτωχοί ευρωπαίοι εργαζόμενοι» και να καταστραφούν τα δύο τρίτα της ελληνικής κοινωνίας με δραματικές συνέπειες στο εθνικό εισόδημα και την παραγωγή στην Ελλάδα; Ναι, σου λέει, αλλά πλήρωσαν, γιατί θα πρέπει να κουρευτεί το ελληνικό χρέος και να χάσουν τα λεφτά τους; Εδώ πλέον θα έπρεπε να ντρέπεται ο Παπανδρέου και η διαπλοκή για το επίπεδο των οικονομικών γνώσεων του συγκεκριμένου πρώην υπουργού. Είναι σαν να μην έχει καμία γνώση των βασικών της εθνικής οικονομίας, όπως άσχετοι με αυτήν εμφανίζονται να είναι οι κεντροδεξιοί του αγοραίου ευρωπαϊσμού.

Μία συνολική ρύθμιση του χρέους των ευρωπαϊκών κρατών με παράλληλη ασφαλώς μεγάλη απομείωση του ελληνικού χρέους, στο πλαίσιο μιας σοσιαλ-δημοκρατικής αντίληψης του ευρωπαϊκού χώρου, προφανώς δεν θα επιβάρυνε τους «φτωχούς ευρωπαίους εργαζόμενους». Αυτό θα καταλάβαινε οποιοσδήποτε είχε διάθεση να μελετήσει τις προγραμματικές προσεγγίσεις της Ευρωπαϊκής Αριστεράς. Αντίθετα, αυτό θα αναζωογονούσε την οικονομία σε ολόκληρη την Ευρώπη, μειώνοντας δραστικά την ανεργία, αλλά δυστυχώς για τους απολιτικούς της κεντροαριστεράς, όπως και για τους κεντροδεξιούς του αγοραίου ευρωπαϊσμού, αυτό θα είχε συνέπειες τόσο στην κερδοσκοπία των χρηματιστών και των τραπεζιτών, όσο και στην νεο-ηγεμονία της γερμανικής κυβέρνησης που στηρίζεται στην λιτότητα, στον αντιπληθωρισμό και στην πόλωση στα βορειοδυτικά, κεφαλαίου και τεχνολογίας.

Ουσιαστικά αυτή την στιγμή στην Ευρώπη αντιπαρατίθενται δύο σαφή μοντέλα με καθοριστικές συνέπειες για την εξέλιξη του καπιταλισμού και της ηγεμονίας στην ήπειρό μας και ίσως για ολόκληρο τον κόσμο. Το ένα δομείται με τις αρχές του αγοραίου ευρωπαϊσμού με κύριους εκπροσώπους κεντροδεξιούς και κεντροαριστερούς, ενώ το άλλο στην βάση του προγραμματικού λόγου της Νέας, Μετανεωτερικής, Ευρωπαϊκής Αριστεράς. Το πρώτο ταυτίζεται με τον ολοκληρωτικό καπιταλισμό και αποδέχεται την ταύτιση του ατόμου – πολίτη με τον πελάτη εντός μίας καταναλωτικής αγοράς αγαθών και υπηρεσιών, ενώ το δεύτερο ταυτίζεται με μία ομοσπονδιακή, δημοκρατική Ευρώπη, που όχημα της ανάπτυξης θα έχει την σύγκλιση των επιμέρους κοινωνιών και την αποκέντρωση της επένδυσης κεφαλαίων. Στην περίπτωση αυτή το άτομο – πολίτης ταυτίζεται με τον Ευρωπαίο Πολίτη, εννοώντας πως η αλληλεγγύη και η συντροφικότητα είναι βασικές αρχές τόσο για την δική του πρόοδο, όσο και για την οικονομική ανάπτυξη στον πόλο – Ευρώπη. Η Ευρώπη των πρώτων είναι η Ευρώπη του πολέμου και της κυριαρχίας των αγοραίων σχέσεων, ενώ η Ευρώπη της σύγχρονης αριστεράς είναι η Ευρώπη της γνήσιας σοσιαλ-δημοκρατίας, του ανθρωπισμού και της ειρήνης. Θεωρώ πως αν εξαιρέσεις παρωχημένες πολιτικές αντιλήψεις και αφηρημένους ιδεολογισμούς ή οπισθοδρομικούς εθνικισμούς, αυτή η διχοτόμηση συνθέτει το δίλημμα τόσο για τις εθνικές, όσο και για τις λεγόμενες ευρωεκλογές.

Περισσότερα

Παίρνουμε ασπιρίνες, λες να μείνουμε έγκυοι;

Γράφει ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος

Δ. ΓιαννακόπουλοςΔιαβάζω τις γελοιότητες περί οικονομικής ανάπτυξης, η οποία συνδέεται με το περίφημο πρωτογενές πλεόνασμα και την απολύτως μυθοποιημένη επιστροφή της Ελλάδας στην χρηματαγορά και δεν ξέρω αν θα πρέπει να γελάσω ή να κλάψω για την κατάντια της ελληνικής δημοσιογραφίας.

Υπήρξα για λίγο περισσότερο από δύο δεκαετίες δημοσιογράφος, άρα δεν θα μπορούσα να καγχάσω ειρωνικά, αλλά αποκλειστικά να θρηνήσω για την κατάντια οικονομικών εφημερίδων που συμπεριφέρονται σαν αθλητικές παλιοφυλλάδες και πολιτικών εφημερίδων που ελέγχονται από την Διαπλοκή και συμπεριφέρονται σαν κομματικο-επιχειρηματικά όργανα μιας κάστας που ελέγχει την δομή του πολιτικοοικονομικού συστήματος προς όφελός της.

Τα ελληνικά ΜΜΕ – αποτελώντας την μοναδική εξαίρεση εντός του κλαμπ των ευρωπαϊκών χωρών που βιώνουν φαινόμενα οικονομικής κρίσης – αποδείχθηκε την τελευταία πενταετία-εξαετία πως είναι τα ελεεινότερα, τα πλέον παραπλανητικά και αποπροσανατολιστικά για τον λαό και πως τα ίδια είναι κεντρικό στοιχείο της πολύμορφης και πολυδιάστατης πλέον ελληνικής κρίσης. Σε ό, τι μάλιστα αφορά στο επίπεδο των οικονομικών ειδήσεων και της ανάλυσης, δεν είναι υπερβολή αν ισχυριστώ πως αποτελούν την επιτομή της ασχετοσύνης και της χυδαιότητας, νομίζοντας πως απευθύνονται σε χούλιγκαν του νεοφιλελευθερισμού ή άσχετους με την εθνική οικονομία επίδοξους, ή απλώς κατά απόλυτη φαντασία, μάνατζερ και μπίζνεσμαν!

Διαβάζω την είδηση πως σύμφωνα με αμερικανούς επιστήμονες οι μικρές δόσεις ασπιρίνης μπορεί να αυξάνουν την γονιμότητα των γυναικών και σκέπτομαι πως έτσι ακριβώς αντιλαμβάνονται και υμνούν την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ οι λογής-λογής διαπλεκόμενοι και ο προπαγανδιστικός τους μηχανισμός στην χώρα μας. Πιστεύουν πως με μερικά πακέτα ασπιρινών, που με νεοφιλελεύθερη συνταγή και την τεχνογνωσία και επιτροπεία της Τρόικας, επιβάλλονται με δικτατορικό τρόπο σε εργαζόμενους και αυτοαπασχολούμενους θα μπορούσαν να καταστήσουν γόνιμη την Ελλάδα και εγκύους τους Έλληνες! Δηλαδή διαφημίζουν πως τώρα πια ο δρόμος της ανάπτυξης είναι ανοιχτός και πως δεν μένει σε εμάς τους έλληνες παρά να στηρίξουμε εκλογικώς εκείνους ακριβώς που πτώχευσαν την χώρα και φτωχοποιούν την ελληνική κοινωνία, για να τιμήσουμε προφανώς την συνεισφορά τους στην σύγχρονη παλιγγενεσία του έθνους μας εντός της αγοράς που έχει ήδη και ουσιαστικά απορρίψει περισσότερους από τα δύο τρίτα εκ των ελλήνων από τους κόλπους της!

Είναι διπλά αγύρτες, καθώς μετά τον μονόδρομο του ατομικού μηχανισμού που οι ίδιοι χάραξαν και υποστήριξαν ρίχνοντας την ελληνική οικονομία σε βαθιά ύφεση (: recession), τώρα με τα πακέτα των μέτρων και την χρηματοπιστωτική πολιτική που ακολουθούν και δοξάζουν, την εγκλωβίζουν σε θεσμικό, χρόνιο depression, δηλαδή σε διαρθρωτική μορφή κατάρρευσης, με ανυπολόγιστες κοινωνικοπολιτικές συνέπειες και απόλυτη καταστροφή των λαϊκών και μεσαίων στρωμάτων. Σε αυτά τα κοινωνικά στρώματα, μάλιστα, απευθύνονται και με απίθανα ψεύδη, παραμυθία και πολιτικάντικα, εκβιαστικά καμώματα επιχειρούν για άλλη μια φορά να υφαρπάξουν την ψήφο τους ως ψήφο-ανοχής προς αυτούς!

Κοιτάξτε, ας σταματήσει η ποδοσφαιροποίηση των οικονομικών της εθνικής οικονομίας. Η μείωση του επιπέδου εισοδήματος στα λαϊκά και μεσαία στρώματα, η ανεργία και τα λουκέτα στην αγορά οφείλονται σε δύο παράλληλα αίτια: στην μείωση της δημόσιας δαπάνης και στην ξαφνική απαξίωση κεφαλαίου, στο πλαίσιο μιας εσωτερικής υποτίμησης με δύο σκέλη, την απαξίωση της εργατικής δύναμης και το σκάσιμο της φούσκας που δομούσε τον μύθο της ισχυρής Ελλάδας, άλλοτε του ΠΑΣΟΚ και άλλοτε της ΝΔ, που είχε δημιουργήσει η άμετρη χρηματοοικονομική επέκταση για σειρά ετών.

Προσπαθήστε να καταλάβετε πως το μέγα ζήτημα σήμερα, που δεν αντιμετωπίζει το πρόγραμμα της Τρόικας και οι απίθανοι άνθρωποι που κυβερνούν ως πολιτικοί κλόουν, είναι η απαξίωση του εργατικού δυναμικού της Ελλάδας και η δραματική υποχώρηση της τιμής της εργατικής δύναμης σε απόλυτη συνύφανση με την βίαιη συρρίκνωση ολόκληρων κλάδων της οικονομίας. Ο συνδυασμός αυτός προκαλεί καθίζηση στο εισόδημα και καταβύθιση του ΑΕΠ, ενώ καθιστά το δημόσιο χρέος μη διαχειρίσιμο. Ποιό ήταν το αρχικό αίτιο αυτού; Μα η πολιτική αυτών που σήμερα διεκδικούν την ψήφο μας αντί να κρύβονται: ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, με τα κανάλια τους, τα ακροδεξιά τους μορφώματα, τις «ελιές» και τα «ποτάμια» τους! Αυτοί ήταν που διαμόρφωσαν το καθεστώς της σωρευτικής διόγκωσης αντιπαραγωγικών επενδύσεων, τις οποίες προωθούσαν επί μακρού και στο πλαίσιο της Διαπλοκής και των πελατειακών σχέσεων, προσδίδοντας στην οικονομία μια υπερβάλλουσα και δραματικά αναντίστοιχη με την εσωτερική παραγωγή, χρηματοπιστωτική επέκταση. Αυτή η έντονη στρέβλωση οδήγησε στο έντονο ξεφούσκωμα των πλέον αντιπαραγωγικών επενδύσεων, οι οποίες ασφαλώς κατέρρευσαν με ρυθμό πολύ ταχύτερο από εκείνον με τον οποίο πραγματοποιήθηκαν και έτσι η οικονομία εισήλθε σε φάση περιδίνησης, σε φάση depression (: διαρθρωτική κρίση ως κοινωνικοοικονομική κατάρρευση) με τον ατομικό μηχανισμό και την στρατηγική της Τρόικας να ενισχύουν αντί να αντιστρέφουν αυτή την διαδικασία.

Προδήλως, η εύθηνη της ΕΕ και της ΕΚΤ είναι τεράστια για το depression της ελληνικής οικονομίας, το οποίο σε κρίσιμο βαθμό είναι προϊόν των δικών της χρηματοπιστωτικών πολιτικών και της διαδικασίας προσαρμογής στην ΟΝΕ. Μετά, μάλιστα, την σύνταξη και εφαρμογή στην πράξη του ατομικού μηχανισμού, μέρος της ευθύνης περνά και στο ΔΝΤ. Τα αρνητικά πραγματικά επιτόκια που δημιουργούσε για την Ελλάδα η πολιτική της ΕΚΤ, σε συνδυασμό με τα συνεχή ελλείμματα των εγχώριων δημοσιονομικών χρήσεων, για την συντήρηση του δικομματικού κράτους ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, η αποβιομηχάνιση και η συρρίκνωση του πρωτογενούς τομέα της οικονομίας βρίσκονται στο φόντο της διαθρωτικής κρίσης, ενώ μπροστά από αυτά βρίσκεται η διαχείριση της κατάρρευσης από το καθεστώς (εσωτερικό και εξωτερικό) που την προκάλεσε.

Οι διαχειριστές, λοιπόν, της ελληνικής κατάρρευσης, ντόπιοι και ξένοι, έρχονται σήμερα και με θράσος ομιλούν για προοπτική ανάπτυξης, εμφανίζοντας, μάλιστα, ασπιρινούλες με την μορφή δανειακής υποστήριξης και ψευδο-διαρθρωτικών αλλαγών, σε συνδυασμό με μία τραπεζική πολιτική που αποτελεί καθαρή ληστεία του ελληνικού λαού! Όχι, έτσι δεν μπορεί να επιτευχθεί κανενός είδους βιώσιμη ανάπτυξη για επαναθεμελίωση, σε υγιείς βάσεις αυτή την φορά, ενός Κράτους Δικαίου και Ευημερίας, το οποίο σε κάθε περίπτωση θα απαιτούσε η ανεργία να μειωθεί από το επίπεδο 35% που βρίσκεται ουσιαστικά σήμερα, σε σαφώς κάτω από το 8% με τάση να περιοριστεί στο 3%-4%, παράλληλα με μία δραστική μεταβολή της κλαδικής σύνθεσης – του παραγωγικού μοντέλου, έτσι όπως με δεκάδες άρθρα μου επιχείρησα να εξηγήσω μέχρι σήμερα. Αυτό με την σειρά του απαιτεί ένα Εθνικό Σχέδιο Ανασυγκρότησης, το οποίο ουδείς θα μπορούσε να υπερασπισθεί καλύτερα από τις πολιτικές δυνάμεις και τις προσωπικότητες που προτάσσουν την ριζοσπαστικοποίηση των δημοκρατικών θεσμών στην χώρα μας.

Ο εκφασισμός της ελληνικής κοινωνίας που παρατηρείται αυτή την περίοδο, είναι το πλέον φυσιολογικό φαινόμενο, στον βαθμό που μία κοινωνία εγκλωβιστεί στην διαρθρωτική κατάρρευση που αποδίδω με τον όρο depression. Για να είμαι, μάλιστα, δίκαιος – για πρώτη φορά στο ζήτημα – θα περίμενε κανείς ακόμη μεγαλύτερα ποτάμια και ροές κάθε μορφής από αριστερά και δεξιά προς τον φασισμό, λαμβάνοντας υπόψιν την κοινωνικοοικονομική διάρθρωση της μικρομεσαίας ελληνικής αστικής τάξης, την διάχυτη πολιτική κουλτούρα στην χώρα και την μορφή του depression. Ευτυχώς υπήρξαν συγκυριακές κοινωνικοπολιτικές καταστάσεις και ένας διεθνής περίγυρος που δεν επέτρεψαν και δεν επιτρέπουν την έκρηξη του φασιστικού φαινομένου στον τόπο μας. Οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες ήταν κατάλληλες, οι πολιτικές ευτυχώς δεν συνέδραμαν, παρότι με τον τρόπο τους ενισχύουν σήμερα τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του εκφασισμού. Είναι μεν παράδοξο φαινόμενο, αλλά δυστυχώς αληθινό, που μπορεί να αποσοβηθεί αποκλειστικά με την άνοδο και την ανάληψη κυβερνητικής ευθύνης από την μεταρρυθμιστική αριστερά. Προφανώς παίρνοντας ασπιρίνες δεν πρόκειται να μείνουμε έγκυοι, κάτι άλλο χρειάζεται γι’ αυτό δίχως να αποκλείεται και η λήψη ασπιρινών. Αυτό ακριβώς «το κάτι άλλο» δεν είναι κάποιο μυστικό, αλλά αποκλειστικά ένα πρόγραμμα ανάπτυξης με την μορφή της αριστερής στην θέση της νεοφιλελεύθερης μεταρρύθμισης.

Περισσότερα

Είναι ρυθμιστής το πρωτογενές αμάρτημα ή το πρωτογενές πλεόνασμα;

 Γράφει ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος

Δ. ΓιαννακόπουλοςΠρώτον, να αποφεύγεις να θέτεις ερωτήματα στον τίτλο, καθώς έτσι διαμορφώνεις συνθήκες ερμηνευτικής βίας που δεν είναι καλό πράγμα για την δημοκρατία ως παιδαγωγική. Και δεύτερον μην επιχειρείς την πολιτική λαθροχειρία, να μεταβάλεις σε ρυθμιστή, δηλαδή αιτιατό μηχανισμό των εκλογών κάτι άλλο από αυτό που πράγματι τις προκαλεί: η διακυβερνητική παρέμβαση της Τρόικας και η από κοινού επιτροπεία της ΕΕ, της ΕΚΤ και του ΔΝΤ, επί μιας πολιτείας που εμφανίζεται να έχει χαρακτηριστικά «failed state». Ενός κράτους, με άλλα λόγια, που έχει παραδώσει στην Τρόικα το κρίσιμο μέρος της ισχύος του, προσβάλλοντας παράλληλα την δημοκρατία στο εσωτερικό του.

Ουσιαστικά με τον ελληνικό ατομικό μηχανισμό σωτηρίας του καθεστώτος κυριαρχίας στην Ελλάδα, τί έκανες; Έθιξες σε κρίσιμο βαθμό την ισχύ του πολιτεύματος που βασίζεται στην λαϊκή κυριαρχία, έτσι όπως αυτή ορίζεται στο Σύνταγμά σου, βάλλοντας εναντίον της καρδιάς της δημοκρατίας. Ή, όπως θα έλεγε ο Noam Chomsky, μετέτρεψες την Ελλάδα σε μια οιονεί Failed State (: the abuse of Power and the assault on Democracy). Μετά από αυτό τι κάνεις; Διαχειρίζεσαι τα αποτελέσματα της προσβολής του Κράτους Δικαίου και της διάλυσης του κοινωνικού σου μοντέλου, μην μπορώντας αντικειμενικά να δομήσεις οποιοδήποτε άλλο από τα γνωστά welfare systems. Θέτεις την χώρα σε μια κυκλική κίνησης κρίσης δημοκρατίας, που εκφράζει και εκφράζεται από δραματική κρίση της Πολιτείας Ευημερίας.

Δεν το ήξερες από την αρχή; Το ήξερες, ακόμη και αν δεν έτυχε ποτέ να με διαβάσεις. Δεν έλεγε ο Γιώργος Παπανδρέου πως έχουμε την ανάγκη να κάνουμε μερικά βήμα πίσω στην δημοκρατία για να βελτιώσουμε έτσι την οικονομία μας και να ξεπεταχτούμε πάλι μπροστά ευημερούντες; Το έλεγε ο άνθρωπος, σε αντίθεση με αυτά που ισχυριζόμουν εγώ. Αλλά η πλειονότητα των ελλήνων που σκέπτεται οικονομιστικά και όχι οικονομικά, επειδή έτσι έμαθε και μαθαίνει, θεωρούσε (ορθο)λογικά αυτά που έλεγε ο κ. Παπανδρέου και σήμερα πράττει με ακόμη πιο αυταρχικό τρόπο ο κ. Σαμαράς και όχι τις δήθεν μη-ρεαλιστικές προτάσεις που άρθρωνα εγώ, πολλές από τις οποίες διατύπωναν και κάμποσοι άλλοι επίσης, από διαφορετικά μάλιστα ιδεολογικοπολιτικά πρίσματα. Κάποιοι μάλιστα χυδαίοι συμπολίτες μας είχαν το θράσος να αναγάγουν τις προτάσεις μας σε «προφητείες» και «σοφιστείες» ή «μπούρδες» βγαλμένες από κάποια σαχλοθεωρία. Ήταν «προφητεία» η γνώση επί της αρχαιολογίας και γενεαλογίας της γνώσης που παράγει ιστορικές τάξεις πραγμάτων με οικονομικούς, πολιτικούς και κοινωνικούς όρους ταυτόχρονα – και έτσι σου επιτρέπει να κάνεις βάσιμες υποθέσεις για τις εξελίξεις; Ή μήπως ήταν σαχλοθεωρία η ιστορικά επιβεβαιωμένη άποψη πως τις δομικές οικονομικές κρίσεις τις αντιμετωπίζεις με επιτυχία πολιτικά με την διεύρυνση και εμβάθυνση των δημοκρατικών θεσμών και με παράλληλη μεγέθυνση της συμμετοχής των πολιτών στις αποφάσεις;

Μην το ψάχνεις, οι δημοκρατικές πολιτικές δυνάμεις και προσωπικότητες από την δημοκρατική κοινωνία των πολιτών πολεμήθηκαν με πρωτοφανή χυδαιότητα, αλητεία και ηλιθιότητα από ένα καθεστώς Διαπλοκής και Πατρωνίας. Έφτασαν μάλιστα συμπολίτες μας μέσα στη φτώχια τους και την κακομοιριά τους να διαμαρτύρονται επειδή κάποιοι εστιάζουμε στην Διαπλοκή, λέγοντας το απίθανο: όλοι όσοι έχετε το προνόμιο να εμφανίζετε κάπου την άποψή σας, διαπλεκόμενοι θα είστε, αλλιώς πώς θα κυκλοφορούσε η άποψή σας συνοδευόμενη μάλιστα με την φάτσα σας! Δεν είναι πως αδυνατούν να εννοήσουν τον ορισμό και το πρόβλημα της Διαπλοκής, είναι πως εκφράζουν έναν σαφή φασιστικό λόγο… και σίγουρα θα ενοχληθούν αν τους αποκαλέσεις φασίστες ασχέτως πιο κόμμα υποστηρίζουν, αν υποστηρίζουν.

Φασίστας είναι εκείνος που την όποια ατομική ή ομαδική ισχύ αποδίδει στον ίδιο μηχανισμό παραγωγής: την Διαπλοκή, με την έννοια «όλοι ίδιοι είναι, μια και ποτέ δεν θα μπορούσα να φανταστώ πως υπάρχουν διαφορετικοί. Αν υπήρχαν διαφορετικοί τότε εγώ θα έπαυα αυτομάτως να είμαι ο μοναδικός διαφορετικός», συνεχίζουν, νομιμοποιώντας πολιτικά την Διαπλοκή. Και έτσι έχουμε δύο κατηγορίες φασιστών. Τους αριστερούς φασίστες που μιμούνται την διαλεκτική δικτατορικής εξουσίας του σταλινισμού, δίχως την επικάλυψη της μαρξιστικής ιδεολογίας και ηθικής και τους δεξιούς φασίστες που απλώς εμφανίζονται ως ορκισμένοι αντικομμουνιστές, ομνύοντας σε μια πανίσχυρη μονοκομματική δικτατορία πατριωτών.

Και οι δύο μορφές φασισμού μεγεθύνονται με γεωμετρική πρόοδο σε οιονεί «failed states», όπως είναι σήμερα η Ελλάδα, για να καλύψουν πολιτικά το κενό που προκαλείται από την κατάρρευση της δημοκρατικής επίφασης στην λειτουργία του κράτους. Η σχέση είναι: δομική κρίση του οικονομικού μοντέλου ανάπτυξης, κατάρρευση του κοινωνικού μοντέλου, φασισμός ή ριζοσπαστικά δημοκρατικός μετασχηματισμός ή επανάσταση κάποιας μορφής.

Μια κατηγορία πολιτών υποστηρίξαμε τον ριζοσπαστικά δημοκρατικό μετασχηματισμό στην Ελλάδα, μια άλλη την λαϊκή επανάσταση με αναρχοσυνδικαλιστικούς ή σταλινικούς όρους, μια άλλη την επανάσταση με αριστεροφασιστικούς όρους, μια άλλη την εθνική αποκατάσταση με στρατιωτικο-δεξιοφασιστικούς όρους, ενώ μια τελευταία υποστηρίζει πως η κοινωνικοοικονομική κρίση αντιμετωπίζεται με την απόλυτη νεοφιλελευθεροποίηση του κράτους και της αγοράς. Οι τελευταίοι είναι που αναπαράγουν με θαυμασμό και υπερηφάνεια την αφήγηση περί πρωτογενούς πλεονάσματος και σήμερα την αφήγηση περί (δι)εξόδου της χώρας στην χρηματαγορά.

Η αφήγησή τους αναπτύσσεται κάπως έτσι: Είμαστε στο πλευρό του πρωθυπουργού, του αντιπροέδρου του και της Διαπλοκής, στη δύσκολη μάχη που δίνουν μαζί με την ομάδα των γιατρών της Τρόικας – όπως οι ίδιοι αυτοπαρουσιάστηκαν στον ελληνικό λαό – για να μην επιτρέψουμε στην ΧΑ και άλλες εγκληματικές οργανώσεις του πολιτικού χώρου (δηλαδή τον ΣΥΡΙΖΑ) να αναλάβουν τον ρυθμιστικό ρόλο, που με ευθύνη και πατριωτισμό αναθέσαμε με επίσημο συμβόλαιο (αναθεωρημένη δανειακή σύμβαση) και επικαιροποιούμενα συμφωνητικά (μνημόνια) έναντι δόσεων στην Τρόικα. Η χώρα δεν αντέχει άλλους ρυθμιστές. Ο ρυθμιστής είναι ένας και ένας θα παραμείνει, για να παραμείνει και ο ασθενής (η χώρα) στον αναπνευστήρα. Όπως κακώς διέδιδε μέχρι σήμερα ο Γιαννακόπουλος μεταξύ άλλων ανεύθυνων «μπαρουφολόγων», οι οικονομικές κρίσεις δεν ρυθμίζονται με μεγαλύτερη δόση δημοκρατίας, αλλά με δόσεις έναντι δημοκρατίας και δοκιμαστικές εξόδους στην χρηματαγορά με τσουχτερό επιτόκιο. Αυτό δείχνει ασφαλώς κυβερνητική πρόοδο και δίνει ελπίδες στην αγορά πως ο ασθενής, αν και με δραματικά πεσμένο ΑΕΠ, παραγωγή και εσωτερική ζήτηση αποτελεί πάντα μια σταθερή ευκαιρία για υψηλό κέρδος. Και η ευκαιρία αυτή με τη σειρά της δομεί την βάσιμη ελπίδα πως ο ασθενής δεν θα αλλάξει ποτέ ρυθμιστή, μέσω του οποίου, ενώ οι έλληνες βγαίνουν από την αγορά η κυβέρνηση τους μπαίνει σε αυτήν. Αυτό είναι ζήτημα ρυθμιστή που ασφαλώς δεν θα μπορούσε να έχει σχέση με εγκληματικές προσωπικότητες και ενέργειες. Συνεπώς ρυθμιστής δεν θα μπορούσε και δεν πρέπει να είναι το πρωτογενές αμάρτημα ακροδεξιών στελεχών της κυβέρνησης, αλλά αποκλειστικά το πρωτογενές πλεόνασμα που πέτυχε η κυβέρνηση, χρησιμοποιώντας ωστόσο ως κοινωνικό άλλοθι για πολιτική νομιμοποίηση του αντικοινωνικού τρόπου που σχηματίστηκε λογιστικά αυτό το πλεόνασμα, αυτά ακριβώς τα ακροδεξιά στελέχη!!!

Εδώ μπερδεύονται οι ρυθμιστές της κυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ και γίνεται… της γενικευμένης απορρύθμισης το κάγκελο. Και το ζήτημα δεν λύνεται δίχως άμεση καταφυγή σε εκλογές ή με πραξικόπημα. Εδώ μάλλον ορθώνει το ανάστημα του ο ρυθμιστής της πολιτικής ζωής του τόπου με «τυπικό συμβόλαιο» (Τρόικα), ανώτερο ασφαλώς από το ήδη σχισμένο άτυπο «συμβόλαιο με τον λαό» των Σαμαρά-Βενιζέλου, ο οποίος (Τρόικα) μπορεί να μην σοκάρεται με κοινοβουλευτικά πραξικοπηματάκια και την προσβολή της ευρωπαϊκής νομιμότητας, αλλά δεν θα δεχόταν ποτέ να μεταβληθούμε σε Ουκρανία, την ώρα που η Ουκρανία επιχειρείται να ενταχθεί σε πρόγραμμα προσαρμογής ελληνικού τύπου!

Κάπως έτσι ούτε το πρωτογενές αμάρτημα με την διπλή του μορφή: του «ατομικού μηχανισμού σωτηρίας» και του προπατορικού αμαρτήματος της κβαντικής σύμπλεξης νεοφιλελευθέρων και φασιστών στην ίδια και την αυτή κυβέρνηση, ούτε το πρωτογενές πλεόνασμα θα μπορούσαν να κυριαρχήσουν ως ρυθμιστές των πολιτικών εξελίξεων, τις οποίες συνεχίζει να ελέγχει αυθεντικά η Τρόικα. Η Τρόικα είναι αυτή που έχει σήμερα το πρόβλημα, αλλά και το μαχαίρι! Ναι, αλλά «όποιος έχει το μαχαίρι έχει και το πεπόνι» λέει ο θυμόσοφος έλληνας. Έτσι είναι, αυτή την στιγμή τις εξελίξεις δεν ελέγχει η κυβέρνηση Σαμαρά με το κλεμμένο απ’ τα λαϊκά και μεσαία στρώματα πεπόνι που με καμάρι έχει στην μασχάλη, ούτε η ΧΑ που επιδεικνύει το μαχαίρι με την μορφή αποκαλυπτικών υποκλοπών και βιντεοσκοπήσεων που φέρεται να αποδεικνύουν την κυβερνητική συνομωσία για την υφαρπαγή της ακροδεξιάς ψήφου, αλλά η Τρόικα. Και θα συνεχίσει να τις ελέγχει, αν – μέσω άμεσης προσφυγής σε γενικές εκλογές ασφαλώς – ο ελληνικός λαός δεν επιλέξει την δημοκρατική προοπτική με την ενίσχυση των ριζοσπαστικά δημοκρατικών δυνάμεων της χώρας.

Περισσότερα

Η γενιά δίχως ταυτότητα αναζητεί ταυτότητα στον σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας…

Γράφει ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος

Δ. ΓιαννακόπουλοςΣτις γαλλικές δημοτικές εκλογές συνέβη το αναμενόμενο: το ακροδεξιό Εθνικό Μέτωπο (FN) της Μαρί Λεπέν έδειξε σημαντική δυναμική και ακόμη μεγαλύτερη ικανότητα διείσδυσης στα λαϊκά στρώματα, σχεδόν παντού όπου κατέβασε υποψηφίους. Και αυτό την ώρα που στην Λιλ, αποσπάσματα γάλλων «χρυσαυγιτών» της «γενιάς με ταυτότητα», Generation Identitaire, έκαναν έλεγχο ταυτοτήτων στα ΜΜΜ για να ανακαλύψουν ξένους «υπάνθρωπους» και «αποβράσματα» που απειλούν την τάξη και ασφάλεια στην πόλη τους.

Αποκρουστική η εικόνα, αλλά όχι πλέον πρωτότυπη και καθόλου ξένη και απόμακρη, ή ξεπερασμένη για την Ελλάδα. Η γενιά δίχως ταυτότητα στην Ευρώπη αναζητεί ταυτότητα στον ακροδεξιό σκουπιδοτενεκέ… και αυτό, για κάποιους όπως εγώ, θεωρείται πολύ φυσιολογικό πολιτικό φαινόμενο – για το οποίο προσωπικά είχα εγκαίρως προειδοποιήσει και αναλυτικά εξηγήσει τα αίτια της παραγωγής του. Η λύση που πρότεινα στο πρόβλημα του εκφασισμού – σε εθνικό ελληνικό επίπεδο, κατ’ αρχήν – με την μορφή ενός σύγχρονου Λαϊκού Μετώπου (ριζοσπαστών δημοκρατών, σοσιαλιστών κάθε μορφής, κομμουνιστών κάθε μορφής καθώς και αντιφασιστών και αντινεοφιλελευθέρων, όχι μόνον αγνοήθηκε με κυριολεκτικώς φαιδρές αιτιάσεις, αλλά υπονομεύτηκε διπλοπρόσωπα στην πράξη, ακόμη και από κάποιους αριστερούς που με ζέση την ενστερνίστηκαν αρχικώς.

Ας μην εκπλαγούμε λοιπόν αν βιώσουμε στις ερχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις στην Ελλάδα παρόμοια εμπειρία με την γαλλική και μάλιστα σε σαφώς πιο νεοναζιστική φόρμα, καθώς εδώ είναι οι νεοναζί που «καπέλωσαν» τους ρατσιστές-εθνικιστές (φυλετικός εθνικισμός) και όχι το αντίστροφο, όπως στην Γαλλία.

Απερίφραστα, μόνους υπεύθυνους για αυτή την κατάσταση δεν θεωρώ πλέον τους αμετροεπείς κεντροδεξιούς και κεντροαριστερούς, που με την σύγκλησή τους στο νεοφιλελεύθερο κέντρο και με την υιοθέτηση μιας κατάπτυστης, αντιλαϊκής και αντίθετης στην σύγκλιση των ευρωπαϊκών κοινωνιών Νεο-ηγεμονικής ευρωπαϊκής στρατηγικής (αντιπληθωρισμός, λιτότητα, πόλωση κεφαλαίου και αποφάσεων, διάλυση κοινωνικών μοντέλων και μετατροπή της εργασίας σε «συναινετική δουλεία» στην περιφέρεια, τρόικες κλπ.) τροφοδότησαν τον πλέον αρρωστημένο, συμπλεγματικό, χυδαίο και τυχοδιωκτικό εθνικισμό. Σύμφωνοι – όπως μου δόθηκε η ευκαιρία να εξηγήσω, την περίοδο που σε ταλαιπωρούσα αναγνώστη με αναλυτικά κείμενα – αυτοί, οι ηγεσίες της κεντροδεξιάς και κεντροαριστεράς, τα κυρίαρχα ΜΜΕ και η απολύτως υπνωτισμένη, βολεμένη και φοβική διανόηση που τους υποστηρίζει αμέσως ή εμμέσως, φέρουν την κύρια ευθύνη ως προς αυτή τη νέα κοινωνικοπολιτική ευρωπαϊκή τραγωδία που χαράζει.

Έχουν, ωστόσο, τεράστια ευθύνη και οι αριστερές ηγεσίες, στο βαθμό που δεν έκαναν τίποτε για να αντιδράσουν οργανωμένα πολιτικά σε αυτήν την κατάσταση, αρκούμενες στην καταγγελία φασιστικών και νεοναζιστικών συμπεριφορών, ή οργανώνοντας δυνάμεις για να τις αντιμετωπίσουν στο επίπεδο της καθημερινότητας. Προσφέροντας, έτσι, την ευκαιρία στο Νεο-ηγεμονικό καθεστώς της ΕΕ και στις κυβερνήσεις-δορυφόρους του, όπως η ελληνική, να παραμορφώνουν την πραγματικότητα που οι ίδιοι δημιούργησαν και να διαφεύγουν υπερβατικώς από αυτήν, κατασκευάζοντας παραπλανητικά την «θεωρία των δύο άκρων»!

Όχι, δεν είναι απλώς η εξασθένηση της διάκρισης αριστερά-δεξιά και η νεοφιλελεύθερη διολίσθηση των σοσιαλδημοκρατικών κυβερνητικών κομμάτων, που έδωσαν την ευκαιρία στον ακροδεξιό λαϊκισμό (: φυλετικός εθνικισμός) να αυτοπαρουσιάζεται ως η μονή δύναμη που αντιστέκεται στο κατεστημένο και έτσι να έρχονται οι ακροδεξιοί να καταλάβουν το παραδοσιακό κοινωνικοπολιτικό πεδίο αμφισβήτησης της ευρύτερης αριστεράς! Όχι, δεν φταίει μόνον η λιτότητα, η καταστροφή της μεσαίας τάξης και η ανεργία για την άνοδο του δεξιού ευρωσκεπτικισμού, του ακροδεξιού λαϊκισμού και του νεοναζισμού! Όχι δεν ευθύνεται μόνον η γερμανική ελίτ και το διεθνές τραπεζικό καθεστώς!

Ηθική ευθύνη, δηλαδή βαθύτατα πολιτική, έχουν και όσοι αριστεροί δεν μπόρεσαν και δεν εμφανίζονται ικανοί να παρακολουθήσουν την μετάβαση από την βιομηχανική εποχή στην μεταβιομηχανική, από την ευρωπαϊκή νεωτερικότητα στην μετανεωτερικότητα. Είναι αυτή η μετάβαση που προκαλεί κρίση ταυτότητας σε εμάς τους ευρωπαίους. Πολλαπλή κρίση ταυτοτήτων, ιδιαίτερα εκεί όπου παρατηρείται αναγκαστική και βίαιη αποταύτιση από τα σημαινόμενα της αγοράς, εξαιτίας της κατάρρευσης μοντέλων οικονομικής ανάπτυξης, όπως εμφατικώς συμβαίνει με το ελληνικό.

Κοιτάξτε, η ολοκληρωμένη αγορά και όχι ο σοσιαλισμός ή η σοσιαλδημοκρατία (με την κοινωνικοπολιτική της έννοια) ανέλαβε τον ρόλο να μας μεταφέρει από την μια εποχή στην άλλη. Και η αποτυχία της να το πράξει, χωρίς μείζονα ευρωπαϊκή κρίση, συνεπάγεται σοβαρή κρίση ταυτότητας για όσους υφίστανται τον αποκλεισμό ως συνέπεια του κοινωνικού μετασχηματισμού με σαφώς αντικοινωνικά κριτήρια. Απάντηση σε αυτή την κρίση ταυτότητας έρχεται να δώσει ο ακροδεξιός λαϊκισμός με την «γενιά με ταυτότητα», η οποία έρχεται να υποστηρίξει μια σαφώς ιστορικά ξεπερασμένη, φοβική, εθνικιστική, πολεμοχαρή, τραμπούκικη και μισαλλόδοξη ταυτότητα, την οποία η ίδια η ιστορία της ανθρωπότητας έχει πετάξει στα σκουπίδια. Η προπαγάνδα των ακροδεξιών δεν διακρίνεται πλέον ούτε από ίχνος επιστημολογικής ή έστω οντολογικής συνάφειας. Είναι μια ύβρις στην αρχαιολογία και την γενεαλογία της γνώσης. Είναι σκέτος παραλογισμός. Μόνον, αγαπητέ αναγνώστη, καί από το παράλογο και διαστροφικό μπορεί να γεννηθεί ταυτότητα.

Λυπάμαι, αλλά από τον μύθο του παραλόγου, μπορεί να γεννηθεί πολύ πιο εύκολα ταυτότητα και μάλιστα ισχυρότατη. Η «γενιά με ταυτότητα» κτίζει με τον πιο απλοϊκό και αποτελεσματικό τρόπο ταυτότητα: με τον παραλογισμό, το μίσος, την εκδικητικότητα, τον αφορισμό, την ξενοφοβία, τον ρατσισμό και την …απελπισία. Πρόκειται για την ταυτότητα του αμόρφωτου / ακαλλιέργητου, αρρωστημένα συμπλεγματικού, χαμένου στην αγορά «κορμιού». Αυτόν ή αυτήν που απέρριψε η αγορά, δεν προστάτευσε το κράτος και δεν υπήρχε καμία αριστερά ικανή και πρόθυμη να τον αγκαλιάσει κοινωνικώς, προσφέροντάς του παρηγοριά και ελπίδα.

Γιατί; Διότι η αριστερά την «πάτησε», εγκλωβισμένη επί πολλά χρόνια στην δικτατορία του προλεταριάτου. Όταν, ωστόσο, ξεκίνησε η μεταβιομηχανική εποχή στην Ευρώπη και το προλεταριάτο έχασε αντικειμενικά την σημασία του και έπαψε να φαντάζει σαν την μηχανή που θα κινούσε την ιστορία, τότε, σαν την μηχανή της ιστορίας, αυτή (μεγάλο μέρος της αριστεράς) είδε τους αγρότες, μετά τις γυναίκες, μετά τους φοιτητές, μετά τους gay, μετά τους πληγέντες από τον νεογερμανισμό φτωχοποιούμενους μικροαστούς του νότου, μετά … δεν ξέρω κι εγώ πλέον πια άλλη κατηγορία. Εδώ εστιάζεται το μέγα σφάλμα της αριστερής οντολογίας, το δράμα με τον δικό της τελεολογικό μύθο.

Αν η αριστερά καταλάβει πως δεν υπάρχει μηχανή της ιστορίας, μόνον και μόνον τότε θα επιστρέψει στην πολιτική, παύοντας να εμπορεύεται την επανάσταση – αυτή δεν εξαγγέλλεται, ούτε επαγγέλλεται, απλώς γίνεται, όταν γίνεται! Και αν συμβεί αυτό (επιστρέψει η αριστερά με ωριμότητα στην πολιτική) τότε θα είναι εκείνη που θα διαχειριστεί την υπόθεση των ταυτοτήτων κατά την μετάβαση στην μεταβιομηχανική και μετανεωτερική εποχή. Αν εκεί που αποτυγχάνει οφθαλμοφανώς η ολοκληρωτική αγορά, δεν παρέμβει μεταρρυθμιστικώς η αριστερά, θα κυριαρχήσει αυτονοήτως η ακροδεξιά και οι αρουραίοι που θα βγουν από τον σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας για περιπολία στους δρόμους και τις πλατείες. Ούτε αυτοί φυσικά θα είναι η μηχανή της ιστορίας, αν και δεν αποκλείεται να γίνουν η χειρότερη φάρσα της ευρωπαϊκής ιστορίας. Η αριστερά διαθέτει λύσεις για το πρόβλημα, όλες όμως θα ήταν λάθος αν βασίζονταν στην νοσταλγία και όχι στην κριτική και αδογμάτιστη προσέγγιση του παρελθόντος.

Περισσότερα

Η βαθύτερη έννοια του πρωτογενούς πλεονάσματος!…

Γράφει ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος

Δ. ΓιαννακόπουλοςΠρωτογενές πλεόνασμα, σε μια χώρα δομικού δημοσιονομικού ελλείμματος, έχεις όταν οι αστυνομικοί που αποκλείουν το Κέντρο της Αθήνας για την παρέλαση της 25ης Μαρτίου είναι περισσότεροι από τους παρελαύνοντες μαθητές.

Αν δεν συνέβαινε αυτό, τότε είτε δεν θα είχε πρωτογενές πλεόνασμα υπό της παρούσες συνθήκες ύφεσης, είτε θα βίωνες τον μύθο της ισχυρής και υπερήφανης Ελλάδας υπό διάφορες μορφές ανάπτυξης. Στην τελευταία περίπτωση, και σε συνάρτηση με την μορφή ανάπτυξης, θα είχες, ή ακόμη, δεν θα είχες παρέλαση. Αν είχες, σίγουρα δεν θα είχες ανάγκη να απασχολήσεις τόσους αστυνομικούς για «περιφρούρηση» της παρελάσεως.

Ναι, αλλά αυτό δεν είναι το ζήτημά μας με κυβερνητικούς (δεξιούς, κεντροαριστερούς και κεντροδεξιούς) όρους. Το θέμα μας είναι, ποιά θα είναι η ένδειξη πως το πρωτογενές πλεόνασμα έχει αποκτήσει βιώσιμα χαρακτηριστικά. Όταν δεις τους αστυνομικούς να προελαύνουν και τους μαθητές να περιφρουρούν την παρέλαση των αστυνομικών.

Μα γίνονται αυτά τα πράγματα; Γιατί, γίνεται να έχεις πλεόνασμα, υπό την μορφή και στο ύψος που διατάζει η τρόικα, για τα επόμενα χρόνια; Γιατί να μην γίνεται! Ναι, αλλά τότε θα είναι ο στρατός που θα περιφρουρεί την παρέλαση των αστυνομικών με τους αντιπροσώπους των μαθητών στην θέση των επισήμων. Και πού θα βρίσκονται οι επίσημοι; Σε κάποιο Κέντρο Πληροφοριών Μάχης, πού αλλού!

Τελικά, όταν βλέπεις πλεόνασμα αστυνομοκρατίας, κάτι δεν πάει καλά με το πλεόνασμα της οικονομίας σου, ή, σίγουρα, κάτι δεν θα πάει καλά στο άμεσο μέλλον. Μην φοβάσαι τον καλοζωισμένο αστυνομικό, τον στερημένο να φοβάσαι! Και τι πρέπει να φοβάσαι όταν οι στερημένοι αστυνομικοί που «περιφρουρούν» μια μαθητική παρέλευση είναι περισσότεροι από τους ευημερούντες συναδέλφους τους; Πως υπάρχει κίνδυνος να πάρουν αυτοί και όχι οι μαθητές το πλεόνασμα στα χέρια τους. Αν, ωστόσο, το πλεόνασμα δεν ανήκει στους ένστολους, τότε η Ελλάδα δεν μπορεί να ανήκει στην Δύση… ούτε καν στους έλληνες!

Είναι ζήτημα ευρωπαϊσμού και γνήσιου εθνικισμού το πλεόνασμα να ανήκει στους ένστολους και θα ήταν ιδανικό σε αυτή την περίπτωση να το διανέμουν οι ίδιοι στον φτωχό λαό – δίχως μεσάζοντες – ανάλογα με την συμπεριφορά του και την συμμετοχή του στην παρέλαση (στρατιωτική και μαθητική)! Και τότε η ρωσοφιλία μας πώς θα εκφραστεί; Κοιτάξτε, για να λάβει σάρκα και οστά η ρωσοφιλία μας θα πρέπει το πρωτογενές να μην «μεταφερθεί» στους ένστολους. Μόνον σε αυτή την περίπτωση η Πλατεία Συντάγματος θα φάνταζε Κόκκινη Πλατεία!

Άρα, το πλεόνασμα αστυνομικών στις παρελάσεις συνδέεται άμεσα με το πρωτογενές πλεόνασμα της οικονομίας-Σαμαρά και τα δύο διευρύνουν την έννοια της ανεξαρτησίας της χώρας από τον «οθωμανικό ζυγό», ενώ τοποθετούν την Ελλάδα μας, με ένα εθνικιστικό τρόπο, στην οργανική θέση του αρχικού διορισμού της: στη Δύση. Και με τα ρωσόφιλα εσώψυχά μας τί θα κάνουμε; Ελάτε τώρα, με τα χωρατά σας! Αυτά ικανοποιούνται επαρκώς με τις αντιδυτικές κορώνες κάθε νέου ρώσου αυτοκράτορα και με την επίδειξη των ανυπέρβλητων (ασφαλώς) ρωσικών οπλικών συστημάτων στις παρελάσεις! Τελικώς, η μίζα φαίνεται να περιφρουρείται καλύτερα από την παρέλαση μαθητών ή ένστολων…

Περισσότερα

Τα επιδόματα εκλογικής αναθέρμανσης και το θαύμα της Κανά…

Γράφει ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος

Δ. ΓιαννακόπουλοςΉταν επόμενο, μετά την στατιστική να υποστεί τις συνέπειες της ελληνικής κυβερνητικής διαστροφής η απλή αριθμητική. Διαβάζω για την διανομή του αντικοινωνικού μερίσματος, ενός λογιστικού και σε κάθε περίπτωση αντιπαραγωγικού «πλεονάσματος» και αναρωτιέμαι μήπως πράγματι αδικούμε την κυβέρνηση! Μήπως κακώς την εγκαλούμε για έλλειψη πολιτικής εφευρετικότητας!

Τί λέτε αγαπητοί μου, εδώ πρόκειται για το νέο Θαύμα της Κανά! Οι κύριοι Σαμαράς και Βενιζέλος ευλογούν το νερό και αυτό μετατρέπεται σε οίνο, για να μεθύσουν οι έλληνες πολίτες και να ξεχάσουν τον εφιάλτη της αντικοινωνικής και αντιπαραγωγικής παραγωγής (φάμπρικας) πλεονάσματος! Ένα μικρό μέρος εκ του απροσδιόριστου ακόμη πρωτογενούς πλεονάσματος, θα διανεμηθεί, λέει, σε ένστολους και πτωχούς άστολους με ένα θαυματουργό τρόπο, έτσι ώστε το 17% του (χ) να μετατραπεί σε τουλάχιστον 150% του (χ)!!! Αυτό προκύπτει αν οι διαδώσεις της κυβέρνησης και η σχετική, έγκυρη ασφαλώς, φημολογία από την προπαγάνδα της Διαπλοκής, μετατραπούν σε αριθμούς. Εδώ, στο κόλπο δεν είναι απλώς ο σερβιτόρος, αλλά και… η αριθμητική!

Διαμαρτύρομαι και ζητώ την προστασία της αριθμητικής, μια και για τους έλληνες πολίτες δεν θα τολμούσα ποτέ να ζητήσω σεβασμό και προστασία. Είπαμε, σταμάτησα να γράφω αναλυτικά, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως θα μετατραπώ σε σαχλό λαϊκιστή! Ο λαός δεν χρειάζεται συνηγόρους, από πολιτική και κοινωνική συνείδηση έχει ανάγκη, από επιθυμία απόκτησης συστηματοποιημένης γνώσης και εργασίας, καθώς και από απαίτηση λίγα δράμια αξιοπρέπειας… Από ένα κίνημα με βαθιά πολιτικότητα, που θα δομεί όλα αυτά, καθώς ελλείψει αυτού, όλα ετούτα είναι λέξεις δίχως εννοιολογικό περιεχόμενο!

Ελλείψει κινήματος ας αρκεστούμε στα επιδόματα εκλογικής αναθέρμανσης στο πλαίσιο του σύγχρονου Θαύματος της Κανά, που πραγματοποιείται στην πλέον θεοκρατικά συγκροτημένη οικονομία της Ευρώπης. Στην χώρα των σύγχρονων οικονομικών θαυμάτων, που σκορπίζουν σοκ και δέος στο φιλοθεάμον κοινό των ελλήνων. Ουάου, με την διανομή μερίσματος εκ του πρωτογενούς πλεονάσματος μπαίνουν οι βάσεις της ανάπτυξης στην επιχείρηση-Ελλάς! Λάθος, να το ξαναπάρω από την αρχή: Ουάου, η διανομή μερίσματος εκ του πρωτογενούς πλεονάσματος, αποτελεί αδιάψευστη απόδειξη πως εισήλθαμε στην φάση της ανάπτυξης! Μην ακούτε αυτά που λέω, πως όλα ετούτα τροφοδοτούν τον φαύλο κύκλο της κρίσης, μεγεθύνοντας την παθογένεια του κοινωνικοοικονομικού μοντέλου της Ελλάδας, σε σημείο πλήρους κατάρρευσης κράτους και αγοράς, με τους ανέργους πλέον να «τρελαίνονται»! Προφανώς, δεν γνωρίζω την επιστήμη της εθνικής οικονομίας τόσο καλά όσο εκείνοι που ποτέ δεν θέλησαν ή δεν έτυχε να εμβαθύνουν σε αυτήν, καθώς αν το έπρατταν θα έπρεπε να ξεχάσουν τα δόγματα και τα τσιτάτα της νεοφιλελεύθερης αγοράς, με την έννοια του θριάμβου της Αποκάλυψης του Ολοκληρωτικού Καπιταλισμού!

Δεν είμαστε καλά, γίνεται πιστός δίχως δόγμα; Γίνεται αναρχοκαπιταλιστής δίχως εξευτελισμό της πολιτικής θεωρίας, παράλληλα με τον εξευτελισμό της εργασίας και του Κράτους Ευημερίας και Δικαίου; Δεν γίνεται! Όπως ακριβώς δεν γίνεται το Θαύμα της Κανά, δίχως την θαυματουργική αριθμητική του σερβιτόρου μιας «ανάκαμψης» που αντιμετωπίζει το λεγόμενο, περιπαικτικά, «κοινωνικό επίδομα» σαν το «επίδομα θέρμανσης», έτσι ώστε να αναθερμανθούν οι εκλογικές σχέσεις των πολιτικάντηδων με τον πιστό σε αυτούς λαό τους.

Από το «όλα είναι οικονομία» των σύγχρονων κεντροδεξιών και κεντροαριστερών, περνάμε στο «όλα είναι ζήτημα πίστης και ελπίδας», που οδηγεί στον εξοβελισμό των απίστων και στην χειραγώγηση των πιστών, ασφαλώς, μέχρι την κάλπη. Μετά αρχίζει φυσιολογικά το λεγόμενο «ξενέρωμα» των πιστών… αλλά μέχρι τότε το Θαύμα των Θαυμάτων θα έχει επιτευχθεί: οι πελάτες-εκλογείς θα οδηγηθούν στην κάλπη μεθυσμένοι με νερό και με το σύνθημα αλληλεγγύης των οπαδών ενός ηττώμενου καθεστώτος ηγεμονίας – «το αίμα νερό δεν γίνεται»… Ούτε το νερό, κρασί, ωστόσο, φίλε μου, αν έχω καταλάβει καλά όσα έζησα και μελέτησα μέχρι σήμερα!

Θα μου πεις ίσως, αυτό είναι το πρόβλημά σου; Όχι, δεν είναι αυτό! Αυτό, ίσως, να είναι το δικό σου και το δικό μας! Το δικό μου, προσωπικά, είναι άλλο: εμένα με ταράζει η έννοια του «κοινωνικού μερίσματος»! Από αυτήν αρχίζει η πολιτική διαστροφή, η προστυχιά και το έγκλημα των νεοφιλελευθέρων, που κυβερνούν με κεντροδεξιά και κεντροαριστερή μάσκα. Σύμφωνα με αυτήν ο πολίτης από φορέας δικαιωμάτων, ανθρώπινου και κοινωνικού χαρακτήρα, μετατρέπεται σε μερισματούχο μιας πτωχευμένης επιχείρησης με την μορφή του ελληνικού κράτους, ο οποίος οφείλει να κατανοήσει πως ευλόγως θα υποστεί τις ζημίες από το «ατύχημα» της πτώχευσης, μια και «όλοι μαζί τα φάγαμε». Ένα μικρό μέρος εκ των μερισματούχων θα λάβει μια μικρή ενίσχυση, ως ελάχιστη «αποζημίωση» των απωλειών που υπέστη και ως έμμεση αναγνώριση πως αυτοί ακριβώς δεν συμμετείχαν στο μεγάλο φαγοπότι (γάμος) της προηγούμενης ευημερίας, κατά το οποίο υπήρξε υπερκατανάλωση οίνου από τους υπόλοιπους, ενώ αυτοί οι ένστολοι και πτωχοί άστολοι κατανάλωναν αποκλειστικά νερό της βρύσης!

Έ, σε αυτούς προσφέρεται τώρα το ευλογημένο νερό, που μετατράπηκε λογιστικώς στον πιο εύγευστο οίνο! Είναι στους ίδιους, που οι ίδιοι, πρόσφεραν κάποτε το «νερό του Καματερού»! «Μπαμπά, τί κάνουν όλοι αυτοί με τα μπιτόνια στην Πλατεία», ρώταγε ο νέος τον πατέρα του, τότε. «Περιμένουν να καταναλώσουν ένα ακόμη θαύμα» παιδί μου. «Πάμε σπίτι να πιούμε και εμείς λίγο θαύμα από την βρύση μας και αν νοιώσεις συμπτώματα μέθης, να ξέρεις πως θα φταίει η υπερχλωρίωση και όχι ο Θεός»! Ο πατέρας μου δεν θεωρούσε ποτέ ένοχο τον Θεό, όπως δεν θεωρούσε ένοχο τον λαό. Αυτά τα δύο είχε πάψει να τα ανακατεύει στις υποθέσεις των μετόχων! Και ξέρεις γιατί – όπως υποθέτω σήμερα μετά από πολλά χρόνια; Επειδή μάλλον αντιλαμβανόταν τη διαφορά του δικαιώματος του πολίτη από το δικαίωμα του μετόχου.

Σήμερα, στην τρισχαριτωμένη χώρα μας, ένα ολόκληρο καθεστώς ηγεμονίας μετουσιώνει θαυματουργικά (δηλαδή, πολιτικώς ταχυδακτυλουργικά) το δικαίωμα του πολίτη, σε δικαίωμα μικρομετόχου μια κάποιας πτωχευμένης επιχείρησης. Με αυτή την έννοια οι ένστολοι και άστολοι μέτοχοι που θα λάβουν το «φιλοδώρημα» θα πρέπει να αισθανθούν κάποιου είδους ικανοποίηση. Κι εγώ όταν κάποτε δούλευα ως σερβιτόρος ένοιωθα ικανοποίηση από το πουρμπουάρ! Μόνον που αυτοί δεν είναι καν βοηθοί σερβιτόρου, αλλά μάλλον ο δίσκος του σερβιτόρου, στον οποίο ο ίδιος ρίχνει λίγα ψιλά για να νοιώσουν τον αέρα της ανάπτυξης όλοι οι μέτοχοι της επιχείρησης-φρενοκομείο!

Πολύ φτηνά ξεπουλάς τα δικαιώματα για τα οποία πολλοί άλλοι έχυσαν το αίμα τους, μέτοχε! Και αυτό είναι μια αμαρτία ιστορικού μεγέθους. Θα σε γυρίσει στην χειρότερη μορφή της κατάρρευσης του ’30! Θα μου πεις, εμείς τώρα θα εξαγοράσουμε και την ιστορία με το πλεόνασμά μας, τον παρά μας! Έτσι θα ανεβάσουμε και την αξία των μετοχών του ελληνικού κράτους, κατασκευάζοντας μια νέα φούσκα!

Εδώ πράγματι με «γονάτισες», αποδεικνύοντας πόσο αδύνατος είμαι στην αντίληψη περί χρηματιστηριακής παραγωγής υπεραξίας! Έχω μείνει πίσω, συνδέοντας τα δικαιώματα με την δημοκρατία και την ευημερία, στη βάση της παραγωγικής ανάπτυξης. Είμαι οπισθοδρομικός, καθώς από τα κλασικά οικονομικά της πολιτικής οικονομίας και την μαρξιστική κριτική, πέρασα στην βιο-οικονομία, αντί να ενταχθώ στην χρηματιστηριακή αφήγηση του νεοφιλελευθερισμού που από κοινωνικό υποκείμενο σε μετατρέπει σε φαντασιακό μερισματούχο μιας μπίζνας που την αποκαλούν ελληνικό-κράτος!

Μα, για κάποιους το ελληνικό κράτος δεν ήταν ανέκαθεν μια μπίζνα; Ασφαλώς και ήταν, μόνον που σήμερα φτάσαμε οι κοινωνικές σχέσεις να ορίζονται ως επιχειρηματικές σχέσεις φαλιρισμένων εργαζομένων και εργοδοτών – και μάλιστα ισοδυνάμως!. Ο «γάμος της Κανά» στο σημερινό ελληνικό πλαίσιο, αφορά σε ένα ανίκανο για παραγωγή και αναπαραγωγή ζευγάρι. Άρα, και το «θαύμα της Κανά» δεν έχει σημασία, πέραν της προεκλογικής σκοπιμότητας.

Περισσότερα

Από την πυρηνική απειλή του Ευρώ στα συμβατικά και δανεικά…

Γράφει ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος

Δ. ΓιαννακόπουλοςΤο Ευρώ λειτουργεί σαν την ατομική βόμβα στις ευρωπαϊκές πολιτικές. Το θέλεις για να απειλείς με καταστροφή τις υπόλοιπες «πυρηνικές δυνάμεις» της ευρωζώνης, σε περίπτωση που δεχόσουν επίθεση από αυτές.

Την ίδια στιγμή το χρησιμοποιείς για να προωθείς νεοφιλελεύθερες, αντιλαϊκές, αντικοινωνικές και σαφώς αντεργατικές πολιτικές στο εσωτερικό σου. Είναι ένα όπλο για εσωτερική και εξωτερική «κατανάλωση», που υποβαθμίζει παραμορφωτικά τα συμβατικά όπλα της οικονομίας σου. Όλα αυτά υποτάσσονται στις αναγκαιότητες που προκαλεί το «πάση θυσία στο Ευρώ». Και ασφαλώς δεν φταίει το Ευρώ ως κοινό νόμισμα, αλλά η πολιτικοοικονομική τεχνολογία που συνδέεται σήμερα με αυτό.

Αν είναι έτσι και την «πυρηνική απειλή» σήμερα την λένε Ευρώ, τότε λογικό θα φαινόταν οι έλληνες κυβερνήτες να αγωνίζονταν για την παραμονή σε αυτό, όχι ασφαλώς «πάση θυσία»! Λογικό αν δεν είχες πτωχεύσει, ασφαλώς! Λογικό, αν δεν βίωνες το πυρηνικό ατύχημα, με την έκρηξη του Ευρώ μέσα στην χώρα σου, μέσα στα χέρια της οικονομίας σου, μέσα στις τράπεζές σου, μέσα στα κουρεμένα Ταμεία σου! Λογικό, αν η αποτρεπτική δύναμη του Ευρώ για υποτίμηση του νομίσματος συναλλαγών, δεν κατέληγε σε εσωτερική υποτίμηση, ακριβώς ανάλογη μιας εξωτερικής υποτίμησης, με δυσανάλογα αρνητικά αποτελέσματα μεσο-μακροπρόθεσμα στην εθνική οικονομία, στο κοινωνικό μοντέλο, στην παραγωγή και στην απασχόληση!

Λογικό θα ήταν οι συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις να υπηρετήσουν μια μορφή σεκιουριτισμού (securitization) με όπλο την πυρηνική απειλή-Ευρώ, τόσο για τον πειθαναγκασμό των δύο τρίτων της φτωχοποιούμενης κοινωνίας στο εσωτερικό, όσο και για την διαπραγμάτευση των συμφερόντων της ελληνικής διαπλεκόμενης ελίτ στο εξωτερικό, αρκεί να μην είχες παραδώσει μετά το «πυρηνικό ατύχημα» – που εσύ ο ίδιος εγκληματικώς προκάλεσες – το όπλο σου στην τρόικα (ελεεινές αναδιαρθρώσεις του δημόσιου χρέους, μετατροπή του από ιδιωτικό σε δημόσιο και σε επίσημο μέσω της δανεικής σύμβασης, η οποία με την αναθεώρησή της επισφράγισε την απώλεια του πυρηνικού σου όπλου)! Τώρα είναι σαν να ανήκεις εικονικά στο κλαμπ των πυρηνικών δυνάμεων, δίχως να μπορείς να απειλείς την σταθερότητα του διεθνούς (οικονομικού) συστήματος, για να κερδίσεις συμφέροντες όρους προσαρμογής, μέσω της διαπραγμάτευσής σου με την ευρωπαϊκή υπερδύναμη που ελέγχει το όπλο-Ευρώ, έτσι ώστε να έχεις εκλογικά οφέλη!

Ξέρεις κυβερνήτη γιατί θα κάτσεις στο εδώλιο της ιστορίας και θα βγεις μαύρος από την κάλπη; Επειδή έπαιξες άσχημα με το πυρηνικό όπλο-Ευρώ και με αλλόκοτες συμπεριφορές του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ οδηγηθήκαμε πρώτα στο ατύχημα με την εσωτερική έκρηξη – που επέφερε, φυσιολογικά, λουκέτα στην αγορά και έκρηξη της ανεργίας – και στη συνέχεια σε απώλεια του χειρισμού του όπλου, το οποίο παραδόθηκε για ασφάλεια στην τρόικα! Μετά από αυτά κατέστησες το Ευρώ από δικό σου όπλο αποτρεπτικής ισχύος, σε πυροβόλο όπλο που βρίσκεται σε επαφή με τον κρόταφο της κοινωνίας! Από πυρηνικό όπλο σε συμβατικό όπλο που σκότωσε ήδη μπόλικους έλληνες και δημοκρατικούς θεσμούς, απειλώντας να σκοτώσει στη συνέχεια και πολλούς άλλους μέσω των προαπαιτούμενων για την επόμενη δόση.

Τι θα συμβεί να δεν πάρεις την «δόση»; Αφήστε την κακόγουστη πλάκα, την δόση που αναχρηματοδοτεί το χρέος θα την πάρεις και αυτό παρότι δεν διαθέτεις πια πυρηνικό όπλο. Αν «σκάει» ξανά το Ευρώ θα φταίνε άλλοι που διαχειρίζονται συνολικά το ελληνικό οπλοστάσιο … και αυτοί προσέχουν! Ως προς εσένα, ωστόσο, το πυρηνικό σου όπλο είναι πλέον ένα πιστολάκι, που φοβίζει ελάχιστους στο εξωτερικό, αλλά ακόμη αρκετούς στο εσωτερικό. Θα το χρησιμοποιήσεις λοιπόν για να φοβίσεις, αυτούς που θα μπορούσαν να φοβηθούν περισσότερο: τους δικού σου πελάτες κυβερνήτη. Έτσι, θα πας σε εκλογές, με το πιστόλι πλέον Ευρώ στον κρόταφο των δημοσίων υπαλλήλων και όσων ακόμη αμείβονται αξιοπρεπώς στον ιδιωτικό τομέα. Θα απειλήσεις τον έλληνα καταθέτη, προβάλλοντας τον κίνδυνο ΣΥΡΙΖΑ. Έναν κίνδυνο που εσύ κατασκεύασες για να διασκεδάσεις την ανικανότητά σου να εκμεταλλευτείς το πυρηνικό σου όπλο-Ευρώ, το οποίο μέσα σε μια πενταετία εξευτέλισες, εκμηδένισες και τελικά παρέδωσες στην τρόικα γα να απαλλαγείς από την ευθύνη του… «υπεύθυνε» άρχοντα!

Είσαι εσύ κετροδεξιά-κεντροαριστερά ηγεσία που αχρήστευσες την αφήγηση ασφαλείας του ελληνικού Ευρώ: την ελληνική, πυρηνική απειλή Ευρώ! Τώρα είσαι όμηρος των επιλογών σου. Αν τραβήξεις την σκανδάλη στο πιστολάκι-Ευρώ, θα είσαι εσύ που θα αυτοκτονήσεις. Αυτοκτονήσεις, δεν αυτοκτονήσεις, θα είναι οι νεώτερες και οι αμέσως επόμενες γενιές που θα υποστούν τις συνέπειες από την ραδιενέργεια μετά την συντεταγμένη έκρηξη του πυρηνικού-Ευρώ στο εσωτερικό. Και αυτό δεν το λένε, νομίζω, ατύχημα, αλλά εγκληματική τραγωδία. Η επόμενη κυβέρνηση θα κληθεί να διαχειριστεί τις κοινωνικές συνέπειες της ραδιενέργειας… και της ραδιουργίας σας ασφαλώς!

Σημείωση: [Αγαπητέ αναγνώστη, όπως ίσως παρατήρησες, από σήμερα αλλάζει ριζικά η διαδικτυακή μας επικοινωνία, η οποία παύει να στηρίζεται στο τρίπτυχο έρευνα (αφηγηματική και μη-αφηγηματική)-ερμηνεία-πολιτική πρόταση (θέση). Αφήνω πίσω μου μια ολόκληρη σχολή διανόησης για παραγωγή πραγματιστικής και παράλληλα κονστρουκτιβιστικής γνώσης. Σταματώ να χρησιμοποιώ στην επικοινωνία μας το μοντέλο που σε γενικές γραμμές χαρακτήρισε την αφήγηση μου την τελευταία εξαετία. Κάνω αυτή την αλλαγή, για να ενδυναμώσω τον συμβολικό χαρακτήρα της προσέγγισής μου, εις βάρος της αναλυτικής δομής. Κερδίζω εντύπωση εις βάρος της ερμηνευτικής ουσίας, κινούμενος πλέον ενσυνειδήτως μεταξύ διανόησης και λαϊκισμού. Φαντάζομαι να καταφέρω να αποφύγω τον λαϊκισμό, πράγμα που διασφάλιζε μέχρι σήμερα η εμπλοκή της ερμηνευτικής στην πολιτική μου ανάλυση, η οποία είχε ασφαλώς ένα σαφώς κοινωνικοπολιτισμικό και όχι αφηρημένα οικονομικό πλαίσιο ως αναφερόμενη δομή.

Ήρθε η ώρα να «εξομολογηθώ» πως το μοντέλο που χρησιμοποίησα μέχρι σήμερα απέκτησε οντολογικά χαρακτηριστικά στη συνείδησή μου μέσω της εξάσκησής μου στον γερμανικό Αλληλεπιδραστικό ή Αλληλοδραστικό Κονστρουκτιβισμό, στο τέλος της δεκαετίας του 1970 και στις αρχές του 1980. Είναι ένα γνωστικό-ερμηνευτικό / παιδαγωγικό μοντέλο που αναπτύχτηκε μεταξύ Ρώμης-Βιέννης-Παρισιού και Βόνης την δεκαετία του ’70, επηρεασμένο σε μεγάλο βαθμό από το «κίνημα του ’68» – για να το πω απλοϊκά – και το οποίο ρίζωσε τελικά στο γερμανικό εκπαιδευτικό σύστημα. Αυτό οδηγεί αντικειμενικά στο πάντρεμα της κοινωνικής αλληλεγγύης με την ατομική ελευθερία. Η αλληλεγγύη προϋποθέτει κοινούς στόχους μεταξύ των επιμέρους παραγόντων της δράσης, οι οποίοι – για να είναι «κοινοί» – παραπέμπουν μακροχρονίως στην ισότητα των μερών. Και αυτό είναι μια θεμελιώδης σοσιαλιστική αρχή.

Μόνον που αυτήν την αρχή ο κονστρουκτιβισμός δεν την προσεγγίζει στο πλαίσιο ενός σκοπού που αγιάζει τα μέσα επίτευξής του, αλλά αντιδογματικά και υποκειμενικά με κριτήριο την μείωση της εντροπίας. Έτσι η ελευθερία δεν περιορίζεται από την ισότητα, αλλά θα μπορούσε να διευρύνεται διαρκώς παράλληλα με την ισότητα στο πλαίσιο της αλληλεγγύης, ως θεμελιώδους θεσμού της δημοκρατίας. Προσοχή, η αλληλεγγύη στην οποία αναφέρομαι δεν είναι (θεολογικού τύπου) φιλανθρωπία και τα ρέστα, ούτε έκφραση κάποιου ανθρωπισμού με ιδεαλιστικά χαρακτηριστικά, αλλά μάλλον η επιτομή της βιο-οικονομίας: μέσω αυτής η ροή του κεφαλαίου δεν αποσκοπεί στην δημιουργία αξίας δια της πρόκλησης τεχνητής ζήτησης αγαθών και υπηρεσιών (εντροπία), αλλά στην δημιουργία αξίας δια της αναπαραγωγής της βιόσφαιρας και της προστασίας του βιοτικού επιπέδου και του αστικού και φυσικού περιβάλλοντος του ανθρώπου.

Εδώ θέλει ιδιαίτερη προσοχή. Εάν την αλληλεγγύη την δεις μέσα από τα κλασικά οικονομικά της πολιτικής οικονομίας δεν πας παραπέρα από την σημερινή σοσιαλδημοκρατία. Είναι ένα σύστημα που διορθώνει την υπερσυσσώρευση (πόλωση) πολιτικής ισχύος και οικονομικής ισχύος, για να αποφευχθεί η κοινωνική σύγκρουση. Εγώ δεν εννοώ αυτό. Υποστηρίζω έναν ευρωπαϊσμό με πυρήνα την σοσιαλιστική αλληλεγγύη, η οποία παραπέμπει στην ριζοσπαστική αντίληψη των δημοκρατικών θεσμών, ή αν θέλετε στις σοσιαλ-δημοκρατικές αρχές που όρισαν τον φιλελεύθερο σοσιαλισμό από το 1870 περίπου έως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και που δόμησαν τα Λαϊκά Μέτωπα, κυρίως στην Γαλλία και Ισπανία του μεσοπολέμου. Αν μελετήσετε του θεσμούς που αυτά εισήγαγαν, μέσα σε ελάχιστη μάλιστα περίοδο διακυβέρνησης, θα καταλάβετε πως δίχως αυτά θα αγνοούσαμε σήμερα ακόμη και την έννοια «κοινωνικό και ανθρώπινο δικαίωμα»! Αυτό, με σύγχρονους όρους, αποκαλώ εισαγωγή της βιο-πολιτικής στην οικονομία και αποτελεί μια οντολογική και ίσως επιστημολογική επανάσταση για την σύνταξη μιας δημοκρατικής κοινωνικής θεωρίας και πρακτικής, με πεδίο αναφοράς την μεταβιομηχανική και μετανεωτερική Ευρώπη, αναπόσπαστο κομμάτι της οποίας θεωρώ την Ελλάδα.

Το δυστύχημα είναι πως ο Αλληλοδραστικός Κονστρουκτιβισμός (μου) ως παιδαγωγικό μοντέλο και παραγωγός πολιτικής συνείδησης (βιο-οικονομικός πραγματισμός ή κονστρουκτιβιστικός πραγματισμός), που διαπερνά το σύγχρονο γερμανικό εκπαιδευτικό σύστημα, ελάχιστη μόνον σχέση εμφανίζεται να έχει με την σημερινή γερμανική πολιτική στην ΕΕ. Η Γερμανική κυβέρνηση κεντροδεξιών και κεντροαριστερών βιώνει μια φοβερή αντίθεση, υποτασσόμενη σε μια νεορεαλιστική, φοβική και καιροσκοπική αντίληψη, η οποία σεκιουριτοποιεί τις ευρωπαϊκές πολιτικές με όπλο το Ευρώ και στο πλαίσιο της ΟΝΕ, δίχως μάλιστα ολοκληρωμένους οικονομικούς θεσμούς για αυτόματη εξισορρόπηση της πόλωσης κεφαλαίου και των κοινωνικοοικονομικών συνεπειών που αυτή προκαλεί στις χώρες της λιγότερο ανταγωνιστικής περιφέρειας.

Αυτό είναι μάλλον αντίθετο στον Αλληλοδραστικό Κονστρουκτιβισμό που διδάσκονται οι ίδιοι οι γερμανοί και απολύτως αντίθετο σε οποιαδήποτε λογική σύγκλησης και ουσιαστικής αλληλεγγύης στο πλαίσιο της ΕΕ. Είναι μια ισχυρά εντροπική διαδικασία που υπονομεύει την επιχείρηση δημοκρατικής-πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης, ενώ την ίδια ώρα και διαλεκτικά θα μπορούσε να ειδωθεί σαν μια επιχείρηση που θα μπορούσε να καταστήσει την «Ομοσπονδιακή Ευρώπη» μονόδρομο! Μην απορείτε για το παράδοξο, αυτό θα μπορούσε να συμβεί στο βαθμό που επικρατήσουν αριστερές φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις σε αυτήν, εκφράζοντας δυναμικά και συντονισμένα μια στρατηγική εναλλακτικής ηγεμονίας, που θα αντιπαλεύει τον νεο-ηγεμονισμό (αντιπληθωρισμός, λιτότητα, πόλωση του κεφαλαίου, μονοπωλιακή συγκέντρωση), δια ενός ριζοσπαστικά σοσιαλδημοκρατικού πανευρωπαϊκού προγράμματος αριστερής μεταρρύθμισης. Αυτό και μόνον αυτό θα ήταν το προαπαιτούμενο για να περάσουμε από το διακυβερνητικό μοντέλο, που βασίζεται στην ρύθμιση της αγοράς και των δημοσιονομικών σύμφωνα με την συναίνεση που επιτυγχάνουν οι τραπεζίτες με την γερμανική κυβέρνηση, σε ένα αποκεντρωμένο ομοσπονδιακό μοντέλο που συμφέρει αναμφίβολα τον ελληνικό λαό].

Περισσότερα

Ω, εσύ Διαπλοκή, πόσους ανθρώπους και χρήμα ξοδεύεις για να μην σε βλέπουμε!…

Γράφει ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος

Δ. ΓιαννακόπουλοςΦίλε αναγνώστη, βιώνω ένα παρατεταμένο, πολιτισμικό «σοκ και δέος», παρακολουθώντας την επικοινωνιακή διαχείριση της κρίσης στην Ελλάδα.

Μην την απομονώνεις στα παλαιά ΜΜΕ και στα Νέα-ΜΜΕ, σου μιλώ για μια γενικευμένη κρίση του πολιτικού φαινομένου στον τρόπο μας, για μια ουσιώδη κρίση της πολιτισμικής οντότητας ημών των ελλήνων.

Πρόκειται για εξαγωγή της κρίσης της Διαπλοκής στην ευρύτερη κοινωνία. Ω, εσύ Διαπλοκή, πόσους ανθρώπους και χρήμα ξοδεύεις για να μην σε βλέπουμε!

Ω, εσύ έλληνα, πόσο χρόνο και μυαλό ξοδεύεις για να αποφύγεις να δεις τον εαυτό σου μέσα από τον κοινωνικό καθρέφτη! Ο Καραγκιόζης από το θέατρο σκιών μεταβλήθηκε πλέον σε σκιά σου! Είναι η σκιά του εαυτού σου και θα ήταν ανέντιμο να μην στο πω!

Η εικονική, φαντασιακή ελληνική κοινωνία και τα άτομα που την απαρτίζουν, συνθέτουν πλέον, μέσω των παλαιών και νέων ΜΜΕ, μια Αντι-αφήγηση, μια απολύτως διασκεδαστική της πραγματικότητας σημειολογία, απαλλαγμένη από την ιστορία της πολιτικής οικονομίας και την ίδια την πολιτική ιστορία του ελληνικού κράτους και των θεσμών του. Πρόκειται για μια υπερβατική της πολιτικής σημειολογία, χωρίς ιστορική γνώση, ιστορική συνείδηση και αντίληψη της ψυχοδομής, που δεν είναι τίποτα άλλο παρά η συγκυριακή έκφραση των αφηγηματικών και μη-αφηγηματικών (στενά παραγωγικών σχέσεων) αποκρυσταλλώσεων, στο πλαίσιο του γενικού πολιτισμού της χώρας.

Η Διαπλοκή παράγει πλέον Αντι-αφήγηση, μια και ο μύθος περί ισχυρής Ελλάδας που καλλιεργείτο από αυτήν μέσω της αφήγησης περί ευρωπαϊσμού, σύγκλισης και «συναίνεσης στο κέντρο» έσβησε μέσα στο ναυάγιο κράτους και αγοράς. Η κυρίαρχη αφήγηση μιας ολόκληρης εποχής (από το 1974 μέχρι τις μέρες μας) μεταβλήθηκε αντικειμενικά πλέον σε μυθιστόρημα, που κανείς δεν έχει διάθεση να αγοράσει και να διαβάσει, ταυτιζόμενος με ρόλους ηρώων του. Ένα ανιαρό μυθιστόρημα, ένα αλλόκοτο, στενάχωρο κινηματογραφικό έργο, ένα παραμορφωμένο, δραματικά φθαρμένο, έργο ζωγραφικής της Αναγέννησης… ένα ανέκδοτο.

Ναι, φίλε αναγνώστη, η κυρίαρχη αφήγηση του καθεστώτος ηγεμονίας στην Ελλάδα μεταβλήθηκε σε άνοστο ανέκδοτο, γι’ αυτό εγκαταλείπεται από την Διαπλοκή, αντικαθιστάμενη από μια Αντι-αφήγηση σαν και αυτήν που δοκιμάζει να αρθρώσει το «ποτάμι», η «ελιά» και άλλοι φορείς της αντι-πολιτικής και που με σαφήνεια διατύπωσαν οι «58» κατασκευαστές μιας φάρσας του παλαιού κέντρου.

Σε αυτή την Αντι-αφήγηση εγκλωβίζεται σήμερα ολόκληρη η ελληνική κοινωνία. Αυτό είναι το πολιτικό κενό, για το οποίο σου έγραφα και που σε προειδοποιούσα να αποφύγεις να πέσεις μέσα του. Σαν πέσεις μέσα σε αυτό χάθηκες, καθώς παύεις να έχεις συνείδηση της πολιτικότητας του εαυτού σου και του ίδιου του κενού μέσα στο οποίο στροβιλίζεσαι και βολοδέρνεις. Γίνεσαι εσύ ο ίδιος ένα ΑΝΤΙ- … ένα συμπλεγματικό, φοβικό, βάρβαρο Αντι- σε όλα και όλους που μιλούν την γλώσσα της πολιτικής οικονομίας, ή οποιαδήποτε άλλη γλώσσα με κάποια μεθοδολογική συνέπεια. Μετατρέπεσαι σε υβριστή της αρχαιολογίας και γενεαλογίας της γνώσης, καθώς θεωρείς πως αυτές είναι οι αιτίες της νέας τάξης πραγμάτων στην Ελλάδα που σε αποδιοργανώνει!

Στο πολιτικό κενό αναζητείς τώρα την σωτηρία σου, αρνούμενος στην πραγματικότητα τις αντικειμενικότητες που σε ορίζουν ως πολίτη. Αν σκύψεις σε αυτές, τότε αναγκαστικά θα αναζητήσεις την άρθρωση ενός πολιτικού λόγου με ιδεολογικές συντεταγμένες, στη θέση του άναρθρου πολιτικώς, απαγγελτικού λόγου διαμαρτυρίας και δυσφορίας που προαγάγει και διαφημίζει η Διαπλοκή. Το Αντι- δεν είναι για πολύ, είναι για λίγο και για πολλούς, μέχρι να ξαναποκτήσει η Διαπλοκή γερές βάσεις αναπαραγωγής και την ικανότητα να διαμορφώνει αυτή κυριαρχικά το πολιτικό σύστημα και τις οικονομικές σχέσεις στην πατρίδα μας.

Η Αντι-αφήγηση που είδα σήμερα το πρωί να δοξάζεται, ρίχνοντας μια ματιά στον Κυριακάτικο Τύπο, δεν είναι προφανώς μια εναλλακτική αφήγηση, όπως επιχειρείται από την Διαπλοκή να εμφανιστεί. Δεν πρόκειται ούτε για μία Αντι-ηγεμονική αφήγηση, ούτε για μια εναλλακτική ηγεμονική αφήγηση. Είναι μία επικοινωνιακή κομπίνα, μία πολιτική διαστροφή, που διαμορφώνει ένα λυτρωτικό πέπλο άγνοιας για τον έλληνα πολίτη, έτσι ώστε να διασκεδαστεί η ουσιαστική ηγεμονική διάσταση των ελληνικών πολιτικών και αυτής καθ’ εαυτής της κρίσης που διέρχεται η χώρα. Μόνον που αυτή η «κομπίνα» φέρνει την ίδια την Διαπλοκή μέσα στο αφηγηματικό κενό που η ίδια δημιουργεί στην συγκυρία, εντός του οποίου θα διαλυθεί την αμέσως επόμενη περίοδο, με αντικειμενικούς όρους.

Η Αντι-αφήγηση που προωθεί η Διαπλοκή είναι ο θάνατός της στο άμεσο μέλλον. Το ότι δεν είναι ικανοί οι άνθρωποι της Διαπλοκής να αντιληφθούν αυτή την σοβαρή απειλή για τον εαυτό τους, δείχνει την κενότητά τους, την έλλειψη σοβαρής εμπειρικής και θεωρητικής υποδομής τους και το τυχοδιωκτικό του χαρακτήρα τους. Χρέος και ευθύνη όσων αντιλαμβάνονται την ουσιαστική πολιτική διάσταση της συγκυριακής Αντι-αφήγησης, που συνιστά την προπαγάνδα ολόκληρου πλέον του χώρου της λεγόμενης κεντροδεξιάς και κεντροαριστεράς, είναι να εγκαταλείψουν οι ίδιοι εντελώς το Αντι- στην άρθρωση της δικής τους αφήγησης. Πιο στενά, να εγκαταλείψουν εντελώς τον λαϊκισμό. Όσοι δεν το θέλουν και δεν το μπορούν θα βρεθούν τις επόμενες ημέρες, εβδομάδες και λίγους μήνες, ενώπιον μεγάλων εκπλήξεων. Η Αντι-αφήγηση της Διαπλοκής θα απορροφήσει μ’ έναν μαγικό τρόπο και τους ίδιους!…

Περισσότερα

Ουάου καταστάσεις, δίχως πλέον ουάου εργαζόμενους και πολίτες…

Γράφει ο Δημήτρης Α. Γιαννακόπουλος

Δ. ΓιαννακόπουλοςΌταν από την οικονομία της αγοράς (οικονομικός φιλελευθερισμός) περνάς στην κοινωνία της αγοράς (νεοφιλελευθερισμός), μια ήδη διαταραγμένη, κατακερματισμένη ζωή μετατρέπεται σε καθημερινή διαστροφή, βασισμένη σε μια εικονική πραγματικότητα. Στον νεοφιλελευθερισμό η εργασία παύει να είναι ένα ιδιαίτερο εμπόρευμα (οικονομικός φιλελευθερισμός) αυξημένης προστασίας και μετατρέπεται σε χύμα εμπόρευμα ο ίδιος ο εργαζόμενος. Και τα εμπορεύματα, αγαπητέ αναγνώστη, δεν έχουν δίκιο ή άδικο, ούτε ηθική τιμή, αλλά αποκλειστικά κάποια οικονομική τιμή.

Εδώ, ο εργαζόμενος δεν έχει πλέον την παραμικρή ισχύ, εξουσία (power) και στην ουσία της παραγωγικής διαδικασίας παύει να εμφανίζεται και να γίνεται αποδεκτός ως παράγοντας παραγωγής κέρδους. Τώρα ως παράγοντας εμφανίζεται παραμορφωτικά, αποκλειστικά το κεφαλαιοκρατικό περιβάλλον, το όποιο περιβάλλον, ως μια ευαίσθητη, σοφή και λειτουργική, αν και απολύτως μυθική και αόριστη προσωπικότητα που αναγνωρίζει «power» αποκλειστικά στον και για τον εαυτό της, ο οποίος εκπροσωπείται από κάποιο διευθυντήριο. [Δοκίμασε ως εργαζόμενος, ακόμη και ως διευθυντής να άρθρωσης με αυθεντικό τρόπο «power»… αν θέλεις να απολυθείς, ή να εξαναγκαστείς σε παραίτηση. Αν είσαι πράγματι ισχυρός, η επιχείρηση θα εξαγοράσει την παραίτηση σου! Τώρα εξαγοράζει παραιτήσεις και το κράτος! Ουάου, ιδού ο νεοφιλελευθερισμός, που διδάσκει τα παιδιά τα αντίθετα από αυτά που (δια)πράττει, σαν τις ηγεσίες κάποιων εκκλησιών]. Εδώ πλέον η κοινωνικοοικονομική δομή αποκτά θεϊκά χαρακτηριστικά και ως τέτοια αναγνωρίζει μόνον την πίστη, την θυσία, το λειτουργικό του εκκλησιάσματος της αγοράς και την καρτερία, με την έννοια της άνευ όρων υποταγής των εργαζομένων. Η εργασία από δικαίωμα μετατρέπεται σε προνόμιο και στη συνέχεια μυθοποιείται κοινωνικά, ενώ απαξιώνεται οικονομικά… φυσιολογικά!

Ο νεοφιλελευθερισμός, λοιπόν, είναι ο απόλυτος απανθρωπισμός. Είναι το καθεστώς όπου η έννοια της αλλοτρίωσης του Μαρξ, εμφανίζεται πολύ αδύναμη για να ορίσει την πραγματικότητα των νεοφιλελεύθερων κοινωνιών. Ο Μαρξ, αν ζούσε σήμερα, θα ξεκινούσε από την αρχή τη «γενική του θεωρία». Αυτό που βιώνουμε δεν έχει σχέση με τον «καταραμένο» – για εμάς τους αριστερούς – οικονομικό φιλελευθερισμό του περασμένου αιώνα. Πρόκειται για την άρνησή του, πρόκειται για την κατάργηση του φιλελευθερισμού στην πράξη. Πρόκειται, ας πούμε παραστατικά, για μια σταλινικού ή ναζιστικού χαρακτήρα ολοκλήρωση της αγοράς, όπου ο εργαζόμενος από γρανάζι της παραγωγής μετατρέπεται σε λιπαντικό μέσο αυτής και ρευστοποιείται ως προσωπικότητα.

Είμαι εργαζόμενος και δεν έχει σημασία, παρότι η ιδιωτική επιχείρηση με κολακεύει διαρκώς ως άτομο: «Εσύ είσαι η επιχείρηση», μου λέει, και εγώ καμαρώνω ο ηλίθιος! Τα κατάφερα, είμαι επιτυχημένος, είμαι με τους νικητές και όχι με τους ηττημένους! Εγώ, ξεπέρασα την ανθρώπινη φύση μου, που με ταλαιπωρούσε με οπισθοδρομικές ανάγκες, είμαι πλέον πολύτιμος, μια ολόκληρη επιχείρηση με ανθρώπινα μέλη (χέρια, πόδια και τα υπόλοιπα)! Και ως Εαυτός-επιχείρηση συναλλάσσομαι με τον κόσμο των επιχειρήσεων, εντασσόμενος, δηλαδή παραδιδόμενος, σε μια μεγαλύτερη επιχειρηματική δομή. Αυτή ξέρει το καλό μου! Δεν θα κλείσει ποτέ, μια και είναι έξυπνη μπίζνα, αλλά κι αν πτωχεύσει δεν θα φταίει αυτή, θα φταίει το κράτος που δεν ολοκληρώθηκε ως αγορά και διατηρεί ακόμη κάποιους δημοσίους υπαλλήλους!!! Άρα, εγώ, ο άνεργος πλέον, ξέρω ποιος είναι ο εχθρός μου: το κράτος των δημοσίων υπαλλήλων, που επιμένουν, τα καθάρματα, να διεκδικούν δικαιώματα! Αυτοί οι οπισθοδρομικοί φταίνε που έμεινε άνεργος ο Εαυτός-επιχείρησή μου!

Κάτι ανάλογο, ωστόσο λέει και το κράτος-επιχείρηση του νεοφιλελευθερισμού στον εργαζόμενο-πολίτη: «Εσύ είσαι το κράτος»! Ένα κράτος δίχως πολίτη (δημοκρατικά δικαιώματα), μια επιχείρηση δίχως εργαζόμενο (δικαιώματα). Ένας κόσμος «επιχειρηματιών», αποκλειστικά «επιχειρηματιών», όπου εξαφανίζεται καί ο εργαζόμενος καί ο πολίτης – ως ουσίες, οντολογίες, παράγοντες ισχύος. Άρα, δεν έχει νόημα ο άνεργος, ούτε δημοκρατική ουσία ο πολίτης. Σε πολύ λίγο δεν θα έχει, φίλε μου! Και εσύ μου μιλάς για επανάσταση α λα Λένιν και ο άλλος μιλά για εθνικοσοσιαλισμό και τα ρέστα! Είστε μακριά νυχτωμένοι και με το συμπάθιο! Διάβασα τις προάλλες ένα καινούργιο βιβλίο γυμνασίου για τους μαθητές στη Σουηδία και κατάλαβα μέσα σε μια παράγραφο, όσα δεν θα καταλάβει κάποιος διαβάζοντας όλα τα έντυπα της αριστεράς! Η επιχειρηματικότητα οριζόταν έξω από το πλαίσιο της οικονομίας, δίχως όρους της αγοράς, αλλά ταυτιζόταν πρόστυχα και πονηρά με την κοινωνικότητα. Αυτό είναι το τέλος όχι της έννοιας της ισότητας, αλλά το τέλος της ελευθερίας ως δικαίωμα. Ζούμε το τέλος του φιλελευθερισμού και όχι το τέλος του οποιουδήποτε σοσιαλισμού! Ο νεοφιλελευθερισμός υπονομεύει δραματικά τον φιλελευθερισμό και όχι τον σοσιαλισμό. Με τον δεύτερο «καθάρισε» τον περασμένο αιώνα, τώρα δολοφονεί τον φιλελευθερισμό, που, στην ουσία – οντολογικά – φοβόταν πάντα περισσότερο, η κάθε ολοκληρωτικού χαρακτήρα ηγεμονία. Και η παγκοσμιοποίηση του νεοφιλελευθερισμού είναι πράγματι το αυταρχικότερο και πιο απάνθρωπο καθεστώς ολοκληρωτισμού, δίχως αμφιβολία.

Αυτό έμαθα από τον χώρο των επιχειρήσεων και όχι από τον χορό μου με τις επιστήμες της πολιτικής, της εθνικής οικονομίας, των διεθνών πολιτικών, και της διοίκησης (ηγεσίας). Και αυτό δεν αφορά μόνον στην Ελλάδα, αφορά σε όλες σχεδόν τις αναπτυγμένες χώρες, τις οποίες θα μπορούσαμε να ορίσουμε ως κοινωνίες της αγοράς. Αφορά ακόμη και σε χώρες όπως η Γερμανία, όπου για πολλούς και σύνθετους λόγους η ζωή σημαντικού μέρους του πληθυσμού δεν κανονίζεται αυτόματα από την αγορά. Εκεί υπάρχουν αντιστάσεις, αλλά μάλλον στο κάτω και στο άνω άκρο της αγοράς (σε αυτούς που δεν αγωνίζονται για την καριέρα τους και σε εκείνους που δεν ζουν (δεν νομιμοποιούν κοινωνικοπολιτικά την καθημερινότητά τους) για να δουλεύουν ή/και να ψωνίζουν. Το ίδιο παρατηρώ να συμβαίνει στην Σουηδία, μόνον που εδώ ο νεοφιλελευθερισμός έχει διαβρώσει σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό ανθρώπους κάτω των πενήντα: τους έχει τρελάνει, τους έχει κάνει νευρωτικούς και δραματικά αντιπαραγωγικούς, με την έννοια της έλλειψης δημιουργικότητας, με την έννοια της παρέμβασης στις δομές και όχι ασφαλώς με εκείνη της παρέμβασης για την δημιουργία προπαγανδιστικής εντύπωσης.

Αυτά τα χάλια παρατηρούσα και στην Ελλάδα με ορόσημο το 1990. Έβλεπες, πλησιάζοντας το 2000, να επικρατεί μια απολύτως χαζοχαρούμενη κουλτούρα στις επιχειρήσεις του ευρύτερου τομέα των υπηρεσιών. Ξετρελαμένα «κορίτσια» και «αγόρια» (στα τριάντα τους ή ακόμη και στα σαράντα τους), που ζούσαν τον μύθο τους στην αγορά, μιμούμενα χολιγουντιανές συμπεριφορές και διαμορφώνοντας αποκρουστικές, αντικοινωνικές στάσεις αγοραίου εγωτισμού. Μόστρα, πόζα, lifestyle και κούνημα, αλλά από ουσία μηδέν! «Ουάου, ουάου… ουάου»! Ήταν – και είναι – η γενιά του ουάου, η γενιά μιας κραυγής, αντί της ανθρώπινης φωνής και του λόγου, η άναρθρη γενιά του κουτσομπολιού και της περιπτωσιολογίας. Η πρώτη ουσιαστικά γενιά του νεοφιλελευθερισμού. Η γενιά που είχε – και έχει – χάσει την επαφή με τις αισθήσεις της, βιώνοντας την καθημερινότητά της με την εικονική προέκταση των αισθήσεών της και με τις αγοραίες παραισθήσεις της.

Η κατάσταση αυτή επιδεινώθηκε δραματικά τα επόμενα χρόνια, μέχρι την στιγμή της κατάρρευσης του κράτους και του μύθου της αγοράς στην Ελλάδα: την έναρξη της διαδικασίας πτώχευσης και φτωχοποίησης με εσωτερική υποτίμηση – με το ξεφούσκωμα δηλαδή της αγοράς, που εξαιτίας του νεοφιλελεύθερου μοντέλου κατέληγε (συνεπαγόταν) το «ξεφούσκωμα» της ίδιας της κοινωνίας, με τραυματικές επιδράσεις στο υπερφίαλο Εγώ των «παιδιών»-στελεχών της αγοράς, πολλά εκ των οποίων σήμερα βρίσκονται εκτός αγοράς, ή ανήμπορα να υπηρετήσουν τον χολιγουντιανικό τους μύθο εντός αυτής – της διαρκώς υποβαθμιζόμενης ελληνικής αγοράς. Θυμάμαι την αίσθηση που απεκόμιζα μετά από συνεργασίες μου, ως σύμβουλος στρατηγικού σχεδιασμού και επικοινωνίας, με τα ανώριμα αυτά «παιδιά» του «Ουάου- νεοφιλελευθερισμού» που είχαν τοποθετηθεί μαζικά στην ηγεσία μεγάλων και «υπερ-μοντέρνων» ελληνικών επιχειρήσεων. Επέστρεφα σπίτι «άδειος»!

Κάποτε «έπιασα» έναν θεσσαλονικιό, σημαντικό επιχειρηματία, με μια επιχείρηση «κόσμημα» από το 1992 έως το 2008-10, στα νεόδμητα, «φανταχτερά», κεντρικά του γραφεία στο Μαρούσι και του είπα: «Να με συγχωρείς, αλλά δεν κάνατε καλά που εκκαθαρίσατε την παλαιά γενιά, κάνοντας γενικούς διευθυντές και διευθυντές τριαντάρηδες. Έπρεπε να φτιάξετε ένα μίγμα παλαιών-νέων και να περάσετε τους τριαντάρηδες πιο αργά στη ηγεσία, έτσι ώστε να προλάβουν να ωριμάσουν διοικητικά προηγουμένως. Είναι εκπαιδευμένα παιδιά, αλλά νομίζω πως απλώς κάνουν ότι καταλαβαίνουν τί τους λες, ενώ στην πραγματικότητα καταλαβαίνουν ελάχιστα και είναι ικανοί να πράξουν ακόμη πιο λίγα. Είναι πολύ «ουάου»! Σπαταλούν χρόνο και χρήμα, κατασκευάζοντας εικόνα, με προδιαγραφές δέους, εις βάρος της ουσίας, του βάθους της ανάπτυξής σας»! Με διέκοψε με χαμόγελο: «Αυτό θέλουμε σήμερα, σε αυτή τη φάση. Αυτό κάνουν όλοι όσοι τρέχουν στην αγορά και επεκτείνονται και απορώ πως δεν το καταλαβαίνεις εσύ», μου είπε.

Το καταλάβαινα, αλλά έβλεπα την τραγωδία πίσω από αυτό. Κάτι που διαπιστώνω, αναγνώστη μου, να ταλαιπωρεί την σημερινή ανάπτυξη και σε άλλες προηγμένες ευρωπαϊκές κοινωνίες, οι οποίες – θα σας φανεί ίσως περίεργο – ενώ εμφανίζονται ως μοντέλα που θέλουν να ακολουθήσουν κεντροδεξιοί και κεντροαριστεροί έλληνες, ως αγορές (κουλτούρα και πρακτικές) βρίσκονται σήμερα εκεί όπου βρισκόταν η Ελλάδα κατά το 2000-2004! Εννοώ στο επίπεδο της εξιδανικευμένης γενικής επιχειρηματικής και διοικητικής κουλτούρας (: τάσης), ασφαλώς, της περιόδου εκείνης.

Κοιτάξτε, θα σας περιγράψω το δράμα της νεοφιλελεύθερης αντίληψης της διοίκησης – στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα αδιακρίτως – που πλέον συμπίπτει παραμορφωτικά με την επιχειρηματικότητα, ταυτίζοντας την κοινωνία με την αγορά, με δύο κουβέντες: Η νέα γενιά της διοίκησης που κυριολεκτικώς εκτοξεύτηκε από τα θρανία σε ηγετικά πόστα στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα πολλών χωρών της ΕΕ, είναι η γενιά της εικόνας και όχι η γενιά των εννοιών. Σκέφτεται και αποφασίζει με λέξεις και εικόνες που εμφανίζονται να έχουν σημαντική καταναλωτική αξία (είναι προϊόντα μάρκετινγκ) συγκυριακά, ενώ λατρεύει την στατιστική που προσφέρει (δομεί) ελκυστική και προχωρημένη τεχνολογικά εικόνα και όχι την στατιστική που αναπροσδιορίζει διαρκώς τις μεταβλητές, αλλάζοντας τα κριτήρια στις ποιοτικές προσεγγίσεις, για να τα προσαρμόσει στην κοινωνικά μεταβαλλόμενη πραγματικότητα.

Υπάρχει ζήτημα κανονικότητας σε αυτήν τη νεοφιλελεύθερη αντιληπτική δομή των «παιδιών» του νεοφιλελευθερισμού, που τους αρέσει να αυτοπροσδιορίζονται ως οι σύγχρονοι άνθρωποι της αγοράς. Τι σημαίνει αυτό; Κατασκευάζουν τις προτάσεις τους ανάποδα: δεν έχουν μάθει να παράγουν έννοιες μέσω σαφώς προσδιορισμένων μεθοδολογικά αφηγήσεων, αλλά μέσω του εικονογράμματος λέξεων που «ψωνίζουν» στην αγορά – και στην αγορά της θεωρίας που έχει δημιουργηθεί από τα μέσα του 1990 στην Ευρώπη – όπως ψωνίζουν καταναλωτικά αγαθά, που στολίζουν την αναφερόμενη ταυτότητά τους. Σκέφτονται με λέξεις-εικόνες που καταναλώνουν σαν τα παπούτσια τους και τα αξεσουάρ της ένδυσής τους. Τις χρησιμοποιούν σήμερα με επιδεικτική μανία, για να τις πετάξουν, απορρίπτοντάς τες ως ντεμοντέ, αύριο. Έτσι οι λέξεις τους δεν αποκτούν νόημα μέσα από τις προτάσεις τους, αλλά οι προτάσεις τους νόημα από τις λέξεις-εμπορικές εικόνες τους!

Πρόκειται για το τέλος του πολιτισμού που δομείται μέσω μιας γνωστικής διαδικασίας, η οποία χαρακτηρίζεται από την αρχαιολογία και την γενεαλογία των εννοιών, ως πολιτικά προϊόντα που ορίζουν τάξεις πραγμάτων. Πρόκειται για το τέλος της οντολογίας και της επιστημολογίας για την δόμηση της ανθρώπινης γνώσης και συμπεριφοράς. Δεν υπερβάλω, πρόκειται για την αντιμετώπιση, από τον νεοφιλελεύθερο, του εξωτερικού χάους, μέσω της μετατροπής του σε εσωτερικό χάος, το οποίο ρυθμίζεται δια μιας εικονικής διαδικασίας φυγής από την πραγματικότητα της παραγωγής και των εργασιακών σχέσεων. Κάποια στιγμή, ζώντας σε ένα τέτοιο νεοφιλελεύθερο κατασκεύασμα του «Ουάου», έφτασε στο σπίτι μας η γυναίκα μου λέγοντας: «βίωσα ένα πολιτισμικό σοκ». Ο νεοφιλελευθερισμός αποτελεί, πράγματι, ένα πολιτισμικό σοκ για όσους δεν αισθάνονται δέος με την Ανάληψή τους στους Ουρανούς της ολοκληρωτικής αγοράς, που αναπαριστά ολοκληρωτικές συμπροφορές, εμφανιζόμενος μάλιστα να αποστρέφεται τον ολοκληρωτισμό σαν λέξη, ενώ υπηρετεί ως έννοια!!! Και είναι σοκ, όχι διότι θίγεται η ισότητα μας και η σοσιαλιστική ουτοπία μας, αλλά τα βασικά συστατικά της ελευθερίας μας. Αυτή η ίδια η έννοια της κανονικότητας της ζωής μας ως χαλαρός έστω δημοκρατικός θεσμός.

Εδώ πλέον δεν υπάρχει κανονική, ανθρώπινη ζωή, έτσι όπως ορίστηκε στα καπιταλιστικά ή σοσιαλιστικά καθεστώτα της δημοκρατικής απόπειρας για οργάνωση των κοινωνικών σχέσεων. Και αυτό επειδή, όπως ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» του προηγούμενου αιώνα διέσυρε την σοσιαλιστική ιδέα, έτσι αντίστοιχα σήμερα, ο νεοφιλελευθερισμός διασύρει την φιλελεύθερη ιδέα. Κάπως έτσι ένας έλληνας σολιάζει στο «Βήμα», αναφερόμενος στον κυβερνητικό τραγέλαφο της ελληνικής κρίσης: «Στο τέλος ο Λαός θα αυτορυθμιστεί από μόνος του και θα αδιαφορήσει εντελώς για κάθε πολιτικό θέμα. Θα πληρώνει μόνο για τα προς το ζην και θα ζει την κάθε μέρα σαν να είναι η τελευταία του. Είμαστε πλέον στη φάση της απάθειας και της κόκκινης γραμμής. Η ζωή είναι πιο δυνατή από κάθε άλλο θέμα για να την σπαταλάμε ασχολούμενοι με τον κάθε κούφιο, ανόητο και ατσαλάκωτο γραφειοκράτη γηγενή ή ξένο. Με ανθρώπους ανέραστους, άοσμους, άχρωμους που μάλλον έχουν πεθάνει προ πολλού και απλά δεν το έχουν πάρει χαμπάρι». Καταλάβατε ανόητοι κεντροδεξιοί και κεντροαριστεροί, μύστες της «θρησκείας του νεοφιλελευθερισμού» πού οδηγείτε τα πράγματα στην Ελλάδα; Σε «Ουάου» καταστάσεις, δίχως πλέον «ουάου» εργαζόμενους και πολίτες!

Περισσότερα