Η ζαριά κάθησε στο ασόδυο

Γράφει ο Νηφάλιος

Ιωάννινα, λίμνη & νησίΔεν πίστευα ποτέ ότι παραμονές Δεκαπενταύγουστου θα μπορούσε να μας δώσει Κυβέρνηση τόσο απλόχερα τροφή για σκέψη. Με τους λεπτούς κόκκους άμμου να μας έχουν περικυκλώσει τα πόδια και τον ήλιο να …ζεματάει είναι, πιστεύω, η κατάλληλη στιγμή να δούμε τι σημαίνει για την πολιτική ζωή της χώρας αυτό το τρίτο μνημόνιο (που, ω ναι, από τα τρία είναι το μακρύτερο. Σε ένταση και διάρκεια…), πριν αποδεχθούμε το μαγευτικό κάλεσμα των κυμάτων, που μας καλοπιάνουν λίγα μέτρα παραπέρα.

Είναι προφανές, όπως εδώ πολλές εβδομάδες έχω γράψει από αυτή τη στήλη, πως οδηγούμαστε σε εκλογές. Μετά τις 20 Αυγούστου θα ξέρουμε και την ημερομηνία. Όσοι γνωρίζουν τον Πρωθυπουργό, ξέρουν πως οι εκλογές ήταν στο μυαλό του, όχι σαν ένα ενδεχόμενο, αλλά σαν αναπόφευκτο επακόλουθο του γελοίου δημοψηφίσματος, στις αρχές Ιουλίου. Ο Τσίπρας έπαιξε στα ζάρια την Ελλάδα, όπως προηγουμένως είχαν κάνει και πολλοί προκάτοχοί του. Φυσικά δεν έφερε εξάρες, αλλά… ασόδυο.

Περισσότερα

Ποια οικονομία θα υπηρετήσει η κυβέρνηση; Των αριθμών ή των ανθρώπων;

Γράφει ο Νίκος Βούστρος
Δνων Σύμβουλος Αλφαστάρ
Ειδικός επικοινωνίας & τεχνολογίας

Νίκος ΒούστροςΤα τελευταία χρόνια βρισκόμαστε ως χώρα στη δίνη μίας από τις χειρότερες οικονομικές και κοινωνικές κρίσεις που έχει ποτέ βιώσει αυτός ο τόπος. Έννοιες οι οποίες μέχρι τότε αφορούσαν τους οικονομολόγους και όσους ασχολούνταν με τη χάραξη οικονομικής πολιτικής, έννοιες όπως το έλλειμμα, το δημόσιο χρέος, τα ισοζύγια πληρωμών, τα πλεονάσματα κ.α. έγιναν αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητας μας.

Έννοιες χρηματοοικονομικές όπως τα spreads (περιθώρια επιβάρυνσης σε επιτόκια δανεισμού μέσω ομολόγων, σε σχέση με ομόλογο αναφοράς και εν προκειμένω με το γερμανικό) και τα C.D.S. (Credit Default Swaps – ασφαλιστήρια αντιστάθμισης έναντι κινδύνου χρεοκοπίας), έγιναν κυρίαρχα ζητήματα της καθημερινότητας μας αλλά δυστυχώς και της πολιτικής επικαιρότητας και της αντιπαράθεσης μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων της χώρας. Καταλαβαίναμε – δεν καταλαβαίναμε, δεν είχε σημασία. Ήταν για το καλό μας!

Αναδείχτηκαν σε κυρίαρχα ζητήματα οι παραπάνω έννοιες, προβάλλοντας μια τεχνοκρατική ή ακόμη χειρότερα, μια λογιστική πλευρά της οικονομίας, ξεχνώντας ή απλά παραμελώντας το γεγονός ότι η οικονομία είναι σχέσεις & αλληλεπιδράσεις μεταξύ ανθρώπων οι οποίοι συμβιώνουν στα πλαίσια μιας κοινωνίας και ΟΧΙ οι αριθμοί που καταγράφουν τις σχέσεις αυτές.

Βρέθηκαν οι έννοιες αυτές από επιστημονικά εργαλεία να είναι “καραμέλες” για προπαγανδιστική χρήση, στα χέρια ανίδεων ανθρώπων, οι οποίοι σου διέλυαν με ευκολία τη ζωή και ταυτόχρονα προσπαθούσαν να σε πείσουν ότι εργάζονται για το καλό σου, για τη σωτηρία σου!

Έτσι, ζήσαμε το προηγούμενο διάστημα τη “θεοποίηση” του όρου «ανάπτυξη» την οποία οι τότε ηγεμονεύουσες πολιτικές δυνάμεις είχαν αναγάγει σε ιερό δισκοπότηρο της οικονομίας – Λες και η αύξηση ενός μεγέθους, συνεπάγεται αυτόματα και ευημερία των ανθρώπων που αφορά, ή λες και μοιράζεται το αποτέλεσμα σε όλους με τον ίδιο τρόπο…

Βιώσαμε την επικοινωνιακή μονομανία των “πρωτογενών πλεονασμάτων” όπου η επικρατούσα τότε άποψη ήταν ότι ακόμα και αν πεθαίνουν άνθρωποι, θα πρέπει το λογιστικό αποτέλεσμα να είναι θετικό (*κερδοφορία), διαφορετικά θα …θύμωναν οι “αγορές” ή οι “εταίροι” και ποιος ξέρει τι θα επακολουθούσε…

Δεχθήκαμε απίθανες και τελείως αστήρικτες ισοπεδωτικές απόψεις και θεωρίες του τύπου “μαζί τα φάγαμε” να συζητώνται σοβαρά και να αποτελούν και ψόγο προς την κοινωνία, αντί να της δίνονται απαντήσεις και εξηγήσεις.

Παρακολουθήσαμε το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα, αντί να κατεβάζει από ντροπή το κεφάλι και να ζητάει συγνώμη, να συκοφαντεί συλλήβδην τον πολίτη, να τον υβρίζει και να τον …φορολογεί!

Είδαμε μετά από 50 και πλέον χρόνια, συμπατριώτες μας να μεταναστεύουν στο εξωτερικό, σε αναζήτηση καλύτερης μοίρας, θεωρώντας τη χώρα αυτή τελειωμένη, πράγμα που είχε να συμβεί από τη δεκαετία του ’50 και του ’60.

Για όλα λοιπόν τα παραπάνω και για πολλά ακόμη που δεν χωρούν σε αυτή την κατά βάση οικονομική ανάλυση, φτάσαμε στο εκλογικό αποτέλεσμα της περασμένης Κυριακής, τη σημαντική νίκη των δυνάμεων της αριστεράς, η οποία κατά τη γνώμη μου αποτελεί ορόσημο στην σύγχρονη ελληνική ιστορία, μόνο και μόνο για το γεγονός ο Έλληνας πολίτης αψήφισε το φόβο και επεχείρησε με απολύτως δημοκρατικό τρόπο να πάρει την τύχη του στα χέρια του και να ασκήσει το ύψιστο δικαίωμα του: αυτό του αυτοκαθορισμού του πολιτικού & οικονομικού του μέλλοντος.

Όμως, να είναι σίγουρη η νέα κυβέρνηση και η αριστερά γενικότερα ότι όσο μεγάλη και ιστορική και αν ήταν αυτή της η νίκη, τόσο θορυβώδης και παταγώδης θα είναι η αποκαθήλωση της σε περίπτωση που διαψεύσει τις προσδοκίες του σοφού ελληνικού λαού που της εμπιστεύθηκε το τιμόνι της χώρας στην κρισιμότερη ίσως συγκυρία από συστάσεως νεοτέρου ελληνικού κράτους.

Περισσότερα

Εκείνον που βλέπει ο Πάπας, εκείνον και ευλογεί!…

Γράφει ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος

Δ. ΓιαννακόπουλοςΤι να το κάνεις σήμερα, την εποχή της παγκοσμιοποίησης, αν είσαι ένας αφανής, πιστός αριστερός, ή ένας αντικοσμοπολίτης αριστερός ηγέτης! Θα έχεις την τύχη των πιστών χριστιανών: προσευχή, εκκλησίασμα σε πλατείες και σύγχρονες κατακόμβες, κατάρες στους άπιστους της λαϊκής εξουσίας και ίσως μετάνοια και θυσία, για θεραπεία της ψυχής, ψυχοσωματική απολύτρωση και θρησκευτικού τύπου επαναστατική εκγύμναση, στον αγώνα για την σωτηρία ενός λαού, ο οποίος ξεφεύγει κατά πολύ ως γνωστική οντότητα από τα ιδεολογικά σου καλούπια…

Κοίταξε, αν δεν αναρωτηθείς «ποιός είναι αυτός δίπλα στον Αλέξη», δεν θα μάθεις ποτέ ποιος είναι ο σημερινός Πάπας. Και αν μάθεις ποιος είναι ο Πάπας, θα έχεις αυτομάτως αναγνωρίσει τον Αλέξη σαν τον «Πρωθυπουργό των Φτωχών» στην Ευρώπη! Ο Πάπας αντλεί πλέον ηθική δύναμη και πολιτική νομιμοποίηση όχι από τα χριστιανικά και ευρύτερα δεξιά/συντηρητικά κόμματα, αλλά από την ευρωπαϊκή αριστερά, η οποία με την βιο-οικονομική της και βιο-πολιτική της προσέγγιση προσφέρει μια νέα παγκοσμιοποιημένη και κοσμοπολιτική βάση για να συνδεθεί εκ νέου η ηθική με την πολιτική.

Κάτι ανάλογο, αλλά ασφαλώς πιο δειλά, δοκιμάζει το Ορθόδοξο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και ακόμη πιο δειλά μερικοί – λιγοστοί – ιεράρχες της Εκκλησίας της Ελλάδας, που αφουγκράζονται την εποχή μας ως χριστιανοί-ιερείς και όχι ως θρησκευτικοί ηγέτες της «δεξιάς ή ακροδεξιάς του Κυρίου».

Τί τα θέλεις, και εσύ όπως εγώ αυτούς που βλέπουμε δίπλα στον Πάπα και στον Παππά αναγνωρίζουμε με την έννοια της αυθεντίας … και παντού θα βρεις έναν «Πάπα» ή έναν «Παππά», έστω και σε κάδρο ή αφίσα για να φωτογραφηθείς μαζί του – κυριολεκτικώς ή μεταφορικώς! Πόσο μάλλον αν πετύχεις να επισκεφτείς την Αγία Έδρα ή το Ιερό και συνομιλήσεις μαζί τους! Η δική μας εκλογική «ευλογία» προς έναν πολιτικό σχετίζεται άμεσα με την ικανότητά του να «φαίνεται» μέσα από ιερούς συμβολισμούς υψηλού επίπεδου. Στο βαθμό που «φαίνεσαι» δίπλα στους κήρυκες της επανάκαμψης της ηθικής στην πολιτική – επικεφαλείς της σύγχρονης χριστιανοσύνης στον Δυτικό κόσμο – εμφανίζεσαι να «είσαι» ένας ηθικός πολιτικός!

Έχει ανάγκη η αριστερά από τέτοια καμώματα; Αυτή κι αν τα έχει ανάγκη in postmodern times, σεβαστέ μου αναγνώστη! Μην ξεχνάς πως η σημερινή αριστερά, όπως και η σημερινή χριστιανοσύνη, βιώνει την μετάβασή της σε μια νέα εποχή, όπου ο αποκλεισμός δομείται σε ένα διαφορετικό από την νεωτερικότητα γνωστικό μοντέλο, με το ιδεολόγημα του σοσιαλισμού και το ηγεμονικό ιδεολόγημα του χριστιανισμού να έχουν χάσει – σε κρίσιμο βαθμό -το νόημά τους, επειδή ακριβώς έχουν χάσει το ηθικό τους βάρος, εξαιτίας της εξευτελιστικής διάλυσης του «σοσιαλιστικού κόσμου» και της εμπλοκής της ηγεσίας της χριστιανοσύνης στο χρηματοκαπιταλιστικό παίγνιο και σε φασιστικού χαρακτήρα περιπέτειες.

Η αριστερά, λοιπόν, χάνει στη σημερινή συγκυρία στο επίπεδο των (αριστερών) αυτονόητων, όπως ακριβώς η ηγεσία της καθολικής και οι ηγεσίες της ορθοδόξου εκκλησίας. Καί οι δυο αυτές, διακριτές ασφαλώς, πολιτικές οντότητες (σύγχρονη αριστερά και ηγεσία της χριστιανοσύνης), δοκιμάζοντας να επιστρέψουν από τον δρόμο της μεταρρύθμισης και όχι αυτόν της επανάστασης στα «αυτονόητά τους», από τα οποία έχουν αποκοπεί, ενώνουν τις εικόνες τους κάτω από το ίδιο γνωστικό μοντέλο: κρίση αξιών, εξαιτίας της αντικατάστασης του κοινωνικού οφέλους από την τιμή, που προσδιορίζει δεσποτικά ο σύγχρονος χρηματοκαπιταλισμός, με την ολοκληρωτική του αγορά…

Έτσι, αν φαίνεσαι δίπλα στον «Πάπα των Φτωχών», τότε δεν μπορεί παρά να υπάρχεις ως «Ηγέτης των Φτωχών»! Και αν είσαι πολιτικός, που διεκδικεί να κυβερνήσει μια χώρα σαν την Ελλάδα, να υπάρχεις ως «Πρωθυπουργός των Φτωχών», φυσικά!

Είναι τόσο απλοϊκός ο συμβολισμός της πράγματι ιστορικής – όπως θα αποδειχθεί – συνάντησης στο Βατικανό του Αλέξη Τσίπρα με τον προκαθήμενο της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας, Πάπα Φραγκίσκο Α’; Όχι δεν είναι! Η σημειολογία αυτής της συνάντησης είναι ευρύτερη και παραπέμπει ιστορικά στην τριβή του Πάπα με τους γερμανούς αυτοκράτορες της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας μεταξύ ενδεκάτου και δεκάτου τρίτου αιώνα, σε ό, τι αφορούσε την διακυβέρνηση (: εξουσία) σημαντικών πόλεων της Β. Ιταλίας.

Έχει ο Πάπας Φραγκίσκος πρόβλημα με την κ. Μέρκελ; Όχι ακριβώς με την ίδια, αλλά με το γερμανικό οικονομικό μοντέλο λιτότητας και αντιπληθωρισμού στην ΕΕ, το οποίο έρχεται να υποστηρίξει με έναν πράγματι αλλόκοτο και αντιφατικό τρόπο την αντικοινωνική διάταση του χρηματοκαπιταλισμού, έτσι ώστε να μην υπάρξει κρίση υπερπαραγωγής στην Γερμανία. Η ρύθμιση αυτή βρίσκεται σε αντίθεση με την σημερινή διεθνή, αναπτυξιακή στρατηγική του Βατικανού. Ο Πάπας Φραγκίσκος έρχεται να διορθώσει/μεταρρυθμίσει την διεθνή και οικονομική πολιτική των προγενεστέρων του κατά την ύστερη νεωτερικότητα. Για να το εκφράσω απλά και σχηματικά, έρχεται να ξανασυναντηθεί με την «ηθική του πλούτου», γυρίζοντας στην πλάτη στην «ηθική της φτώχειας» των προηγούμενων, μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.

Τι σημαίνει «ηθική του πλούτου»; Ο ανθρωπισμός και η κοινωνική και παγκόσμια αλληλεγγύη να επικρατήσουν έναντι των υλικών αξιών του καταναλωτισμού και του κέρδους, που διαμορφώνουν τιμές και σύγχρονους αποκλεισμούς δια της αγοράς. Γιατί αλλάζει ρότα το Βατικανό; Διότι αλλιώς κινδύνευε να υποστεί απόλυτη πολιτική απαξίωση, ιδίως στις χώρες και περιοχές ισχύος του, με την ενσωμάτωσή του στον σύγχρονο γερμανισμό και την υποταγή του στις πολιτικές του διεθνούς χρηματοκαπιταλισμού, που σε μεγάλο βαθμό υπαγορεύονται από λόμπυ που υποτιμούν, αν δεν αποστρέφονται, τον Πάπα περισσότερο ίσως από κάποια Ορθόδοξα Πατριαρχεία.

Ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός του νεοφιλελευθερισμού δεν σκοπεύει να κάνει «power-sharing» με το Βατικανό, καθώς δεν το έχει πλέον ανάγκη για να παρηγορεί τους φτωχούς. Η «Μέρκελ» αντίθετα το έχει ακόμη ανάγκη, μόνον που ούτε αυτή θα δεχόταν τον Πάπα σε ρόλο υπονομευτικό του νεογερμανισμού, όπως αναλογικά έπρατταν οι σχετικά αδύναμοι Πάπες τον ενδέκατο και δωδέκατο αιώνα, με σκοπό να ισχυροποιηθούν, από την Ρώμη μέχρι το Μιλάνο και τις υπόλοιπες αυτονομούμενες πολιτείες της Β. Ιταλίας.

Κάπως έτσι διαμορφώνεται μια κοινότητα συμφερόντων μεταξύ της αντι-χρηματοκαπιταλιστικής εικόνας και αφήγησης του Αλέξη Τσίπρα και εκείνης του Πάπα Φραγκίσκου. Ο ένας νομιμοποιεί πολιτικά τον άλλον και μάλιστα λίγο καιρό πριν την επίσκεψη του Πάπα στην Τουρκία και το Φανάρι. Ο μεν Πάπας κερδίζει από την φρέσκια εικόνα ενός σύγχρονου ευρωπαίου αριστερού, ώστε να νομιμοποιήσει πολιτικά την στροφή της διεθνούς και οικονομικής πολιτικής της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας, ο δε κ. Τσίπρας κερδίζει σαφώς κύρος από την «ευλογία» του Πάπα: «οι νέοι πολιτικοί μιλάτε μια διαφορετική γλώσσα, που μοιάζει με μια μελωδία ελπίδας».

Συμπέρασμα… τι συμπέρασμα (επι)ζητείς καλέ μου αναγνώστη, από έναν άνθρωπο των διεθνών σχέσεων που ανάλωσε το μεγαλύτερο μέρος της δημιουργικής του ζωής στην πολιτική επικοινωνία, στην τέχνη της, στην επιστήμη της και στην τεχνολογία της! Είναι δυνατόν να σου μιλήσω σαν Πάπας ή σαν Τσίπρας; Να σου πω αν αυτό είναι καλό ή κακό για την ανθρωπότητα; Κονστρουκτιβιστής είμαι ο άνθρωπος και δεν αναφέρομαι σε «μεγάλες αλήθειες» είτε της χριστιανικής εκκλησίας (στο βαθμό που υπάρχει σήμερα κάτι τέτοιο), είτε της αριστεράς (στο πολύ γενικό πλαίσιο όπου αυτή θα μπορούσε να οριστεί σήμερα ως ενιαία οντότητα). Καλό είναι όμως – στο πλαίσιο των μικρών αληθειών (μου) – τόσο για τον Πάπα, όσο και για τον Αλέξη Τσίπρα, προς το παρόν ασφαλώς… και τίποτε περισσότερο.

Μικρο-πολιτικά, ωστόσο, εμένα προσωπικά με ιντριγκάρει αυτή η σχέση και την βλέπω γενικά ωφέλιμη για το κοινωνικό συμφέρον και το εθνικό συμφέρον στη σημερινή Ελλάδα. Ο κ. Τσίπρας για να προσφέρει κάτι στην Ελλάδα, που πλήττεται σοβαρά έως θανάσιμα από το «σοκ και δέος» της συνεργασίας δεξιάς-κεντροδεξιάς-κεντροαριστεράς με την τρόικα, θα πρέπει κατ’ αρχήν να διαμορφώσει συνθήκες «σοκ και δέος» για την αριστερά. Και αυτό έπραξε καί με την συνάντησή του με τον Πάπα… και πίστεψέ με δεν βλέπω πώς θα μπορούσε να κάνει αλλιώς, για να εφαρμόσει την στρατηγική της ευρωπαϊκής αριστεράς και να πετύχει τους προγραμματικούς και όχι αμιγώς ιδεολογικούς στόχους που διακηρύσσει!

Περισσότερα

Είναι ο ελληνικός λαός έτοιμος να βαδίσει αριστερά;

Γράφει ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος

Δ. ΓιαννακόπουλοςΤο ερώτημα του τίτλου συνδέεται διαλεκτικά με το οξύ Κοινωνικό Ζήτημα που προκάλεσε η κρίση στην Ελλάδα και ασφαλώς με το ερώτημα: μπορεί να κυβερνήσει αποτελεσματικά η αριστερά στην Ελλάδα, θέτοντας τις βάσεις επανίδρυσης του ελληνικού κράτους; Είναι, ωστόσο, ένα ερώτημα «σαχλαμάρα», που φανερώνει σοβαρή έλλειψη πολιτικής συγκρότησης από όσους το αρθρώνουν. Το τοποθέτησα στον τίτλο ακριβώς για να κάνω κριτική σε αυτούς – που είναι πάρα πολλοί, σχεδόν όσοι αναρωτιούνται για την ικανότητα της αριστεράς να κυβερνήσει.

Η μορφή της κρίσης στην χώρα μας είναι εκείνη που με αντικειμενικά στοιχεία δείχνει το εθνικό πρόβλημα που υφίσταται σήμερα με την μορφή της ιδεολογικής κρίσης στην πολιτική κοινότητα των ελλήνων. Αν ξεφύγεις από πολιτικά τεχνάσματα που μετατρέπουν την κρίση στην ελληνική αγορά σε θεσμική κρίση του κράτους και αντίστροφα, θα αντιληφθείς πως η κρίση είναι ευρύτερου πολιτισμικού χαρακτήρα και αφορά στην ιδεατή σύλληψη της ίδιας της οντότητας του ελληνικού λαού, όπως ακριβώς και του ορισμού της δεξιάς και αριστερής πολιτικής. Ποιος είναι, λοιπόν, ο ελληνικός λαός σήμερα, στον βαθμό που αναζητείς τα πολιτικά ποιοτικά του χαρακτηριστικά, πέραν εκείνων που προσδιορίζουν στενά το εκλογικό σώμα; Ποιο ακριβώς το ιδεο-πολιτικό περιεχόμενο της αριστεράς και ποιο εκείνο της δεξιάς; Πέραν της μορφής (των διάφορων καιροσκοπικών μορφών, για την ακρίβεια) του κέντρου, υπάρχει άραγε ουσιώδες ιδεο-πολιτικό περιεχόμενο εκεί; Και τέλος, τι πάει να πει «έτοιμος»; Είναι η αριστερά στόχος, ή μέσο επίτευξης ενός κοινωνικοπολιτικού αγαθού για την ελληνική κοινωνία;

Ο τίτλος είναι έντονα πολιτικά φορτισμένος και θεωρεί με έναν πολιτικά παραμορφωτικό τρόπο την αριστερά στόχο και τον ελληνικό λαό κάτι σαν ενιαία προσωπικότητα που διέρχεται μία μορφή κρίσης, η οποία αντιμετωπίζεται με μία αντίστοιχη μορφή γνωστικής θεραπείας ή συναισθηματικής θεραπείας, για να αποκατασταθεί μέσω του πολιτικού-ψυχολόγου ή του πολιτικού-ιερέα, αντίστοιχα το πρόβλημα της ψευδούς συνείδησής του ή το πρόβλημα της διαταραχής του.

Άρα, το ερώτημα του τίτλου δεν είναι απλώς «σαχλαμάρα», είναι κάτι πολύ περισσότερο: έκφραση μιας πολιτικής αφήγησης κρυφο-ολοκληρωτισμού, είτε με ιδεολογικά χαρακτηριστικά, είτε με θεοσοφικά. Η αριστερή κατεύθυνση δεν μπορεί να είναι στόχος. Η αριστερή κυβέρνηση δεν θα πρέπει να είναι στόχος, αλλά απλώς το μέσο αντιμετώπισης του Κοινωνικού Ζητήματος που προκάλεσε η κρίση στην Ελλάδα. Κι έτσι το ερώτημα θα μπορούσε να επαναδιατυπωθεί με έναν πολιτικά μη-διαστροφικό τρόπο: Τι είδους αριστερά είναι αυτή που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά το Κοινωνικό Ζήτημα στην Ελλάδα;

Υπάρχει τρόπος, μετά από την μακρόχρονη ύφεση και την γενικευμένη απορρύθμιση κράτους και αγοράς από το πρόγραμμα του «ατομικού μηχανισμού προσαρμογής ή σωτηρίας» που συνομολόγησαν τρόικα και κυρίαρχο πολιτικό σύστημα, να απαντηθεί το ερώτημα αυτό δίχως δομική θεσμική ανασυγκρότηση, στα όρια της επανίδρυσης του ελληνικού κράτους και της αγοράς; Όχι ασφαλώς, είναι η μοναδική έντιμη και καθαρή απάντηση.

Πάμε, λοιπόν, ξανά πίσω στο ερώτημα του τίτλου για να το επαναδιατυπώσουμε δίχως ιδεολογική προκατάληψη και διαστροφή. Έχουμε συνειδητοποιήσει οι έλληνες αυτό που προδηλώνει η διάσταση της κρίσης; Την ανάγκη, δηλαδή, για συντεταγμένη επανίδρυση του κράτους και ριζοσπαστική θεσμική ανασυγκρότηση παραγωγής και κατανάλωσης, όπως ασφαλώς και του φορολογικού συστήματος και των μηχανισμών είσπραξης φόρων και αναδιανομής.

Αν πράγματι κατανοούμε αυτή την ανάγκη, δεν μπορεί παρά να αντιλαμβανόμαστε και εκείνη που συνδέεται με την ριζική μεταβολή του πολιτικού συστήματος και της ιδεο-πολιτικής κατεύθυνσης, που ορίζει την συνθήκη σύμπραξης τρόικας και κυρίαρχης ελληνικής πολιτικο-μεγαλοεπιχειρηματικής ελίτ. Μόνον που η ανάγκη αυτή δεν είναι υπόθεση τακτικισμού, αλλά αποκλειστικά στρατηγικής, η οποία οφείλει να εξειδικεύεται στο πλαίσιο ενός προγράμματος αριστερής μεταρρύθμισης. Η απάντηση στην κρίση του πελατειακού κράτους και της σε μεγάλο βαθμό αεριτζίδικης αγοράς δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να δοθεί από δεξιά. Οποιαδήποτε μορφή δεξιάς απάντησης, εδώ που βρισκόμαστε, θα οδηγούσε στον ολοκληρωτισμό της αγοράς και στην απόλυτη καρτελοποίηση της οικονομίας και της πολιτικής.

Η δεξιά οδός οδηγεί πλέον σαφώς στην αντικατάσταση του πελατειακού κράτους που υπηρέτησαν από κοινού δεξιοί, κεντροδεξιοί και κεντροαριστεροί, από ένα νεοκορπορατικό μόρφωμα που αποσκοπεί στην δημιουργία μιας ολιγαρχικής οικονομικής δομής η οποία θα αντικαθιστά την διαπλοκή με ένα ενιαίο πολιτικοεπιχειρηματικό σύστημα, το οποίο θα διαχειρίζεται το κράτος στο πνεύμα σχηματισμού ειδικών οικονομικών ζωνών για την υπερεκμετάλλευση της εργασίας και των φυσικών πόρων. Αυτόν τον δεξιό ολοκληρωτισμό που συνεπάγεται διεύρυνση του διαρθρωτικού προβλήματος της εθνικής μας οικονομίας και απόλυτο εξευτελισμό των εργαζομένων, έχουν δρομολογήσει κεντροδεξιοί και κεντροαριστεροί μέσω της συγκυβερνητικής μορφής που πέτυχαν να επιβάλουν δίχως σοβαρές κοινωνικές αντιστάσεις.

Απέναντι σε αυτόν τον ολοκληρωτισμό – νεοφιλελεύθερης ασφαλώς ιδεο-πολιτικής αντίληψης – τοποθετούνται με έναν παραδοσιακό και ιστορικά διαλεκτικό τρόπο, δύο άλλοι: ο φασιστικός και ο σταλινικός. Είναι, όμως, αυτό που αναζητεί σήμερα η ελληνική κοινωνία; Δεν σκοπεύω να απαντήσω στο ερώτημα. Δεν γνωρίζω. Η προσωπική μου γνώμη είναι πως ο ολοκληρωτισμός σε οποιαδήποτε μορφή, αποτελεί κοινωνική οπισθοδρόμηση και πολιτισμική αθλιότητα. Η σύγχρονη αριστερά για να απαντήσει προγραμματικά στο Κοινωνικό Ζήτημα της Ελλάδας δεν έχει κανένα περιθώριο παρά να διαμορφωθεί σε μία σαφώς ΑΝΤΙ-Ολοκληρωτική πολιτική δύναμη που, υπερασπιζόμενη την ριζοσπαστικοποίηση του δημοκρατικού πλουραλισμού, θα πολεμήσει ταυτόχρονα τις δύο μεγάλες πληγές του ελληνικού πολιτικού καθεστώτος (του έθνους μας): την πατρωνία και τον κορπορατισμό, επιδιδόμενη σε έναν ανυπόκριτο ανένδοτο αγώνα εναντίον της διαπλοκής.

Αυτό θα καθιστούσε την σύγχρονη αριστερά μία στρατηγικά δομημένη πολιτική δύναμη στην Ελλάδα και θα την «έβγαζε από την παρένθεση» εντός της οποίας επιδιώκει να την τοποθετήσει το κυρίαρχο πολιτικοεπιχειρηματικό καθεστώς και όσοι ξένοι παράγοντες έχουν επενδύσει τα συμφέροντά τους σε αυτό. Θα μπορούσε, άραγε, ο ΣΥΡΙΖΑ να αποτελέσει την βάση για την συγκρότηση αυτής της ΑΝΤΙ-Ολοκληρωτικής δύναμης για δημοκρατική επανίδρυση του ελληνικού κράτους και θεσμική ανασυγκρότηση παραγωγής και κατανάλωσης; Ναι, στον βαθμό που απαλλαγεί από την αριστερίστικη ή/και νομικίστικη κουλτούρα των τακτικισμών. Ναι, στον βαθμό που ο ελληνικός λαός γυρίσει την πλάτη στον τακτικισμό στην κοινωνία και στο κοινοβούλιο. Ναι, στον βαθμό που πάψουμε όλοι να αντιμετωπίζουμε τον κοινοβουλευτισμό ως μορφή καιροσκοπισμού που χαρακτηρίζεται από παραπλανητική πολιτική συμπεριφορά, η οποία αποσκοπεί απλώς στην χρησιμοποίηση μιας τακτικής, ενός τεχνάσματος, για την εξυπηρέτηση υποχθόνιων συμφερόντων και άδηλων στόχων.

Αν ο ελληνικός κοινοβουλευτισμός καταντήσει απλώς μορφή τακτικισμού – όπως ακριβώς συμβαίνει σήμερα στην χώρα μας – που δύσκολα θα μπορούσες να θεωρήσεις πως αποτελεί τμήμα ενός γενικότερου πολιτικού σχεδιασμού, συναφούς με ένα συγκεκριμένο πολιτικό πρόγραμμα, τότε το πολιτικό καθεστώς βρίσκεται σε κατάσταση εξάτμισης και η κοινωνία σε κατάσταση εξάχνωσης. Το ήδη ρευστοποιημένο κοινοβουλευτικό σώμα στην Ελλάδα μετατρέπεται σε αέριο πολιτικώς, χωρίς καν να βράσει, ενώ η ελληνική κοινωνία από την στερεή κατάσταση αεριοποιείται, χωρίς να προλάβει να μετατραπεί προηγουμένως σε υγρή μορφή, αντιστοιχούσα πολιτικώς στο ρευστό μας κοινοβούλιο!

Κρατήστε αυτή την παρομοίωση και αναλογιστείτε πως με πολιτικό σύστημα σε εξάτμιση και κοινωνία σε εξάχνωση καμία απολύτως ΑΝΤΙ-Ολοκληρωτική στρατηγική δεν θα μπορούσε να ευδοκιμήσει, με την έννοια της συνειδητής υποστήριξής της από τον ελληνικό λαό. Και δίχως μια τέτοια στρατηγική, εξειδικευμένη σε πρόγραμμα αριστερής μεταρρύθμισης, η συντεταγμένη πτώχευση και φτωχοποίηση στην Ελλάδα δεν θα μπορούσε να αντιστραφεί ως διαδικασία και να υπηρετήσει την ανάγκη για εκδημοκρατισμό και εκβιομηχάνιση. Ένα εξατμισμένο πολιτικό σύστημα είναι βέβαιο ότι θα αναζητεί σωτηρία στον ολοκληρωτισμό και μια εξαχνωμένη κοινωνία θα αναζητεί παρηγοριά στην μία ή στην άλλη μορφή ολοκληρωτισμού. Ας προσέξει, λοιπόν, ο ΣΥΡΙΖΑ την παγίδα του τακτικισμού. Εάν η ελληνική κοινωνία μέχρι τις εκλογές εγκλωβιστεί σε αυτόν, όχι απλώς δεν θα είναι έτοιμη για αριστερή διακυβέρνηση, αλλά ούτε καν έτοιμη για να υπερασπιστεί τον στοιχειώδη κοινοβουλευτικό πλουραλισμό.

Περισσότερα

Δήλωση Χρήστου Μαντά για το θάνατο του Ανδρέα Μπότσιου

ΣΥΡΙΖΑΗ είδηση της απώλειας του Ανδρέα Μπότσιου με γεμίζει θλίψη. Ο Ανδρέας ήταν ένας σπάνιος άνθρωπος και ένας ανυποχώρητος αγωνιστής της Αριστεράς.

Ο συμπατριώτης μου Ανδρέας ήταν σύμβολο του αγώνα των κτηνοτρόφων ιδιαίτερα στον αγώνα ενάντια στην ιδιωτικοποίηση της Δωδώνης, όπου βρεθήκαμε πολλές φορές μαζί στο ίδιο μετερίζι.

Θα τον θυμόμαστε πάντα ως έναν αυθεντικό άνθρωπο, ως έναν γνήσιο αγωνιστή της Αριστεράς.

Περισσότερα

Γιατί δεν πουλάει η αριστερά …

Γράφει ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος

Δ. ΓιαννακόπουλοςΑναρωτιούνται πολλοί: πώς είναι δυνατόν η αριστερά στην Ελλάδα να μην μπορεί να κεφαλαιοποιήσει σε υπέρτατο βαθμό την δυσαρέσκεια των πολιτών προς τα φθαρμένα κυβερνητικά κόμματα του δικομματισμού που πτώχευσαν την χώρα και φτωχοποιούν την ελληνική κοινωνία, μέσω μιας μακράς διαδικασίας εσωτερικής υποτίμησης;

Το ερώτημα είναι σημαντικό και δεν αφορά αποκλειστικά τους φορείς της αριστεράς. Είναι ένα σοβαρό στρουκτουραλιστικό πρόβλημα για την ελληνική κοινωνία με κονστρουκτιβιστική μορφή καί πολιτικής καί πολιτικής κοινωνιολογίας καί πολιτικής ψυχολογίας και ασφαλώς πολιτικής επικοινωνίας, όπως και αντίληψης της πολιτικής οικονομίας.

Το κρίσιμο αυτό ερώτημα για την εξέλιξη της κρίσης (σε εσωτερικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο) και για την διαμόρφωση μιας νέας πολιτικής περιόδου για την Ελλάδα ως χώρα και κοινωνία, έχω εμμέσως και κάποιες φορές αμέσως αντιμετωπίσει αναλυτικά, δίχως να έχω προσφέρει μέχρι σήμερα μια γενική εικόνα του προβλήματος. Σήμερα θα το επιχειρήσω πολύ σύντομα, σχεδόν αποφθεγματικά (θεωρήστε πως κάθε ένα από τα σημεία που ακολουθούν αποτελούν αρχικά συμπεράσματα που τοποθετούνται ως νέα ερωτήματα προς διερεύνηση, για να απαντηθεί έτσι το αρχικό πρόβλημα που θέτω εδώ) :

– Η αριστερά δεν πουλάει, επειδή δεν θα μπορούσε να υπάρχει σοβαρή ζήτηση από ένα απομαζικοποιημένο κοινό σε μια αποβιομηχανοποιημένη χώρα που κυριαρχείται από ένα μίγμα εθνικιστικού απολιτικού πολιτισμού με έντονα τα στοιχεία του υβριστικού προς την πολιτική, λειτουργιστικού νεοφιλελευθερισμού και μηδενισμού. Όλα αυτά ενισχύονται αφάνταστα από την κυριαρχία των Οπτικοακουστικών Μέσων Επικοινωνίας και κυρίως από την Τηλεόραση, μέσω των κουτσομπολίστικων, χυδαίων τηλεπολιτικών και της εμφάνισης της πολιτικής συμπεριφοράς ως προστριβή μεταξύ μιας περιορισμένης ομάδας πολιτικών. Με τους περισσότερους εξ αυτών να διακρίνονται από έντονα λαϊκιστικό έως αλήτικο ταπεραμέντο. Αυτοί καλούνται σε τηλεοπτικές εκπομπές για να συγκρουστούν με όρους τηλεθέασης και το πράττουν συνειδητά ή ασυνείδητα ως αρτίστες της πολιτικής, για να αυξήσουν την προσωπική τους διείσδυση στο αναφερόμενο κοινό τους και την ισχύ τους στο κόμμα τους. Αυτοί, ωστόσο, δεν είναι όροι διεξαγωγής δομημένης πολιτικής αντιπαράθεσης την οποία θα μπορούσε να αντιμετωπίσει με άνεση και επάρκεια ένας σοβαρός-στρουκτουραλιστής, αριστερός πολιτικός. Το κλίμα προστριβής μέσω λειτουργιστικής περιπτωσιολογίας και διαρκών προσωπικών προσβολών, δεν «σηκώνει» απολύτως κανέναν σοβαρό πολιτικό με συνεκτικό λόγο και στρουκτουραλιστικά αρθρωμένη άποψη.

Μέσω των σύγχρονων τηλεπολιτικών «τσαλακώνεται» και εξουδετερώνεται οποιαδήποτε καλά οργανωμένη διανοητικά προσωπικότητα… και τόσο το χειρότερο αν αυτή κινείται στον αριστερό χώρο. Έχοντας μάλλον επαρκή εμπειρία στο ζήτημα, οφείλω να παραδεχτώ, αναγνώστη μου, πως δεν θα ζήλευα καθόλου την τύχη συγκροτημένων αριστερών προσωπικοτήτων (πόσο μάλλον αν αυτοί έχουν χαρακτηριστικά διανοούμενου), βλέποντάς τους να βρίσκονται σε αδιέξοδο έχοντας απέναντί τους ή στο «διπλανό παράθυρο» του γνωστούς «μαϊντανούς» του λαϊκισμού. Αν, για παράδειγμα, ήμουν σύμβουλος της ηγεσίας του ΚΚΕ, θα τους έλεγα πως δυστυχώς δεν υπάρχει άλλη λύση για να επικρατήσουν στο χώρο των τηλεπολιτικών και άρα να μην χάσουν ισχύ απέναντι στο αναφερόμενο κοινό τους, παρά να «στέλνουν» στα κανάλια την Λιάνα Κανέλλη. Είναι η χειρότερη στην στρουκτουραλιστική παρουσίαση του πολιτικού, αλλά η ικανότερη στην αντιμετώπιση του λαϊκιστικού-λειτουργισμού στα κανάλια, δια της άρθρωσης ενός προβοκατόρικου, αποδιοργανωτικού, συγκρουσιακού, ψευδο-αγωνιστικού και ψευδο-παρτιζάνικου λόγου, ο οποίος αποτελεί ασφαλώς την άλλη πλευρά του νομίσματος του λαϊκισμού.

Η κ. Κανέλλη, λοιπόν, είναι μια καλή επικοινωνιακή λύση για το ΚΚΕ, που όμως ζημιώνει αφάνταστα το κόμμα ως σύγχρονη αριστερά του στρουκτουραλιστικά εποικοδομητικού λόγου, που εστιάζει στις σχέσεις και όχι στους ρόλους και στα καμώματα των επιμέρους παραγόντων της πολιτικής διαδικασίας. Άρα η κ. Κανέλλη είναι ένα αναγκαίο κακό για την αναφερόμενη πολιτική ταυτότητα του ΚΚΕ, και την ανέφερα ως το πλέον τυπικό παράδειγμα της προσαρμογής των αριστερών κομμάτων στην δομή των τηλεπολιτικών. Μια Κανέλλη θα ήθελαν να έχουν στα κανάλια όλα τα αριστερά κόμματα – και όπως παρατηρώ την αναζητούν σε γυναίκες και άνδρες. Μόνον που αυτό αποδομεί την αριστερά ως διακριτό λόγο ουσίας που αφορά σε κοινωνικές σχέσεις, ενώ τον μεταβάλει σε αγοραίο λαϊκισμό, που αναπαράγεται στη συνέχεια από τα Νέα ΜΜΕ του διαδικτύου. Έτσι η αριστερά στην προσπάθεια της «να πουλήσει» μετατρέπεται σε «ρετάλι» της λαϊκής-αγοράς, η οποία συνθέτει λαουτζίκο και όχι Λαό. Αυτό υπονομεύει σε καταστροφικό βαθμό την αριστερά και την οδηγεί στο τέλος στο κάτω ράφι του σουπερμάρκετ της πολιτικής, με συνέπεια να μην «πουλάει» σε ένα καλά εκπαιδευμένο και μορφωμένο κοινό, ενώ να χάνει ως τηλεοπτική εικόνα, ερχόμενη αντιμέτωπη με τον περιπτωσιολόγο, λαϊκιστή του λειτουργισμού (κεντροδεξιοί και κεντροαριστεροί), καθώς και από κάθε ξετσίπωτο, σαχλαμάρα του ακροδεξιού λαϊκισμού ή από κάθε μυστήριο υβριστή των πολιτών και της πολιτικής που εμφανίζεται ως η «αυθεντική φωνή» του λαού που έχει σιχαθεί τους πολιτικούς και τον κοινοβουλευτικό τακτικισμό τους, την διαφθορά τους, κλπ, προτείνοντας την επανάσταση του έθνους μας, δηλαδή κάποιο φασιστικό καθεστώς – το οποίο θεωρεί μάλιστα και ως καινοτόμο, σύγχρονη ιδέα!

– Ωστόσο, τα κόμματα της αριστεράς δεν μπορούν να κεφαλαιοποιήσουν σε κρίσιμο, ανατρεπτικό για το καθεστώς βαθμό την δυσαρέσκεια έως απελπισία της ελληνικής κοινωνίας προς (κυρίως) τους κυβερνητικούς εταίρους ΝΔ και ΠΑΣΟΚ και για μια σειρά άλλους καθόλου ασήμαντους λόγους:

(1) Απέτυχαν ή καλύτερα απέφυγαν για ιδιοτελείς λόγους των ηγεσιών τους (ηγεμονισμός, καιροσκοπισμός) να συγκροτήσουν μια ενιαία σύγχρονη διακυβερνητική προσωπικότητα με την μορφή του Λαϊκού Μετώπου – για την συγκρότηση του οποίου τόσο πολύ επέμενα – που θα αποτελούσε νέα πολιτική πνοή για την ελληνική κοινωνία και την πλέον ταυτόχρονα ορθολογική και κονστρουκτιβιστική προσέγγιση για δημοκρατική αντιμετώπιση της κρίσης.

(2) Ο ΣΥΡΙΖΑ καθυστέρησε σημαντικά στην διαμόρφωση μιας σαφούς πολιτικής στρατηγικής που δομεί την ελληνική κρίση ως κρίσιμο ευρωπαϊκό πρόβλημα με σοβαρές γεωπολιτικές και γεωστρατηγικές προεκτάσεις, ενώ οι υπόλοιποι φορείς της αριστεράς είτε εκμηδενίστηκαν εντασσόμενοι στην ευρύτερη αφήγηση της νεοφιλελευθεριάζουσας και αποπολιτικοποιημένης σε μεγάλο βαθμό σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας, είτε προσδέθηκαν ακόμη πιο έντονα σε διάφορες μορφές μαρξισμού-λενινισμού, δίχως την πολιτική ικανότητα και την θεωρία που θα τους επέτρεπε να τον προσαρμόσουν στα σημερινά αντικειμενικά κοινωνικά και παραγωγικά δεδομένα της Ελλάδας, της Ευρώπης και του σύγχρονου παγκόσμιου συστήματος.

(3) Δεν μπόρεσαν να απαλλαγούν σε μεγάλο βαθμό, όπως ήταν αναγκαίο, από την σεχταριστική λογική και κουλτούρα.

(4) Πλην του ΣΥΡΙΖΑ κανείς άλλος δεν έδειξε να διαθέτει ευελιξία στην προσαρμογή του διοικητικού φαινομένου στην Ελλάδα στις νέες συνθήκες που διαμόρφωσε η κρίση κι έτσι όλοι οι άλλοι φορείς της αριστεράς μοιάζει σήμερα να επιχειρούν να δείξουν στην ελληνική κοινωνία την αποστροφή τους σε μια σειρά αστικών θεσμών, που ταυτίζονται παραμορφωτικά με τον καπιταλισμό, προβάλλοντας αυτή την στάση ως αντισυστημική. Αυτό περιθωριοποιεί μάλλον τους φορείς αυτούς στην ελληνική κοινωνία, παρά ριζοσπαστικοποιεί το κίνημα των εργαζομένων, ενώ διασπά την αναγκαία όσο ποτέ άλλοτε, συνοχή του.

(5) Ένα σημαντικό τμήμα της αριστεράς στην Ελλάδα αντιμετώπισε με αντιδραστικό τρόπο και με παιδαριώδη σταλινική ή μαοϊκή επιχειρηματολογία την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» στην Ευρώπη. Δυστυχώς στην Ελλάδα, όπως και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, σε αντίθεση για παράδειγμα με την Γερμανία, η αριστερά δεν φάνηκε να διαθέτει ισχυρά αντανακλαστικά για να κατανοήσει τις νέες ευκαιρίες για τα λαϊκά κινήματα που διαμορφώνονταν μετά την λεγόμενη «επανένωση» της Ευρώπης. Έτσι επανενώθηκαν, ενώ αναδημιουργήθηκαν αστικές τάξεις, στην Ευρώπη μετά το 1990, ενώ απομακρύνθηκαν ο ένας από τον άλλον οι επιμέρους λαοί, εντασσόμενοι ως ιδιαίτερες κοινωνίες σε μια άκρως διαβρωτική για το κοινωνικό φαινόμενο και τα συμφέροντα των λαϊκών και μικρομεσαίων στρωμάτων, ενιαία ολοκληρωτική αγορά.

(6) Εκτός όλων αυτών θα μπορούσε να αναφέρει κανείς μία ακόμη ντουζίνα σοβαρών discursive και non-discursive λόγων, που ερμηνεύουν με αντικειμενικά στοιχεία την αδυναμία της αριστεράς να ανταποκριθεί με ταχύτητα στην σύγχρονη κρίση που προκαλεί ο συνδυασμός της διάστασης του γερμανικού νεο-ηγεμονισμού στην ήπειρό μας, μέσω της επιβολής ενός καθεστώτος αντιπληθωρισμού και λιτότητας και της διάστασης του ολοκληρωτικού καπιταλισμού υπό την κυριαρχία ενός κεντρικά διευθυνόμενου και απολύτως αντιδημοκρατικά συγκροτημένου παγκόσμιου τραπεζικού συστήματος (: οικονομικής διακυβέρνησης).

Δεν θα ήταν, ωστόσο, σκόπιμο στο πλαίσιο αυτού του σημειώματος, να συνεχίσω, παρουσιάζοντας και αναλύοντας αυτούς τους λόγους, τα αίτια δηλαδή και τον μηχανισμό που αντικειμενικά περιορίζουν την πολιτική και κοινωνική δυναμική της αριστεράς σήμερα εντός αυτής της πρώτης μεγάλης μεταδιπολικής κρίσης στην Ευρώπη, με την Ελλάδα να πλήττεται πολλαπλά περισσότερο από κάθε άλλον.

Εδώ αρκεί να επισημάνω πως η αριστερά «δεν πουλάει» διότι πλέον αν δοκιμάσει να «την πουλήσει» κανείς στο πλαίσιο αυτής της σοβαρά διαταραγμένης και σε δραματική αμφισβήτηση πολιτικής αγοράς, ουσιαστικά θα απολέσει τον έλεγχο στο πολιτικό μάρκετινγκ και άρα τον πολιτικό έλεγχο των οικονομικών σχέσεων και πως η ίδια η αριστερά βρίσκεται σε ένα δίλημμα: Εάν δοκιμάσει να προσαρμοστεί απολύτως στις τηλεπολιτικές, θα αποκτήσει ίσως μία σχετικά μεγαλύτερη διείσδυση στην ελληνική κοινωνία, αλλά θα εκχυδαϊστεί ταυτόχρονα σε τέτοιο βαθμό που θα είναι αδύνατον να κυβερνήσει στο αμέσως επόμενο διάστημα με αποτελεσματικότητα και κύρος. Ενώ αν παραμείνει πακτωμένη στον «ξύλινο λόγο» εκπροσώπων της και στην άρνησή της να παίξει το παιχνίδι των οπτικοακουστικών μέσων, θα σκιαγραφηθεί ως περιθώριο. Και καμία κοινωνία δεν υποστηρίζει «το πολιτικό περιθώριο» ως κυβερνητική τουλάχιστον έκφραση.

Υπάρχει ωστόσο και μια άλλη οδός. Η αριστερά, αποφεύγοντας τον λαϊκισμό, τις γενικεύσεις, τον μηδενισμό και αφορισμούς οποιουδήποτε τύπου, να εστιάσει στην θεωρητικοποίηση του βιώματος του έλληνα. Ήρεμα, καλοδομημένα και χωρίς διάθεση υπεραπλουστεύσεων. Οι φορείς της αριστεράς θα αποκτήσουν σημαντικό πλεονέκτημα διείσδυσης στην σημερινή κοινωνία της κρίσης, εάν αντί να επιδίδονται σε στρατηγικές διέγερσης του τραυματικού συναισθήματος των ελλήνων, κάνουν αυτό που κανείς άλλος δεν μπορεί να πράξει. Να ερμηνεύσουν στρουκτουραλιστικά, όχι το κοινωνικό αίσθημα αδικίας, αλλά τις πραγματικές συνθήκες αποκλεισμού που το προκαλούν. Μία τέτοια ερμηνεία διαμορφώνει ταυτόχρονα και το θεωρητικό / δημοκρατικά, πλουραλιστικά σοσιαλιστικό πεδίο αντιμετώπισής τους. Δείχνει τον αριστερό τρόπο της λύσης στο ελληνικό πρόβλημα, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η αντανάκλαση της πρώτης μεγάλης μετανεωτερικής και μεταβιομηχανικής κρίσης στην Ευρώπη. Έτσι η αριστερά θα μπορούσε να μεταβληθεί πράγματι σε αυθεντικό φορέα της λύσης.

Περισσότερα

Ο Αλέξης και η αριστερά της κατάθλιψης…

Γράφει ο Δημήτρης Α. Γιαννακόπουλος

Δ. ΓιαννακόπουλοςΟ Αλέξης Τσίπρας συναναστρέφεται βασικούς φορείς του καπιταλισμού. Συνδιαλέγεται μαζί τους και δεν μιλά καν πλέον τη γλώσσα του αντικαπιταλισμού, τη γλώσσα, δηλαδή, της σύγκρουσης του σοσιαλισμού με τον καπιταλισμό. Είναι ένας ακόμη προδότης της αριστεράς ο Τσίπρας, λίγο πριν διεκδικήσει με αξιώσεις την κυβερνητική εξουσία στην Ελλάδα;

Δεν ξέρω τί είναι ο Τσίπρας, αυτό που γνωρίζω είναι πως με την αφήγηση της σύγκρουσης του σοσιαλισμού με τον καπιταλισμό δεν κάνεις πολιτική, αλλά επανάσταση: Δεν κάνεις συμμαχίες για μεταρρύθμιση για αστικό εκδημοκρατισμό με κοινωνικά κριτήρια και παραγωγική αναδιάρθρωση, αλλά συμμαχία για την εγκαθίδρυση μιας μορφής δικτατορίας του προλεταριάτου. Αυτό θα μπορούσες να πετύχεις θεωρητικά με τέσσερις τρόπους: με τον μπολσεβικικό, τον αναρχοσυνδικαλιστικό, την γενική απεργία ή ακόμη και μέσω εκλογών (το τελευταίο άκρως αμφιλεγόμενο).

Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να ορίσεις την έννοια και την μορφή της ανάπτυξης, δηλαδή από πού και πώς θα αντλήσεις υπεραξία για να διαμορφώσεις ένα επενδυτικό καθεστώς κάποιας μορφής εκβιομηχάνισης, ως το μεταβατικό στάδιο προς τον σοσιαλισμό. Να ορίσεις με άλλα λόγια το υποκείμενο και την δομή της εκμετάλλευσης. Αν δεν το κάνεις, προφανώς δεν είσαι σοβαρός. Είσαι παπατζής και λαϊκιστής ή απλώς θυμωμένος με εξεγερμένο υποσυνείδητο. Αν είσαι το τελευταίο, σε καταλαβαίνω και μάλλον σε εννοώ, αλλά θα ήμουν υποκριτής, αν ισχυριζόμουν πώς αυτό αποτελεί συνθήκη χειραφέτησης και επαναστατική, πολιτισμική δομή (έξη).

Για να μην μακρηγορούμε, η αφήγηση σοσιαλισμός εναντίον καπιταλισμού προϋποθέτει την κυριαρχία μιας συγκεκριμένης πολιτικής ηγεσίας, η οποία θα διακρίνεται από δύο διανοητικά χαρακτηριστικά ταυτόχρονα: θυμό (με την έννοια του angry) και καλοδιαρθρωμένη σαφήνεια ως προς το μοντέλο ηγεμονίας και εκμετάλλευσης, ως διαδικασία προς τον σοσιαλισμό (με την έννοια του articulation). Δίχως καί τα δύο αυτά, καλύτερα να κάνεις αυτό που εμφανίζεται να πράττει ο Αλέξης, που πλέον αποβάλει τον «θυμό» για να κερδίσει λίγη διακυβερνητική «σαφήνεια», δίχως στην πραγματικότητα και δυστυχώς να έχει στο πλευρό του μια αυθεντικά «articulate» ελληνική διανόηση – έτσι, την ψάχνει απεγνωσμένα στο εξωτερικό, αν και εκεί μόλις τώρα σχηματίζεται με μετανεωτερικά χαρακτηριστικά!

Τι κάνει ο Αλέξης; Παύει σιγά-σιγά να παίζει με τις μεταρομαντικές λέξεις του αντικαπιταλισμού, τις αφοριστικές έννοιες που χρησιμοποίησε (παραδοσιακά) η αριστερά, ουσιαστικά μετά την Δεύτερη Διεθνή – μετά το 1917 – και αρχίζει να προσπαθεί να προσεγγίσει αφηγήσεις που χαρακτήρισαν την Σοσιαλδημοκρατική πολιτική οντολογία κατά την περίοδο της Δεύτερης Διεθνούς (1889-1917), δηλαδή, περίπου, από τον θάνατο του Μαρξ (1883) μέχρι την επανάσταση του Λένιν. Αυτές τις αφηγήσεις εντάσσει εντός του μετανεωτερικού πλαισίου (δομή) που έχει διαμορφωθεί στην Ευρώπη μετά την κατάρρευση του «υπαρχτού σοσιαλισμού» και την λεγόμενη – και ατελή -«επανένωση» της Ευρώπης με την μορφή της ΕΕ.

Αυτές οι αφηγήσεις χαρακτηρίζουν γενικά την σημερινή Ευρωπαϊκή Αριστερά και επιχειρούν να αρθρωθούν εναρμονισμένες στο πλαίσιο μιας γενικής αντιιμπεριαλιστικής – και όχι αντικαπιταλιστικής – αντιμονοπωλιακής αφήγησης, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια πανευρωπαϊκή αριστερή μεταρρύθμιση με ειρηνικά μέσα και στον εκδημοκρατισμό των θεσμών της ΕΕ με κατεύθυνση μια αποκεντρωμένη ευρωπαϊκή ομοσπονδία της μορφής: Social Democratic Federation. Ti σημαίνει αυτό; Κάτι όχι απλό: εναλλακτική ηγεμονία με ήπιες πολιτικές και αναδιανομή υπέρ των δύο-τρίτων της κοινωνίας, σε ολόκληρη όμως την Ευρωπαϊκή δομή. Σημαίνει αυτό που έχω ορίσει στα γραπτά μου ως μεταμοντέρνα και μετανεωτερική «Keynes-Beveridge» προσέγγιση, η οποία όμως μεσο-μακροπρόθεσμα αν δεν επεκταθεί να καλύψει όλες τις επιμέρους χώρες της Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένης σε πρώτο στάδιο της Ουκρανίας και σε δεύτερο Ρωσία, Λευκορωσία και Τουρκία, με προοπτικές μάλιστα ακόμη μεγαλύτερης διεύρυνσης στον λεγόμενο χώρο της Ευρασίας, θα καταρρεύσει. Όπως σοσιαλισμό δεν θα μπορούσες ποτέ να κτίσεις με αειφόρα κοινωνικοοικονομικά υλικά σε μια χώρα, έτσι και σοσιαλδημοκρατία με την μορφή που εννοούσε μέρος της Δεύτερης Διεθνούς, δεν θα μπορούσες να έχεις σε μια χώρα. Η δομή της ΕΕ, ως κοινωνικός ασφαλώς, και όχι πολιτικός χώρος με την σημερινή διακυβερνητική μορφή, πράγματι θα μπορούσε να αποτελέσει τον σκελετό, το «σχήμα» κατά Pierre Bourdieu, για την διαμόρφωση ενός αυθεντικά Σοσιαλδημοκρατικού οικοδομήματος, που θα υπηρετούσε τον στόχο του αντι-ιμπεριαλισμού και αντι-μονοπωλιακού καπιταλισμού.

Επιχειρώ, σε αυτό το σύντομο άρθρο να βάλω τα πράγματα στη θέση τους και να ορίσω με μια μορφή κονστρουκτιβιστικού πραγματισμού την τάξη πραγμάτων που διαχωρίζει με σαφήνεια δυο αφηγήσεις. Την αντικαπιταλιστική από εκείνη την αντιιμπεριαλιστική-αντιμονοπωλιακή. Όποιος μπερδεύει αυτά τα δύο χρησιμοποιεί την ιστορία όχι ως εκσκαφέα της πολιτικής συνείδησης, αλλά ως οδοστρωτήρα. Είναι πρόδηλο πως αυτό έχουν ανάγκη να κάνουν οι σημερινοί οικονομιστές της κεντροδεξιάς και κεντροαριστεράς, όπως παραδοσιακά οι φασίστες που στην Ελλάδα, επίσης παραδοσιακά, εμφανίζονται ενδεδυμένοι με την ελληνική σημαία και ως προπαγανδιστές του εθνικισμού με φυλετικά και παραμορφωμένα πολιτισμικά χαρακτηριστικά. Είναι όμως ανάγκη να το πράττουν κομμουνιστές ή/και αναρχικοί;

Είναι, στο βαθμό που παραμένουν «angry», πικραμένοι και πληγωμένοι από την ιστορική εξέλιξη, την «αδικία» με κάποια έννοια, που υφίστανται στο πλαίσιο της Ευρώπης αλλά και στο στενό ελληνικό πλαίσιο. Για να το ξεπεράσουν θα πρέπει να μετατραπούν σε «articulate». Θα παραμείνουν όμως τότε θυμωμένοι-αντικαπιταλιστές; Εδώ δεν γνωρίζω την απάντηση. Αν ωστόσο κρίνω από τον εαυτό μου, θα έλεγα πως όχι… και αυτό δεν θα ήταν καλό για την πορεία προς τον σοσιαλισμό, έτσι τουλάχιστον όπως την είδε και την όρισε ο Μαρξ. Απαιτούνται και τα δύο σε ισορροπία μεταξύ τους, σαν την ισορροπία μεταξύ ισότητας και ελευθερίας.

Είναι παράδοξο, αναγνώστη μου, να είσαι και «angry» και «articulate» ταυτόχρονα. Αλλά μόνον έτσι μπορείς να συμβάλεις αντικειμενικά και πρωταγωνιστικά στην κοινωνική αλλαγή με σοσιαλιστική προσέγγιση: ή στο πλαίσιο του αντικαπιταλισμού, ή σε εκείνο του αντι-ιμπεριαλισμού / αντι μονοπωλιακού καπιταλισμού, ή ακόμη σε εκείνο του αντι-γερμανισμού με την έννοια του Germandom, που επιχειρείται σήμερα να εγκαθιδρυθεί δια των πολιτικών μεθοδεύσεων κυρίως στην ευρωζώνη.

Είναι τελικά ο Αλέξης Τσίπρας αντιιμπεριαλιστής, πολέμιος των μονοπωλίων και αντίπαλος του σύγχρονου γερμανισμού στην Ευρώπη; Είναι, αλλά όχι πλέον αρκετά «angry», ούτε βαθιά «articulate». Μόνον που το πρόβλημα αυτό δεν είναι προσωπική του αδυναμία, αλλά γενικότερο χαρακτηριστικό της σύγχρονης, αναδυόμενης Ευρωπαϊκής Αριστεράς. Κοιτάξτε, η αριστερά του προηγούμενου αιώνα αναδύθηκε και πρόσφερε στον εμπλουτισμό της κοινωνίας και του πολιτισμού, σκοτώνοντας τον Διαφωτισμό και τον μεταθεοσοφικό ρομαντισμό, αναγεννώντας την πίστη ως κοινωνικοοικονομικό φαινόμενο και όχι με την έννοια της «πίστης στον Θεό». Σήμερα η ευρωπαϊκή αριστερά για να προσφέρει κάτι προς την προοδευτική, ανθρωπιστική και ειρηνική εξέλιξη της ανθρωπότητας, πρέπει να σκοτώσει την πίστη γενικώς, ξανανταμώνοντας σε αυτό το σημείο με τις αρχέγονες βιοπολιτικές και βιοοικονομικές προσεγγίσεις του Διαφωτισμού. Αυτό θα ενίσχυε το «articulation», όπως το εννοώ, ακολουθώντας στο σημείο αυτό την προσέγγιση του Louis Althusser. Προφανώς, αυτό δεν θα είχε καμία σχέση με την αντίληψη της επανάστασης και την αντίληψη ηγεμονίας που επικράτησε στους αριστερούς που ακολούθησαν την λενινιστική αφήγηση από τον προηγούμενο αιώνα μέχρι τις ημέρες μας. Και αυτό φαίνεται να προκαλεί μία μορφή κατάθλιψης στον αριστερό.

Μεταξύ μας, μετά την εξάτμιση της αριστερής διανόησης και του αριστερού ακτιβισμού που συνδέθηκε με τον Μάη του 68, ολόκληρη η αφήγηση της αριστεράς θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «η αριστερά της κατάθλιψης». Ήταν η αριστερά που εμφανιζόταν με θεατρινίστικο τρόπο θυμωμένη και με επιτηδευμένο σνομπίστικο τρόπο «articulate», δίχως σοβαρή πολιτική ουσία. Ήταν η καρικατούρα της επανάστασης και η καρικατούρα του αντικαπιταλισμού, που κατασκευαζόταν με τα αντιδραστικά υλικά του συνωμοτισμού, του σεχταρισμού και του αριστερίστικου λαϊκισμού. Ήταν η αριστερά του αδιεξόδου.

Η αριστερά του Αλέξη Τσίπρα που επιχειρεί να εναρμονιστεί σε μία φρεσκοδομούμενη Ευρωπαϊκή Αριστερά, δεν γνωρίζω αν με όρους πρακτικής πολιτικής θα μπορούσε να υπερβεί το συγκεκριμένο αδιέξοδο. Κατά την γνώμη μου αυτό θα μπορούσε να συμβεί μόνον στον βαθμό που η διανόηση και η σύγχρονη ευρωπαϊκή πολιτική ελίτ της αριστεράς είναι αποφασισμένες να ξεφύγουν από το φάσμα της «πίστης», του παρτιζανισμού και των στρατοπέδων και να προχωρήσουν στην άρθρωση μιας Κοινωνικής Θεωρίας για τον Ευρωπαϊσμό, που ουσιαστικά θα ακυρώνει την έννοια περί ηγεμονίας του λενινισμού, για να οδηγήσει σε νέες αποκρυσταλλώσεις περί εναλλακτικής ηγεμονίας, που θα στηρίζονται σε νέους θεσμούς αυξημένης δημοκρατικής συμμετοχής για την λήψη των αποφάσεων (:άνοιγμα στην κοινωνία). Αυτό σημαίνει ένα νέο θεσμικό εγχείρημα για την προώθηση του πλουραλισμού σε ολόκληρη την Ευρώπη, σε ένα αντιιμπεριαλιστικό και αντιμονοπωλιακό πλαίσιο που ουσιαστικά θα εξασθενεί τους πατριαρχικούς θεσμούς κυριαρχίας και διακυβέρνησης.

Περισσότερα

Τι είναι αριστερά;

Γράφει ο Δημήτρης Καζάκης, οικονομολόγος – αναλυτής

Δ. ΚαζάκηςΗ αριστερά είναι μια μεταπολεμική επινόηση του αστικού κοινοβουλευτισμού προκειμένου να ενσωματώσει στην λογική του και να ευνουχίσει τις έως τότε επαναστατικές, λαϊκές και κοινωνικές δυνάμεις που εξέφραζαν στην πράξη και όχι στα λόγια τους καταπιεσμένους λαούς, τους πόθους και τα συμφέροντα των εκμεταλλευομένων στρωμάτων και τάξεων της κοινωνίας. Είναι τυχαίο ότι από την εποχή της Πρώτης Διεθνούς έως και τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, ποτέ οι επαναστατικές δυνάμεις που εξέφρασαν στην πράξη το εργατικό και λαϊκό κίνημα δεν αναφέρθηκαν στον εαυτό τους, ως η αριστερά;

Ο αστικός κοινοβουλευτισμός μετά τον Πόλεμο βάφτισε τις δυνάμεις, που μέχρι τότε κυνηγούσε αλύπητα και τις κρατούσε στο περιθώριο, σε αυτοτελή πολιτική παράταξη μόνο και μόνο για να πάψουν να παλεύουν ώστε οι ίδιοι οι εργάτες και ο ίδιος ο λαός να αναδειχθούν ως αυτοτελή υποκείμενα της πολιτικής. Κι έτσι αυτές οι δυνάμεις ευνουχίστηκαν, τα επαναστατικά τους προγράμματα μετατράπηκαν σε σλόγκαν χωρίς αντίκρυσμα, μόνο και μόνο για να αποκοιμίζουν τους αφελείς και από επαναστατικές δυνάμεις, δυνάμεις ανατροπής, μεταβλήθηκαν σε νομιμοποιητικό μηχανισμό της αστικής εξουσίας. Για να κυβερνά η δεξιά ήσυχα και χωρίς κίνδυνο επινόησε και μια αριστερά ως νομοταγή αντιπολίτευση.

Περισσότερα

Ο μεγάλος συμβιβασμός της αριστεράς

Του Δημήτρη Α. Γιαννακόπουλου

Μέσα από την μεγαλύτερη ελληνική, πολύπλευρη κρίση μετά τον εμφύλιο, φαίνεται να γεννιέται ετούτο που αλλιώς δεν θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει: ένα σύγχρονο κόμμα της φιλελεύθερης πλουραλιστικής αριστεράς. Και αυτό με την μορφή της Ριζοσπαστικής Αριστεράς που έρχεται να απαντήσει α λα ελληνικά στο δημοκρατικό παράδοξο: στο πάντρεμα της ελευθερίας με την ισότητα, εντός μιας κοινωνίας που προς το παρόν δεν δείχνει σημάδια τόσο υψηλής πολιτικής ωριμότητας που θα καθιστούσε το εγχείρημα κοινό στόχο της βούλησης και όχι απλώς της ρητορείας της πλειονότητας των Ελλήνων.

Η αστική δημοκρατία ηττάται καθημερινώς στον κόσμο μας. Είναι, αν θέλετε, η μεγαλύτερη απάτη που συνδέθηκε με την νεωτερικότητα και το μοντέρνο κεφαλαιοκρατικό κράτος. Ωστόσο μέσα από αυτή την απάτη διαμορφώνεται πολιτισμός, νόμος, οικονομία, σύστημα κατανόησης και εκτίμησης του πραγματικού, δηλαδή του συμφέροντος και κοσμοαντίληψη που καταλήγουν να φωτίζουν την αυταπάτη της δημοκρατίας πως τάχαμου είναι εφικτή η συμφιλίωση της ηθικής με την πολιτική. Όχι, δεν είναι, αλλά τι όμορφο θα ήταν αν η πολιτική εγκαλείτο από το ηθικό και κοινωνικά δίκαιο στο διηνεκές με όρους κοινωνικής ισότητας, αλληλεγγύης, σεβασμού της διαφορετικότητας, προστασίας του αδυνάτου, αλλά και αυστηρότητας στην αξιοκρατία, στον απολογισμό, όπως και στην ανάπτυξη οργανωτικών μορφών εναντίον κάθε είδος αποκλεισμού και ρατσισμού!

Περισσότερα

Νικήσαμε… και τώρα τι κάνουμε;

Του Δημήτρη Α. Γιαννακόπουλου

Ο ελληνικός λαός τόλμησε και σε σημαντικό βαθμό αποσπάστηκε από το δίκτυο της διαπλοκής, εκφράζοντας με αδιάψευστο τρόπο την βούλησή του να μην αποδεχθεί τις μεθοδεύσεις της πολιτικομεγαλοεπιχειρηματικής τάξης που οδήγησαν στον μονόδρομο της χρεοκοπίας, υπό την στρατηγική του ΔΝΤ και την διεύθυνση της γερμανικής κυβέρνησης.

Έτσι, θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει ότι ο λαός νίκησε τον φοβισμένο και παθητικό εαυτό του. Από δω και πέρα, όμως, τον λόγο έχει η πολιτική, η οποία θα πρέπει να διαμορφωθεί σε δύο απολύτως αλληλοεξαρτώμενα επίπεδα: το εσωτερικό και το εξωτερικό. Στο εσωτερικό, οι δυνάμεις που εξέφρασαν το «αντιμνημονιακό» αίτημα θα πρέπει να συνεννοηθούν και να συμπράξουν ώστε να διαμορφωθεί ένα διακυβερνητικό μέτωπο, που θα επιδιώξει την επανατοποθέτηση του ελληνικού προβλήματος στον διεθνή περίγυρο. Στο εξωτερικό επίπεδο θα πρέπει να αποκρυσταλλωθεί ταχύτατα μία νέα στρατηγική διαπραγμάτευσης, κυρίως με τους εταίρους μας στην ΕΕ, με παράλληλο άνοιγμα στις μεγάλες δυνάμεις του κόσμου και σε προοδευτικές περιφερειακές δυνάμεις και κυβερνήσεις.

Περισσότερα

Το ήρεμο ποτάμι της οργής στην κάλπη

Του Δημήτρη Γιαννακόπουλου

Τώρα που μάθαμε να συζητούμε ήρεμα και απλά, όχι όμως πια απλοϊκά, ας πλημμυρίσουμε την κάλπη με οργή…χαλαρά, με αυτοπεποίθηση, με βαθιά κοινωνική συνείδηση, με εμπιστοσύνη στις δυνάμεις μας, με διάθεση για χειραφέτηση και αυτοπροσδιορισμό. Με πίστη ότι οι λαοί δεν καταστρέφονται στο βαθμό που εμφανίζουν πολιτική ισχύ. Ας (επι)δείξουμε σε αυτές τις εκλογές την ισχύ μας, διεκδικώντας μια γνήσια δημοκρατική πλουραλιστική διακυβέρνηση, που θα κινήσει τον τροχό της ιστορίας προς τα εμπρός. Ας μην επιτρέψουμε την συντήρηση του ελεεινού πελατειακού καθεστώτος της μεταπολίτευσης του 1974.

Φίλε αναγνώστη, τώρα πια ξέρεις ότι είχα δίκιο. Είσαι παγιδευμένος σε ένα βαθιά πατερναλιστικό σύστημα πατρωνίας, το οποίο επί πολλά χρόνια υποδύεται την Δημοκρατία. Γνωρίζεις ότι η διαπλοκή είναι ένας πανίσχυρος μηχανισμός που παράγει ανισότητα και άθλια κουλτούρα για να συντηρήσει ένα ψευδοδημοκρατικό, ψευδο-ευρωπαϊκό καθεστώς, που ξεπερνώντας τα όριά του, οδήγησε την χώρα στην χρεοκοπία και εσένα σε ένα σπιράλ εξαθλίωσης. Αυτό το καθεστώς των διαπλεκομένων σε απειλεί ανοιχτά πλέον. Ή με υποστηρίζεις με την ψήφο σου, ή σε περιμένει το χάος, σου λέει. Ένας αξιοπρεπής άνθρωπος, και μόνον εξαιτίας αυτής της απειλής θα τους «μαύριζε». Δεν μπορείς, Κύριε, εσύ που με χρεοκόπησες, να με απειλείς στη συνέχεια και διαρκώς με πλήρη καταστροφή αν δεν συνεχίσω να σε υποστηρίζω στην ηγεσία της χώρας. Είσαι θρασύς, Κύριε: ο δικομματισμός σε αυτές τις εκλογές συνθέτει ρεσιτάλ θράσους. Η προεκλογική παρουσία του ήταν μια ατελείωτη φαρσοκωμωδία – και το τονίζω δίχως την παραμικρή εμπάθεια.

Περισσότερα

Ο αναποδογυρισμένος κόσμος της αριστεράς

Γράφει ο Μαυροζαχαράκης Μανόλης,
Κοινωνιολόγος – Πολιτικός Επιστήμονας

Μία κριτική του αριστερού συντηρητισμού

Η στασιμότητα

Εν μέσω κρίσης η αριστερά και η κεντροαριστερά με την ευρεία έννοια επιχειρούν να αυτοπροβληθούν διεθνώς ως εφικτή εναλλακτική πρόταση στο κυρίαρχο ρεύμα του νεοφιλελευθερισμού. Στην προσπάθεια αυτή προβάλλεται η εύλογη ένσταση ότι οι προτεινόμενες κεντροαριστερές και αριστερές πολιτικές είναι στάσιμες και εν μέρει ταυτόσημες με την υπεράσπιση του status quo. Συγχρονισμένες δηλαδή με μια λογική που αποτρέπει την κοινωνική μεταβολή.

Περισσότερα

Εκλογές 2012, πολιτική και πολιτισμός

Του Δημήτρη Α. Γιαννακόπουλου

Μια παρότρυνση για εκλογική πρωτοβουλία

Συνήθως το επίπεδο διεξαγωγής γενικών εκλογών θεωρούμε ότι χαρακτηρίζει το επίπεδο του πολιτικού πολιτισμού μιας χώρας, την περίοδο της ύστερης νεωτερικότητας ή κατά τη μετάβαση στη μεταμοντέρνα εποχή. Μόνον που το επίπεδο αυτό δεν είναι άσχετο από το γενικότερο σύστημα αξιών, στάσεων, συμπεριφορών, προκαταλήψεων, ιδεών και προσδοκιών που κυριαρχεί στο εκλογικό σώμα. Και το τελευταίο απόλυτα συνδεδεμένο με τον τρόπο που ο κάθε πολίτης ιδεολογικοποιεί τις υλικές σχέσεις που τον ορίζουν ατομικά και κοινωνικά. Δηλαδή, οι γενικές εκλογές αναπαριστούν πολιτικά την γενική κουλτούρα και αποκρυσταλλώνουν όψεις ιδεολογικών προσεγγίσεων της κοινωνικής πραγματικότητας.

Περισσότερα

Ο τυφλός «πόλεμος» στην Ελλάδα

Του Δημήτρη Γιαννακόπουλου

Η κυβέρνηση δηλώνει ότι πραγματοποιεί επανάσταση σε μια χώρα που βρίσκεται σε κατάσταση ανάγκης και υπό διεθνή έλεγχο. Το καθεστώς αποδέχθηκε το memorandum των δανειστών της Ελλάδας και παρέδωσε την κοινωνία όμηρο στα χέρια της τρόικας. Αυτό ασφαλώς δεν αποκαλείται επανάσταση, αλλά πραξικόπημα, που καταλύει την λαϊκή κυριαρχία. Η κοινοβουλευτική πλειοψηφία, δηλαδή, με τους ευκαιριακούς συμμάχους της επιχειρεί πραξικοπηματικά να μεταρρυθμίσει την θεσμική και οικονομική λειτουργία, σύμφωνα με ένα σχέδιο το οποίο με οικονομικούς όρους το μόνον που μπορεί να πετύχει είναι να απορυθμίσει την κρατική και κοινωνική οργάνωση. Δεν χτίζεις με το μνημόνιο, αλλά αποκλειστικά γκρεμίζεις, βομβαρδίζοντας κοινωνικές σχέσεις και εργασιακά δικαιώματα.

Το μνημόνιο δεν φτιάχτηκε για να περιγράψει την θεσμική ανασυγκρότηση, αλλά για να επιφέρει την διάλυση ενός συστήματος το οποίο δεν μπορούσε να λειτουργήσει στο πλαίσιο της ΕΕ και της ευρωζώνης. Μόνον που αυτό είναι ακριβώς το σύστημα που δόμησε το καθεστώς στην Ελλάδα με την ουσιαστική ενθάρρυνση των κυρίαρχων δυνάμεων της παγκοσμιοποίησης και της Ευρωπαϊκής ενοποίησης. Οι άνθρωποι του πελατειακού καθεστώτος στην χώρα γκρεμίζουν το σπίτι που κατασκεύασαν, με κοινωνικούς πόρους ασφαλώς, για να ευδοκιμήσουν οι ίδιοι και οι πελάτες τους, πολιτικώς, κοινωνικώς και οικονομικώς. Γκρεμίζουν το οικοδόμημά τους, αφήνοντας όμως τον λαό να ζήσει στα ερείπια και με τα ερείπια, για να διεκδικήσουν αμέσως μετά οι ίδιοι την εξουσία, ευαγγελιζόμενοι την ανοικοδόμηση, με βιοοικονομικά μάλιστα υλικά (πράσινη ανάπτυξη)! Ο εργολάβος της κατεδάφισης, κατά ένα παράλογο τρόπο, ισχυρίζεται με θράσος ότι είναι ο πλέον ικανός κατασκευαστής μιας άλλης, σύγχρονης δομής, προσαρμοσμένης στις τρέχουσες ανάγκες της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας.

Περισσότερα

«Πες τα απλά!»

Του Δημήτρη Γιαννακόπουλου

Κατάφερα να τσαντίσω ακόμα και τους φίλους μου. «Πες τα απλά!», απαιτούν εμφανώς αγχωμένοι πλέον. Προσπαθώ, αλλά δυστυχώς φαίνεται να μην τα καταφέρνω. Με εμποδίζει προφανώς η επίγνωση ότι η απλότητα στην προβληματοποίηση της πραγματικότητας, που εκφράζεται μέσω της απλοϊκότητας του λόγου, οδηγεί στην καλλιέργεια στάσεων και συμπεριφορών που τροφοδοτούν το σημερινό χυδαίο οικοδόμημα του δημόσιου λόγου στην Ελλάδα.

Απλά τα λέει ο Γιώργος και η κυβέρνησή του, απλά και ο Σαμαράς, απλά και η Παπαρήγα. Η υπόλοιπη αριστερά τα βλέπει λιγότερο απλά, αλλά τα εκφράζει εξίσου απλοϊκά. Για τους νεοφιλελεύθερους με βούλα, τα πράγματα δεν είναι απλά, είναι μάλλον απλουστευτικά. Όσο για τους εκκολαπτόμενους νεοφασίστες στην χώρα μας, η οποιαδήποτε λύση στην κρίση προσομοιάζεται με την τελική λύση των κληρονόμων του ευρωπαϊκού φασισμού και ναζισμού.

Ο δημοκρατικός λόγος δυστυχώς δεν είναι απλός. Η απλοϊκότητα στον πολιτικό λόγο υποκρύπτει ολοκληρωτικές αντιλήψεις και οδηγεί αναπόδραστα σε αυταρχικές συμπεριφορές. Η δημοκρατία για να συνυπάρξει με τον φιλελευθερισμό, απαιτεί βαθύ στοχασμό, αντιδογματισμό και διαρκή εξερεύνηση των πολιτικών μέσων, ώστε η καπιταλιστική οικονομία να χειραγωγηθεί από τις επιμέρους κοινωνίες και όχι οι τελευταίες από αυτήν. Η πολιτική φιλοσοφία και η επιστήμη που αποτελεί το εφαρμοσμένο τέκνο της, δεν μπορούν να αγνοούνται από τον τεχνικό της εξουσίας. Οι πολιτικοί μας διαπράττουν πολιτικά εγκλήματα διότι είναι φούσκες που γεμίζουν με αέρα κοπανιστό τον οποίο παράγουν διάφορα κέντρα συμφερόντων στον κόσμο, ή συντηρούν μουχλιασμένα δόγματα προηγούμενων τυχοδιωκτών.

Περισσότερα