“Με θέα τη λίμνη” – Απόσπασμα μυθιστορήματος του Σπύρου Σταύρου Χρήστου

Χελιδάνθρωποι στο σκοτάδι και ομίχλη

Πηχτό, υγρό, σύμμεικτο με ομίχλη, σκοτάδι, άπλωσε τα μεγάλα πέπλα του, κατάπιε τον πύργο των βουνών που περιβάλει το λεκανοπέδιο, έκανε την έφοδό του και κάλυψε την πόλη. Η νύχτα με τα βελούδα μαύρα σκαρλί* ενδύματα, που άπλωσε πάνω από το αλώνι της λίμνης, το μιναρέ του κάστρου, τις πολυκατοικίες, τους χαμηλούς λόφους περίξ, χαρτογραφούσε μεγάλες κηλίδες βαθύ μελανί και μολύβι, στα αφώτιστα σημεία. Ο όγκος του λόφου με τα πεύκα βορειοδυτικά, έντονος πίσσα, έγραφε μια νοητή γραμμή, πιο πίσσα μέσα στην πίσσα, στον ορίζοντα. Η ομίχλη ερχόταν αναρίθμητα από τη λίμνη, έφτιαχνε μεγάλα σχήματα κυκλικά, στρόβιλο, περικαλύμματα, ένα ένδυμα υπόλευκο, χρυσόθαμπο, γύρω από τα λαμπιόνια σαν κρεμασμένες κουκούλες στους φανοστάτες στις λεωφόρους. Οι προβολείς των αυτοκινήτων σχημάτιζαν κάθετα χρυσά καδρόνια, λίγα μέτρα φώτιζαν, καθώς κατέβαιναν την “Αβέρωφ” προς το Μόλο. Τα λάστιχα έτριζαν στην υγρή άσφαλτο του οδοστρώματος, που έλαμπε από μια υγρή επίστρωση χρυσόχρωμη στιλπνή γυαλάδα.

Η ομάδα των “χελιδονάνθρωπων”* προχώρησε προς την Πλατεία “Πύρου”, πέρασε τα φανάρια στην Πλατεία “Ελευθερίας”, έκανε μια στάση μπροστά στον πύργο του ρολογιού, σαν να παραταχθεί και σωρεύσει καινούργιες δυνάμεις ή για να πάρει μια ανάσα. Καινούργιος όγκος ομίχλης από τη λίμνη έκανε έφοδο στην πόλη. Άλλα ογκώδες ανάγλυφα γκρίζου, σκόνταφταν στο Κάστρο, ανέβαιναν τους τοίχους, κουκούλωναν όλο το λίθινο τοπίο, τον μιναρέ, τα σπίτια, τα εβραϊκά στην “Κουντουριώτη”, τα Ταμπάκικα και “Κουρμανιό”, ανηφόριζαν στην οδό “Αβέρωφ”, σκαρφάλωναν, φλόκια μεγάλες τουλίπες αναμαλλιασμένες, καταπλάκωναν τις πολυκατοικίες, περιόριζαν επιπλέον την ορατότητα του φωτισμού. Φλόκια, στημόνια, ντάνες, μπάλες, δακτυλίδια μεγάλα ασήμι, θημωνιές και ανάγλυφες μορφές, χούνες, μεγάλα τούνελ, μετακινούνταν, ανακατευόταν, συμπυκνώνονταν, γινόταν μύρια υγρά σωματίδια στην ατμόσφαιρα. Το ομιχλώδες τοπίο άλλαζε συνεχώς μορφές, ενώ η λίμνη έστελνε αφειδώς καινούργιες προμήθειες. Τα μεγάλα σχήματα, που αποθήκευε ο αχυρώνας του κάστρου, σκαρφάλωναν τα τοίχοι, έσπρωχναν τα άλλα νέφη στις λεωφόρους, στροβιλιζόταν, έγνεφαν καινούργια περιτυλίγματα στους φανοστάτες, έβαζαν άλλα πούπουλα πάνω στο βέλο των δέντρων, τα οποία φαινόταν σαν μεγάλες θημωνιές στα άλση, με λοφία χρυσά, ασημί, από τους φωτισμούς και άλλες χρωματικές διακοσμήσεις. Οι τριγωνικές κόμες των χαμηλών ελάτων έφτιαχναν ένα υποπεδίο στον ορίζοντα με τους φωτισμούς, μια παράτα βουναλάκια στην πλατεία “Ελευθερίας”, σαν συνοικία με βλάχικα καλύβια. Οι μεγάλοι προβολείς, με τους θαμπωτικούς φωτισμούς, στους φανοστάτες της αφετηρίας των αστικών συγκοινωνιών είχαν πυκνά, συμπιεσμένα περιτυλίγματα ομίχλης. Οι πυρήνες τους ήταν κοκκινέλια άστρα, που αχνόφεγγαν με χρυσούς κύκλους. Το νέφος γινόταν μια τεράστια τουλίπα υπόλευκη, έκλεινε τους φωτισμούς τους περιόριζε δίχως να μπορούν να αγκαλιάζουν τους χάλκινους ανδριάντες επιφανών ανδρών, το μνημείο των μπιζανομάχων στο πάρκο, οι οποίοι ήταν σχεδόν αόρατοι από τα μεγάλα νέφη ομίχλης που τους είχαν περιτυλίξει.
Όλο αυτό το συμπάν, πουπουλένιο κάλυμμα ξάνθιζε, έφτιαχνε κώνους, ενδύματα γκριζόχρυσα, σταλαγμίτες φωτισμών ενδιάμεσα στα δέντρα, κυλιόταν, νεφέλες, διαλυόταν, ξεσκιζόταν, αιώρα πετάμενα κουρέλια, τα οποία στην άνοδο κατάπινε το μελανό σκοτάδι της πίσσας. Καινούρια μύρια κρύσταλλα συμπύκνωνε το αόρατο χέρι της φύσης, η κλιματική συνθήκη, κινούνταν κάθετα, οριζόντια, πάνω από το υπόλευκο φωτισμό της οδού, γινότανε μεγάλες σταγόνες, έπεφταν συνεχώς προμήθειες στάλες χρυσόχρωμες στο οδόστρωμα.

Η ομάδα των “χελιδονάνθρωπων”, μετά την παύση, συνέχισε να τρύπωνε το υγρό υπόλευκο, καθώς μετακινούνταν, έκανε στάσεις και παύσεις στο πεζοδρόμιο, έμοιαζε σαν μια κηλίδα πίσσας που άλλαζε διαδοχικά σχήματα σαν αμοιβάδα.

«Γαμώτο τον Τραχαρχίδα του, μέσα», είπε με διάχυτο θυμό ο ψηλός της παρέας, ο Φωκίων.
«“Έ, mister τζατς”*, πρόσεχε τις χοντράδες που εκστομίζεις. «Μην κάνεις στόχο άλλες αξίες», τον διέκοψε άμεσα, ο Συμεών, αναλαμβάνοντας ως συνήθως, εμμέσως πλην σαφώς, το ρόλο τού να τον φρενάρει από τις απίθανες, ανοησίες, τα απρόβλεπτα που μπορούσε να εκφράσει, αφειδώς, η μεγαλοφυής εμμονή της κοτσάνας του Φωκίωνα, όταν έπαιρνε στροφές ανάποδα.

Εντωμεταξύ, η πομπή τους είχε κατέβει τα πεζοδρόμια δίπλα, στη Μεραρχία, την Εθνική Τράπεζα, στα Λιθαρίτσια, και έστριψε δεξιά προς τις εγκαταστάσεις της ΕΗΜ, όπου ήταν η αίθουσα που διοργανώνονταν η παρουσίαση ποιητικής συλλογής του ομογενή ποιητή Β. Τραχανίδα.

«Την πουτάνα μου. Γαμώτο το Μαυροτσούκαλο. Κομματόσκυλα, ανίκανα. Ποτέ δεν θα απαλλαχθούμε στη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας. Στη μπανανία», συνέχισε με το ίδιο θυμώδες ύφος ο “ψηλός”, αλλά αυτή τη φορά με μεγαλύτερο στόμφο και ένταση στον τόνο της φωνής. Ήταν διακαής του στόχος η διαπόμπευση του αναπληρωτή διευθυντή. Το γεγονός του ήταν η αφορμή.

«Έ, mister μαντζαφλάρα» του απευθύνθηκε ένας της παρέας, με εναλλάξ παρατσούκλι, από τη ντουζίνα των εφεδρειών που του είχαν βαφτίσει οι συνάδελφοι της υπηρεσίας των “χελιδονάνθρωπων”. Ο Φωκίωνας μετατόπισε με το αυθόρμητο γκρινιάρικό του ύφος, με σκόπιμη πονηριά, την απέχθεια στον αναπληρωτή, ο οποίος αφενός αποτελούσε σημείο αναφοράς του, αφετέρου να κεντρίσει την εξίσου απεχθής αντιπάθεια των συναδέλφων του. Είχε απείρως γυμνάσια εξασκήσεων και επιτεύγματα στο σπουδαίο του άθλημα, να χαρακτηρίζει την ανικανότητα και υστέρηση του αναπληρωτή. Υπήρχε στη στέπα της Κατσικούρας μόνο για να αντιπαλεύει στην εσωτερικότητά του τις εμμονές αναρρίχησής του σε πόστα εξουσίας, εμμονές τις οποίες ξεστόμιζε και ανακύκλωνε με όποια αφορμή του διδόταν.

«Δεν ξεπαστρεύει ο τόπος τη μούχλα, τους βολεμένους με τις αδαείς συμπεριφορές, κατά προσωπική σου επιθυμία», έριξε επιπλέον λάδι στη φωτιά που άναψε, ο Φωκίωνας, ολοκληρώνοντας ο προηγούμενος.

«Ε, εντάξει. Στην προκειμένη, είναι άτοπο και άστοχο να ανοίγουμε τέτοια συζήτηση», προέβη σε ρόλο πυροσβέστη η Εσπεράντσα, η οποία λιγομίλητη, αλλά σε στιγμές κλειδιά έδινε το παρόν της. Αφενός προσμέτρησε την πονηριά του συνάδελφου αφετέρου να βάλει φρένο στην πιθανή καινούργια έκρηξη του Φωκίωνα. Μάταια όμως. Άναψε καινούργιο κύκλο οξύθυμης συζήτησης.

«Μπα, υποχρεωτική συμμετοχή…! Τι ολοκληρωτισμό παριστάνει; Τι λέτε όρε παιδιά, θα μας τρελάνετε. Μας μάραναν οι καθωσπρεπισμοί», μούγκριξε ξανά το θυμό του ο Φωκίωνας.
«Προφανώς. Αλλά χωράει πολύ κουβέντα αυτό και, δεν είναι ώρα τώρα.», συνέχισε με χαλαρό τόνο, για να επαναφέρει στη τάξει το Φωκίωνα η Εσπεράντσα, και συνέχισε «Έ, δεν θα το κάνουμε Κόσοβο, για τη συμμετοχή μας σε μια παρουσίαση βιβλίου ομογενή ποιητή», πλάτυνε κάπως τον τόνο της φωνής για να καλύψει τις εκτεταμένες μουγκριστές αποδοκιμασίες του Φωκίωνα.

«Άκου να δεις η Εσπεράντσα, που έρχεται με κάτι προβοσκίδες τα πρωινά στο γραφείο, χρειάζονται δέκα καφέδες και, αν πει την καλημέρα. Να σκάσει χαμόγελο χρειάζονται τόσοι κι άλλοι τόσοι, ή καμία ιδιάζουσα παρουσία… Το χαμόγελο στα χείλια της το ’χει ρεζερβέ για μερικούς, μερικούς. Να τη κελαηδάει», είπε ψιθυριστά η Έρικα στα αφτί του Συμεών.

«Πού το πάς;» την ξάφνιασε ο κοφτός τόνος του Συμεών.

«Τα καρφιά σου έμειναν» έδωσε συνέχεια η Έρικα, αλλά ο Συμεών προσπέρασε ή έκανε πως προσπέρασε για να μην παρακωλύεται σε επιπλέον ανοησίες αντιζηλίας της Έρικας.
Εκείνη ωστόσο δεν παρέλειψε την ευκαιρία, όσο ο χώρος δεν ενδείκνυται για κάτι ανάλογο, εντούτοις την άδραξε. Γνώριζε εκ των προτέρων πώς καθώς ο Συμεών την απέφευγε, κάτι μυστικό της έκρυβε. Αλλιώς πώς να αντιλαμβανόταν την Εσπεράντσα, της οποίας δεν έσκαγε χαμόγελο στα χείλια, ενώ με την παρουσία του της χαμογέλαγαν και τ’ αφτιά…

«Εσύ τι ζόρια τραβάς…;» απάντησε με λιτό αυστηρό τόνο ο Συμεών.

Η Έρικα κατάπιε ένα χαμηλότονο μουγκρητό, το οποίο δεν έγινε αισθητό από τον Συμεών. Συμβιβάστηκε της ιδέας πώς δεν ήταν η ώρα για τέτοια παρατράγουδα, άλλωστε μερικές τέτοιες ιστορίες τις αφήνουμε στη λήθη του χρόνου, ενόσω αργοσβήνουν στον ορίζοντά του. Υπέθετε, ωστόσο, πώς η συγκεκριμένη της υποψία αργόσβηνε στην ομίχλη που έβαζε ο χρόνος και δεν θα λαμπύριζε όπως λαμπυρίζουν τα φώτα στους φανοστάτες ενώ η ομίχλη που τα περιβάλλει είναι ασύλληπτα πυκνή. Την κατάτρωγε μέσα της αυτή η ιδέα η οποία της ήταν διαρκής εμμονή, όπως του Φωκίωνα με τον αναπληρωτή. Αυτού στάθμευε το μυαλό και δεν ήθελε να πιστεύει πως μέσα στην τόση πυκνή ομίχλη, κάπου σε μια εστία υπήρχε άσβηστος ο ερωτικός πόθος του Συμεών με την Εσπεράντσα, τον οποίο αυτή ήρθε να εξουδετερώσει. Σε αυτό της το βάσανο δεν θα έβρισκε βάλσαμο, της έτριζε διαρκώς τον ψυχισμό, της ξεσήκωνε μυστηριώδεις αισθήματα ζηλείας, απίθανες ψυχολογικές καταστάσεις βίωνε, είχε εντελώς παραλλαχτεί και είχε ρίξει ρίζα στο μυαλό της η ιδέα πώς για να τον είχε εντελώς δικό της θα ’πρεπε να ήταν κάπου απόμερα. Πιθανόν στο χωριό της πίσω από το Σμόλικα όπου οι δικοί της εγκατέλειψαν το βλάχικο καντούνι και εγκαταστάθηκαν στα Γιάννενα, ίσως να έβρισκε την ερωτική της ηρεμία. Να μην της έβαζε ο ψυχισμός της τις θύελλες και τα μποφόρ ανησυχίας πώς άνα πάσα στιγμή τον χάνει τον Συμεών, ο οποίος είναι υπό την απειλή του θηλυκού στοιχείου.

«Έ, ρέ βαρεμάρα που με ’χει πιάσει», έλεγε για να αποκολλήσει από αυτή τη μιζέρια. Αλλά την παρηγορούσε η ιδέα την εγκατάστασής τους στο χωριό. Έβρισκε επιπλέον βάλσαμο όταν κουβέντιαζαν για τις ρίζες καταγωγής του και, ο Συμεών μιλούσε με άπειρη φλόγα πατρικής αγάπης, τόσο που εντόπιζε πώς αν του πρότεινε να εγκατασταθούν στο χωριό θα το αποδεχόταν δίχως να φέρει αντίρρηση. Εντόπιζε όμως η ίδια τους δικούς της ενδοιασμούς. Αν τυχόν την απέρριπτε και είχε αναγνώσει πώς η πρότασή της ήταν εκ του πονηρού, τότε τι γινόταν. Να εκδηλωνόταν τόσο επιπόλαια. Όλα αυτά της είχαν γίνει βασανιστήριο και ένα κουβάρι στο στήθος τη βάραινε, δίχως να μπορέσει να το καταπιεί. Έπρεπε όμως να βρει μια λύση, πριν όλο αυτό το βάρος που ένιωθε στο στήθος γίνει πάγος και δεν καταφέρει με όποια της ψυχική θαλπωρή, θερμότητα να τον λιώσει. Γιατί ο τρόπος που συμπεριφερόταν εκδήλωνε αφειδώς επιπολαιότητα ή, τουλάχιστον έτσι η ίδια το αντιλαμβανόταν. Η χειρότερη όμως ασθένεια είναι η θηλυκή ζηλοφθονία. Μέχρι το σημείο αυτό είχαν προσεγγίσει τα ερωτικά της καμώματα για τον Συμεών την εσωτερική της πραγματικότητα. Ζούσε μόνο για αυτόν, με όλη τη δύναμη της ψυχής, όλη την ένταση των αισθημάτων της σκεφτόταν μόνον αυτόν. Ξάπλωνε με ένα όνειρο για τον Συμεών και ήθελε να ξυπνάει μόνο με αυτό. Την ερωτική της γαλήνη αποσκοπούσε, δίχως ωστόσο να αντιληφθεί πώς ο τρόπος της ήταν στα όρια του εφήμερου γκροτέσκου και σε κάποιο σημείο του ορίζοντα οι δρόμοι τους θα χώριζαν.

«Όχι είπε!» και πετάχτηκε απότομα σαν κάτι να την κέντρισε, γαζώθηκε στον Συμεών, να απαλλαχθεί από το μοιραίο κακό που τριβέλιζε το μυαλό της.
Ο Συμεών σαν να είχε μετρήσει την αναμπουμπούλα, την ομίχλη που κουβαλούσε το μυαλό της, την όλη ταραχή που προκλήθηκε στην εσωτερικότητά της την αγκάλιασε με πάθος, την έσφιξε στο στήθος, την καταλάγιασε, τη χαλάρωσε.

Εκεί ήταν το περιβόλι της ψυχής της και όσες φορές εντόπιζε τα ψυχοερωτικά της αδιέξοδα, γινόταν ένα πακέτο μαζί του. Τον μαστίγωνε στα φιλιά, σαν να τον έχανε. Αυτός ήταν το παυσίπονό της.
«Μου ξελασπώνεις την ψυχή μου, από το βάλτο της αβεβαιότητας και ανασφάλειάς μου», του είπε κάποια φορά σε στιγμές χαλάρωσης, με σαφή και αυθόρμητη ειλικρίνεια, στοιχείο το οποίο ο Συμεών το ’χε θεωρήσει από τα σπουδαιότερα ενός αυθόρμητου, πηγαίου, αυθεντικού και ειλικρινή έρωτα, όσο εφήμερη και με στερητικά σύνδρομα αναδιπλωνόταν η Έρικα.

Ήταν μάντης του αυθόρμητο και ότι τέτοιο ρίζωνε μέσα του, προσπαθούσε να το κάνει δικό του. Της Έρικας ότι η φύση της είχε στερήσει ως διάνοια της τα ’χε προσφέρει απλόχερα, αφειδώς στην εμφάνιση. Είχε αθλητικό παράστημα, με γλυπτές καμπύλες, μέση δακτυλίδι, ανασηκωτούς ώμους, προκλητικά εκτεταμένο στήθος, λατινικό πηγούνι, ζωγραφιστή μυτούλα, προσωπάκι συμμετρικό με γαρύφαλλα στα χείλη και τριαντάφυλλα στην παρειά, μάτια λαδιά, βηματισμό θαρραλέο. Εδώ κρατούσε η ράτσα της η βουνίσια. Το στερέοτυπο το βλάχικο. Κοτσονάτη βλάχα, όχι να μακιγιάριζε, περιποιούταν το τουπέ της. Η λαλιά της ήταν κελαηδιστή, κελαρυστή, κομπιαστή, σαν αηδόνισμα, με παρτιτούρες, κογκέλες, και νότες γλυκύτατες. Σαν ερωτικό ενύπνιο ή ερωτικό κάλεσμα.

Ο διάλογος των χελιδάνθρωπων συνεχίζονταν μέσα στο σκοτάδι της ομίχλης.

Αυθόρμητος, αυθεντικός “παράνομος” έρωτας

Ιδιάζουσα περίπτωση. Άλλωστε και οι στενές του φίλες, η Δήμητρα και η Χρύσα, έμειναν έκπληκτες καθώς επί 20 συνεχόμενα λεπτά άκουγαν τη συνδιάλεξη στο τηλέφωνο μαζί της κάποιο πρωινό στο γραφείο.

Της Δήμητρας γέμισε το πρόσωπο μορφασμούς, λακάκια, απορίας, σούφρωσαν τα χείλη, κατάμεστο έκδηλες νύξεις, όταν απάντησε στο ερώτημά της, με τις έμφυτες συμπαθητικές του αμηχανίες, πώς μιλούσε με την Εσπερέντσα.

«Αλήθεια;! Να το πιστέψω;! Ρε μπαγκάσα, τι πιθανότητες προσεγγίζεις. Αυτή είναι είδηση. Μάλλον, για το βιβλίο Γκίνες.»

«Μη καταχράζεις τις αδυναμίες…», προσπάθησε να της απαντήσει, αλλά η φωνή κάπως κόμπιασε, δεν του έβγαινε από το στήθος, να αρθρώσει πρόταση και διαλευκανθεί ενότητα.

«Βρε μουλωχτό, κατάφερες σχέση με το ψυγείο;! Την κάλμαρες, την έλιωσες, την έψησες;»
Ο Συμεών είχε στυλώσει το βλέμμα με έμφυτες τις άπειρες αδυναμίες που τους είχε και αμήχανα, κατέβαλε επιπλέον προσπάθειες κάτι να πει, αλλά αυθόρμητα τον διέκοψε η Χρύσα, η οποία άφησε τα πληκτρολόγια του υπολογιστή.

«Κατά τ’ άλλα άπειρες οι αδυναμίες, ρε συνάδελφε με τις έμφυτες αμηχανίες και τις κατακτήσεις σαν Δον Ζουάν. Παπούτσι δεν χαλάς που ανάθεμά σε. Αθόρυβος γυναικοκατακτητής. Τη ζούπισες ρε τη στέρφα;», ολοκλήρωσε την παρέμβαση σαν σίφουνας, πετώντας το χειμαρρώδες λαμπερό βόστρυχο χνούδι πίσω από τους ώμους, η Χρύσα. Τα λαδοπράσινα της μάτια, με έντονο φωτισμό και μια διάχυτη περιέργεια, τα είχε στυλώσει βεντούζες στου Συμεών, ο οποίος χαμήλωσε πλευρικά προς αριστερά το κεφάλι, ένιωσε ένα εσώτερο τριγμό και ενδιάμεσα αποσπάστηκε, βυθίστηκε στο γεγονός το οποίο όλες οι ενδείξεις, οι προσπάθειες και συμπεριφορές με την Εσπεράντσα συνηγορούσαν σε μια αυστηρά ευθυγραμμισμένη μυστικότητα, το οποίο γεγονός, αποτελούσε απόθεμα ψυχικό αποκλειστικά των δύο και δεν επιθυμούσαν την παραμικρή αφορμή να διαρρεύσει προς τα έξω. Νόμιζαν. Σε τι; Σε μαντικές πνευματικές δυνάμεις να αποκαλύψουν και ξεκουκουλώσουν το μυστικό τους. Ουδέν κρυπτών κάτω από τον ήλιο διδάσκουν οι αρχαίοι ημών. Έλα μου. Ένα ελαφρύ κοκκινωπό κύμα χρωμάτισε την επιδερμίδα στο πρόσωπό του έως τ’ αφτιά. Αλλά εκείνος ο χαρακτηρισμός της Χρύσας «Τη ζούπισες τη στέρφα», του ήταν μπηχτό μαχαίρι στην καρδιά. Σαν να κατάπιε τη γλώσσα του, δεν του άνοιγε ο γνάθος καθώς προσπάθησε να της απαντήσει μα η φωνή της ήταν τρεχάτη όπως ο άνεμος.

Αποχώρησε από το γραφείο δίχως να βγάλει μιλιά, όπως παίρνει την ουρά του ανάσκελα ο δαρμένος σκύλος. Εν τω μεταξύ αναπαρήγαγε η ακουστική του, όλο εκείνο το απόθεμα, του ηχούσαν στα αφτιά μύριες φωνούλες, ρονρονίσματα της Εσπεράντσας εκείνη τη νύχτα με πανσέληνο, στο γρασίδι της ιτιάς. Πού στέρφα; Τέτοια θηλυκότητα! Την τύφλα τους και η Δήμητρα με τη Χρύσα.

«Εσύ», του είπε «είσαι ένας τίμιος άνθρωπος, ο πλούτος του ψυχισμού των φτωχών. Έχετε χρυσή καρδιά, είστε τόσο ευαίσθητος και καλός άνθρωπος και σε έστειλε ο Θεός να κάνετε ευτυχισμένη μια γυναίκα όπου την ανεβάζουν και κατεβάζουν μια στέρφα. Το διάβασα στο βλέμμα σας από την πρώτη στιγμή που σε είδα.»
Ήταν αργά μετά μεσάνυχτα. Οι συνάδελφοι ετοιμαζόταν να αποχωρήσουν από το τόολ ενόσω είχαν τελειώσει τη συσκευασία τροφίμων σε κούτες για την αποστολή βοήθειας των «χελιδάνθρωπων», την επόμενη στην ομογένεια και τον χειμαζόμενο λαό της γείτονας. Κομμάτια ήταν οι άνθρωποι, τα μάτια τους βάραινε η αϋπνία, τα κεφάλια τους ήταν βαριά σαν τσουβάλια με άμμο στους ώμους, έσερναν τα πόδια τους σβάρνα σαν να ’ταν σίδερα, καθώς αποχωρούσαν για τα αυτοκίνητά τους, τα οποία εξίσου έπαιρναν μπροστά με βαρύθυμους βαρύγδουπους βόγγους, σαν να είχαν και αυτά ξεθωριάσει από την κούραση. Τα φώτα των προβολέων σκίαζαν χαμηλότονα μέσα στην ολόχρυση ρευστότητα του φεγγαριού, γινόταν σχεδόν αόρατα, τα κατάπινε το ολόχρυσο σύμπαν της σελήνης.

«Δεν θα φύγουμε;» απευθύνθηκε ο Συμέων στην Εσπεράντσα.

«Πού;»

«Σπίτια μας.»

«Σπίτι μου είναι η καρδιά σου», του απάντησε. Κουλουριάστηκε στο σώμα του, τον έζωσε σαν αναρριχητικό, τριβόταν σαν γατούλα, ρονρόνιζε ήχους μουσικούς, δροσερούς, τρυφερού ερωτικού πρελούδιου και του ρούφηξε τα χείλη του. Κάθε άλλο της ήταν αδιάφορο. Ο καταστατικός χάρτης του έρωτά της ήταν η απόλαυση της ερωτικής ομορφιάς που είχε αναπτύξει στα ενδότερα της για τον Συμεών, τον νεαρό που θαύμασε με την πρώτη του παρουσία στην υπηρεσία. Αυτός ο χάρτης, με τα σημεία του στίξεις, ορατά, αόρατα, γρίφους, γκρίζα, αυτή τη στιγμή εκδήλωνε την μεγάλη του ευκαιρία, την οποία η Εσπεράντσα ονειρευόταν, ποθούσε, διψούσε να ποτίσει τον έρωτά της, το ψυχικό της απόθεμα, ο παράδεισός της ήταν πραγματικότητα και δονούσε τα σωθικά της. Πεπεισμένη για τα ερωτικά της ένστικτα, έσπασε τη στωική απάθεια του Συμεών, τον έκανε δικό της, είχε το είδωλο της καρδιάς της σε μια μεγαλόχαρη φυσική ατμόσφαιρα, ένα τοπίο με ήσυχες ρομαντικές μεσονύχτιες ανάσες, πλημμυρισμένο το θαμπό ολόχρυσο μάλαμα του ολόγιομου φεγγαριού. Μέσα σε αυτήν την πανσέληνο πλημμύρα του ετερόφωτου χρυσόφωτου, είχε στοχεύσει να πραγματώσει ότι η σκέψη της, η ψυχή της, είχαν δημιουργήσει όλο αυτό το χρονικό διάστημα, αρκετό να ποτίσει με γεγονότα που δημιουργούσαν τη γενικότερη εντύπωση που είχε, πώς η εξωτερική παρουσία ενός ανθρώπου είναι ο καθρέφτης του εσώτερου του κόσμου, πώς ο Συμεών δεν θα την διέψευδε. Πράγματι ήταν ο άγγελος της ψυχής της, το αποκούμπι σε τούτην κοινωνία με τα παρατράγουδα και τα σούργελα. Ήταν η όαση της. Ανταποκρίθηκε στο ερωτικό της κάλεσμα με ένα νεύμα πρόσχαρο, ποτισμένο καλοσύνη, μια πηγαία ερωτική αίγλη στα χρυσοκάστανά του μάτια
Οι γυναίκες τέτοιας ιδιοσυγκρασίας, στην άβυσσο των ερωτικών τους αισθημάτων, όσα μέσα δράσεως διαθέτουν τα ενεργοποιούν καθιστώντας τη θέληση σε δράση. Η Εσπεράντσα δεν δίστασε, έσυρε το Συμεών από το χέρι και τον οδήγησε στο γρασίδι της ιτιάς. Του το είχε άλλωστε προμηνήσει με λοξές και ευθείς απαιτήσεις, όσο και αν προσπαθούσε να αποφύγει τις εμμονές της ο Συμεών. Ο ίδιος είχε πεισθεί πώς διέθετε όλο το ερωτικό της φόντο για να πετύχει το στόχο της και δεν εστίαζε στη συγκυρία, στην περίπτωση. Αφέθηκε ελεύθερος και της δόθηκε εξ ολοκλήρου δίχως να της προβάλει αντιστάσεις. Τουτέστιν σε ανάλογες περιπτώσεις αντιστάσεις προβάλει το έτερον αδύναμο φίλο, ως συνήθως στις γενικότερες κοινές αντιλήψεις. Εδώ είχαν όλα ανατραπεί και το σχέδιο ήταν όλο της Εσπεράντσας. Στη διαδρομή από το τόολ της νότιας γωνίας της περίφραξης ως την ιτιά, 200 περίπου μέτρα, είχε επιδοθεί σε μια ξετρελαμένη προκαταρκτική ερωτική προθέρμανση, τον είχε κάνει πίτα, ήταν αδιάκοπα γαντζωμένη πάνω του, του μάδιζε τ’ αφτιά σαν να ήταν τριαντάφυλλα, τον αχνολογούσε μέσα από φιλιά, στο πρόσωπο, τα λαιμά, τις διαρκείς βεντούζες στα χείλη. Αλλά ήθελε να απολαύσει τη δροσιά στο γρασίδι και τον έσυρε σε πιο γοργούς ρυθμούς. Όσο ψυχρά αμήχανα εκδηλωνόταν και έβγαζε προς τα έξω στις συναδελφικές εκτιμήσεις ή και τις ζηλότυπες τον χαρακτήρα ενός αμήχανου θηλυκού, ήταν εντελώς το αντίθετο το άλλο της που είχε μέσα της. Το “ψυγείο”, ήταν μια θερμομηχανή με απείρως αστείρευτες ερωτικές ενέργειες. Μια φίνα ασύλληπτη ερωτική τσακπινιά, μια παιδούλα κατάμεστη έμφυτους ερωτικούς πόθους, μια άβυσσος δροσερών αποθεμάτων, μια σπουδαία πολύτιμη διακόσμιση γοητείες, την οποία δεν πάσχιζες να τσαλακώσεις, να προκαλέσεις το παραμικρό ψυχικό τραύμα. Μια ευκίνητη και πρόσχαρη.

Στο δεύτερο γύρω είχε την πρωτοβουλία στην ανάληψη δράσης ο Συμεών, ενόσω η Εσπεράντσα είχε ολοκληρώσει με άπειρο ερωτικό ταλέντο την αποστολή της, τότε ήταν που άρχισε η ορχήστρα των χρωμάτων να συνδέει κάθε νήμα ήχου, κάθε επιφώνημα, κάθε μακρόσυρτο φθόγγο, κάθε νότα φθογγούλας, κάθε λυγμό, ένα σπάραγμα τρανταχτού ερωτικού ρεφρέν όπου όλα τα εσώτερά τους δονούνταν αφειδώς, αδιάλειπτα, σε ρυθμό εσώτερης μουσικής. Αυτό το γλυπτό σύμπλεγμα των μελών τους, σαν τα κλασικά, με τα ρούχα σκόρπια στο γρασίδι, τα μέλη τους, η επιδερμίδα της Εσπεράντσας ήταν γλυκό σοκολατί βερνίκωμα στα έκθετα σημεία στον ήλιο και τη θάλασσα που είχε πάει τον Ιούλιο, να ποτίζονται χυμούς πράσινους, να γίνονται ρυάκια σχήματα, ζωγραφιές, γραμμές, στις καλλίγραμμές της καμπύλες, το ισχύον, τους παιδιάστικους ώμους, από το ρολάρισμα το σωμάτων τους, από το ερωτικό παιχνίδισμα στο τρυφερό χορτάρι, το τρίψιμο της Εσπεράντσας, οι διαρκείς ηδονισμοί και δονήσεις από τα ερωτικά ένστικτα, οι σπαραχτικοί κλαυσίγελοι που ξέδινε με απόηχους μακρόσυρτους, κομπιαστούς, σαν αηδόνισμα. Έτρεξε αστραπιαία, όπως ήταν ημίγυμνη στο γραφείο. Το σώμα της, με τους φωτισμούς στην επιδερμίδα, εκείνη τη γλυκιά σκια σοκολατί με τα σχήματα από τους χυμούς του γρασιδιού, με το χρώμα σαν βωβούς βούτυρου στα απόκρυφα σημεία που δεν έκθετε στον ήλιο, τα γλυπτά της μέλη με τις καλλίγραμμες καμπύλες, ήταν σαν οπτασία, σαν τις αρχαίες θεούσες. Ήρθε με δύο σακούλες παγάκια.

Τον αγκάλιασε τον τύλιξε με τα χέρια στο λαιμό, στο πρόσωπο, βούτηξε τα δάχτυλα της στις μπούκλες στους κροτάφους, έσμιξαν τα χείλη τους σε ένα καινούργιο μυθικό φιλί, μετά επιθεώρησε την επιδερμίδα του. Ο Συμεών είχε παραδοθεί σε μια έμφυτη αμηχανία, μια χαλαρή νότα απάθειας, αγαλλίαζε τη στιγμή, όπου το θέαμα που αντίκρισε η Εσπεράντσα, επιδόθηκε σε ένα ξαφνικό θαυμαστό επιφώνημα, διαλύθηκε, τα χέρια της έμειναν αιώρα, με τις σακούλες παγάκια να πέφτουν στο γρασίδι. Λυγμοί κραυγαλέοι, σπασμοί, και ένα μακρύ ρονρόνισμα, αναστεναγμός ακολούθησε και ο Συμεών χαμογελώντας χαϊδολόγησε την επιδερμίδα από τα κάτω προς τα πάνω, έπαιξε τις ανασηκωτές ρώγες της, της πρόσφερε παγάκια στα φιλντισένια χείλη, ακολούθησε ένα μικρό ερωτικό παιχνίδι. Η Εσπεράντσα επιδόθηκε σε ένα νηφάλιο ξετρελαμένο ερωτικό καινούργιο πρελούδιο, με αβυθόμετρες προεκτάσεις, μετά άνοιξε τα σκέλη της τον έσυρε ανάμεσα, τον βούτηξε, με αβυσσαλέα τη δίψα να ποτίσει τα σωθικά της σαν η διψασμένη γη τη βροχή. Δεν αποσκοπούσε να χάσει το Θείο δώρο, όπως της το ’φερε το πεπρωμένο, απρόβλεπτα, και να κουτσουρέψει την ερωτική τους ελευθερία. Ο κάθε ερωτικός της στεναγμός, το κάθε ρονρόνισμα, ο κάθε λυγμός, αντιστοιχούσε στον ερωτικό χρόνο, τον οποίο δεν σπαταλούσε την ευκαιρία. Αυτή την ανάγνωση έκανε και ο Συμεών, τον οποίο κρατούσε θηλυκωμένο στα σκέλη της μην της δραπετεύσει. Απίθανο. Το ερωτικό τους ντέρμπι ήταν στο δεύτερο ημίχρονο και οι αντοχές της Εσπεράντσας καλά κρατούσαν. Πάσχιζε και μπαράζ, ενόσω το μεγάλο φεγγάρι, αυτός ο τεράστιος δίσκος σαν φρεσκοψημένο ψωμί με τα χρυσάφια είχε μείνει αιώρα, είχε σταματήσει τη διαδρομή της δικαιοδοσίας του σε αυτό το τμήμα του ουρανού, δεν είχε ακουμπήσει να κατακαθίσει στους μαλακούς λόφους στα προβούνια του Μπιζανίου, αλλά άνοιξε τα μεγάλα του μάτια να απολαύσει αυτό το θεϊκό σύμπλεγμα. Άλλωστε η νύχτα είχε μεγαλώσει και τα πέπλα της στη χρυσόσκονη του φεγγαριού δεν είχαν ακόμα ξεθωριάσει. Είχε ακόμα χρόνο και για τα μπαράζ, τα οποία ήταν η ουσία, η γεύση, το αποκορύφωμα του μαγικού της ειδυλλίου.

Μετά από δύο μήνες, με τα τέστ βεβαιότητας ότι η ερωτική τους πράξη είχε γονιμοποιήσει, βρήκε κάποια στιγμή τον Συμεών στο απόμερο κυλικείο της υπηρεσίας, του ρίχτηκε στο λαιμό, τον αγκάλιασε, ψιθυρίζοντας στο αυτί του, απαλά με πρόσχαρη χροιά, πώς ήταν έγκυος.

Ο Συμεών έχασε τις ανάσες του, της πήρε το κεφάλι στο στήθος, της χάιδεψε το χνούδι του στραφτερού μαλλιού της, «και τώρα τι γίνεται;», της είπε.

«Είναι χάρη Θεού. Μην μου πεις καμιά ανοησία!»

«Κάθε άλλο …! Αλλά πώς θα γίνει;»

«Στην πάροδο του χρόνου βλέπουμε. Ας γεννηθεί πρώτα με το καλό.»

Η αποφασιστικότητά της ήταν ανακουφιστική και τον χαροποίησε. Μετά η κοιλιά της άρχισε να διακρίνει το φούσκωμα, το πρόσωπό της ομόρφυνε, έβαλε τριαντάφυλλα στην παρειά, τα χείλια της σκάσανε σαν λουλούδια. Ήταν πολύ όμορφη και συνεχώς πρόσχαρη. Όταν κατέβασε ο χειμώνας τα πέπλα του με τις ομίχλες και τους πάγους η Εσπεράντσα έπαψε να έρχεται στη δουλειά. Την είδε τελευταία φορά το Φεβρουάριο 1997, πριν γεννήσει. Ήταν μια μέρα χειμερινή, μουντή, με ρευστή ομίχλη, χαρακτηριστική του υγρού ηπειρωτικού κλίματος στα Γιάννενα. Κατέβαινε με μια παρέα γυναίκες φίλες τα πεζοδρόμια μπροστά στη Νομαρχία και τη Λέσχη Αξιωματικών. Η κοιλιά της είχε μεγαλώσει παράφορα, διόγκωνε κάτω από το τζιν μπλε φουστάνι της με μια εξίσου παράφορη ομορφιά. Είχε υπερήφανο βηματισμό, ανάστημα και ύφος. Την κοίταγε με τα μάτια βεντούζα μέσα από το αυτοκίνητο να απολαύσει όλο της μεγαλείο. Εντόπισε τις βεντούζες του βλέμματος του μέσα από το παμπρίζ, πλησίασε το σταθμευμένο αυτοκίνητό του χτυπώντας το τζάμι του παράθυρου. Πετάχτηκε αμέσως έξω, ακούμπησε το χέρι απαλά στο τζίνινο μπλε φουστάνι πάνω στην κοιλιά.
«Κλοτσάει δυναμικά», του είπε, ενώ το πρόσωπό της είχε πουδράρει ένα γλυκό λεπτό κύμα κοκκινωπό, η επιδερμίδα της είχε σκάσει σαν ώριμο φρούτο στο πρόσωπο, τα χείλη της ήταν φουσκωτά, με χυμούς και ζουμερά από το χαρμόσυνο ψυχικό της σύμπαν, τα μάτια της περιβάλανε μαβιοί κύκλοι με τους χρυσοκόκκους του λεπτεπίλεπτου πουδραρίσματος, σελάγισαν μια έμφυτη αισιοδοξία, το πηγαίο χαριτωμένο της απόθεμα. Η στέρφα, η στριμμένη, η προβοσκίδα, ήταν μια κούκλα με θεϊκές προβολές. Το ομολογούσε η θηλυκή κοινότητα των συναδέλφων, δίχως να μπορέσουν να δώσουν τις ανάλογες εξηγήσεις στους γρίφους του ερωτικού της αινίγματος, από πού πήγαζε όλοι της αυτή η ευτυχία.

Ήταν πρόσχαρη στη διάρκεια της εγκυμοσύνης, ζωγράφιζε το πρόσωπό της χαμόγελα παιδούλας. Δεν τη διέψευσαν οι προτιμήσεις και τα γυναικεία ένστικτά της, ασχέτως της έμμονης άποψης του Συμεών ότι αυτός ήταν ένας μάταιος έρωτας. Πίσω από τις λέξεις, τις πράξεις τους το γνώθι της κατέληγε πώς την αγαπούσε υπερβολικά και πώς, ήταν ριζωμένη στα ενδόμυχά του ως πάγιο απόθεμα σύμμεικτος έρωτας και αγάπη. Η ματαιότητα προσφέρεται ως πιθανότητα κι αυτήν την πιθανότητα εξοφλούμε στο άκρων άωτον.

«Απόθεμα μάταιου έρωτα, αλλά με κορυφαίες άψογες επιδόσεις». Η σκέψη της Εσπεράντσας εστίαζε μονίμως τη φεγγαρόλουστη νύχτα της πανσέληνου, όπου γονιμοποιήθηκε ο έρωτάς τους, πώς ήταν δοσμένος όλος δικός της, πώς έρωτας, αγάπη, ήταν μέγιστες επιδόσεις. Αυτό το γνώριζε καλά. Ήταν το είδωλό της και ο “παράνομος” έρωτας είναι ανεπανάληπτος. Όλη η γεύση, η ομορφιά του έρωτα εντοπίζεται κρυμμένη σε εστίες στέρησης. Ότι στερείται έχει αστείρευτες πηγές ικανοποίησης αν γίνει επιθυμητό.

Το ίδιο βίωνε ο Συμεών. Όσο ιδιότυποι χαρακτήρες ήταν, εκείνη του ήταν το κειμήλιο της ψυχής. Αναπαρήγαγε εκείνη τη σκηνή, τις προεκτάσεις ιεροτελεστίας, με όλο το ιδιάζον των χαρακτηριστικών της, από τα σπάνια γεγονότα της ζωής, ιδίως στις ερωτικές του σχέσεις και την διατηρούσε σαν φυλαχτό. Στα αρχικά καλέσματά της έδειχνε ανενεργός. Δεν είχε διαθέσεις να επιδοθεί σε μια μακράν ιδιότυπη ερωτική σχέση, θεωρούσε την Εσπεράντσα ιδιόρρυθμη, αλλά στο χρόνο όλα του τα διέψευσε. Του τα άλλαξε άρδην. Έκανε εσώτερη επανάσταση. Γενική έφοδος. Η ζωή του έγινε πιο όμορφη, είχε μοτίβο και ποικιλία, είχε στόχους κίνητρο και όραμα. Αυτούς τους τρόπους, χάριν στις ικανότητες να του ανατρέψει τα πάντα, επένδυσε η Εσπεράντσα. Τροφοδότησε σε όλα του τα σημεία, τα οποία είχε άπειρα αλλά νεκρά και ως εκ τούτου κενά περιεχομένου, του τα επανεργοποίησε, τα αναζωογόνησε, και απολάμβανε τα ψυχικά ερωτικά αποθεματικά του.
«Αν δεν είσαι στο χώρο εργασίας είναι σαν να μην υπάρχει τίποτα, μου είναι χάος», του είπε λίγες μέρες μετά το ερωτικό πρελούδιο.

«Μην υπερβάλεις», προσπάθησε να την καθησυχάσει, όντως ο ίδιος βίωνε με την ίδια ένταση μια τέτοια κατάσταση. Όταν απουσίαζε από την εργασία όλα του ήταν έρημα, άψυχα, νεκρά στην υπηρεσία. Ακόμα και τα πιο έντονα χρώματα, τα παστέλ και τα περβάζια στους τοίχους του γραφείου. Τα έγγραφα, τα κείμενα, οι προτάσεις σε κάθε ενότητα, του φαινόταν σαν νεκρή στρατιά.
Και πώς θα μπορούσαν να μην αποκαλυφθούν, να μην τους αναγνώσουν συνάδελφοι και συνάδελφες; Ενόσω όλοι λειτουργούν σαν δυάδες ως έτερα φύλα, έχουν σχέσεις ερωτικές, όντως μία πραγματικότητα αυτή στο εκτροφείο της Κατσικούρας, όπως χαρακτήριζαν το χώρο άλλοι συνάδελφοι, τότε τι έστι για την Εσπεράντσα και τον Συμεών; Όντως μέσα σ’ αυτό τον αχταρμά, αποτελούσαν την ιδιαιτερότητα και δεν αποσκοπούσαν να επιδοθούν σε πράξεις ελεεινές, να μην ελέγχουν τα πράγματα και ευθυγραμμίζονται σε υψηλές αισθητικές προδιαγραφές. Ήθελαν να μην νοθευτεί, να γίνει μπαγιάτικο ως θέαμα της εφήμερης ψευτογκλαμουριάς που πουλούσαν μούρη και είχε γίνει μόδα.

Το ιδεώδες τους ότι ο έρωτας είναι ιεροτελεστία, δεν αποτελούσε απλώς στόχο τη σαρκική τους μίξη, αλλά την ψυχική. Αυτού εντόπισαν το μεγαλείο τους γι’ αυτό αυτός ο έρωτας είχε κρατήματα ισχυρά στα αποθέματα παιδείας και πολιτισμού τους.

«Ο Κωσταπέκης», ένας από τους εργάτες, «βρήκε προφυλαχτικά στις τουαλέτες στα δυτικά τοολ. Έγινε μπούγελο στους κόλπους των συνάδελφων.», διατύπωσε τον σκεπτικισμό της η Εσπεράντσα.
«Ποιος μέμφεται ποιον;», είπε με απορία ο Συμεών, «αλλά ο Κωσταπέκης αν ξεχάσει και πει ποτέ αλήθεια», συνέχισε.

«Έ, αυτή τη φορά συνεπώς ξέχασε και είπε την αλήθεια, αλήθεια η οποία έχει πόδια και περπατάει. Μάλλον καίει», συνέχισε ξανά στον ίδιο ρυθμό σκεπτικισμού η Εσπεράντσα.

«Κατακτήσεις του νεοέλληνα. Λάδωσε το έντερό του, οι ορμόνες που ταΐζεται δημιουργούν ερωτικές διαταραχές και δεν ελέγχεται. Ίσως να είναι κάτι βαθύτερο που έχει σχέση με θέματα παιδείας και πολιτισμού γενικότερα», ανέπτυξε ο Συμεών το σκεπτικισμό του και συνέχισε, «κάποτε οι παππούδες, οι γονείς μας απασχολούμενοι με αγροτοδουλειές και κτηνοτρόφοι, γέμιζαν τα σπίτια με παιδιά. Η φιλοσοφία της αγροτικής ζωής είχε εμπεδώσει την εξήγηση της, λόγω του δύσκολου χαρακτήρα του αγροτικού βίου χρειαζόταν χέρια για τις εργασίες. Αλλά μήπως είχαν και άλλοι διέξοδο. Μεγάλες ιδίως οι νύχτες του χειμώνα, διασκέδαση πού. Η μόνη τους διασκέδαση ήταν η μιζέρια τους, να γεννούν πολλά παιδιά. Τα όργωναν τα χωράφια μεσοχείμωνα και θέριζαν τους καρπούς, τον Αλωνάρι, τον Αύγουστο, τον Τρύγο, άιντε και ως τον Άι Δημήτρη, όπως ονομάτιζαν τους μήνες με τα παλιά ημερολόγια. Μετά ήρθαν οι ξενιτιές, οι οποίες έφεραν και άλλες συνήθειες, άλλαξε γενικά η κοινωνική οργανωτική δομή του νεοέλληνα. Στους βαθύτερους αιώνες, τον XVII, XVII, χτυπούσαν τους δρόμους προς Βλαχιά, Κωνσταντινούπολη. Τότε στα απόμερα χωριά της Ηπείρου άρχισαν να χτίζουν τα πυργόμορφα αρχοντικά τους, τα οποία για τις τότε καταστάσεις, σήμερα θεωρούνται εξοχικά. Είχαν όλες τις ανέσεις, μια δομή λιθόκτιστο με ιδίως φίνα τέχνη, λεπτεπίλεπτη, με κομψά γλυπτά, τις εξοχές, τα μπαλκονάκια, πολλά παράθυρα στον άνω όροφο, τα μπάσια και τα ντιβάνια, τα μαγειρικά και τους χώρους δείπνου, τα φαγοπότια, με τα μεγάλα τραπέζια τα δρύινα, τα πολίτικα σερβίτσια, εκείνα τα απαστράπτοντα πιάτα και πιατέλες, τα ασημικά δισκοπότηρα, τους επίχρυσους μαστραπάδες, παραστάσεις σε υφάσματα χνουδωτά και καστόρ στους τοίχους των μεγάλων υπνοδωματιών και υποδοχής. Όλα αυτά συνάθροιζαν ένα ιδιότυπο τοπικό πολιτισμό, έναν συνδυασμό της εγχώριας, ντόπιας παράδοσης στο χειρισμό του λίθου, ιδίως στις γωνίες, τα αγκωνάρια, όπου η τέχνη είχε αρχαίες ρίζες. Όλες αυτές οι κοτρόνες στα λιθόκτιστα που διασώζονται στα χωριά καταμαρτυρούν τον αρχέγονο αρχέτυπο χαρακτήρα κοινωνικής οργάνωσης περί του οίκου και παλατιού. Κάπου σε αυτήν την παράδοση στηρίχτηκε και η ναοδομία. Όλα αυτά τα ερειπωμένα, αρχαίες νεκροπόλεις, μαντεία, ναοί, πύργοι, ερήμωσαν ως δείγματα να μείνουμε όρθιοι εμείς. Αλλά ο νεοέλληνας έχει επιδοθεί σήμερα σε ανούσιες πράξεις, στην αντιπαροχή, τις υπερωρίες, την υπερεργασία, έγινε φιλάργυρος, εκτροχιάστηκε των παραδόσεών του, του εργάζομαι και δουλεύω. Το φιλόχρημο και φιλάργυρος είναι που διαβρώνουν το πνεύμα, τον χαρακτήρα, σε μετατρέπουν σε ένα εργαλείο, τη ζωή σε μια ρουτίνα, όπου ιδεώδη είναι απόκτηση του χρήματος, με όποιον τρόπο, θεμιτό και αθέμιτο. Γι’ αυτό οι αξίες πάνε στη μπάντα. Το χωριό δεν αγαπάει κανείς. Η ίδια η πολιτική τάξη έφερε τα πράγματα εδώ. Ανέπτυξε την αστυφιλία, άδειασε τα χωριά, δεν επένδυσε χρήματα να προκόβουν οι κάτοικοι τους στα σπίτια. Σήμερα πέραν της εξωτερικής μετανάστευσης είναι και η εσωτερική. Όλοι συγκεντρώνονται στις πόλεις. Δεν θέλει κανείς, καμιά, να ασχοληθεί με τα πρόβατα, τα σκυλιά, τα γατιά, τις κότες στο χωριό.»

«Μα δεν έχει συνθήκες στο χωριό. Δεν μπορεί να κρατήσει τον κόσμο λόγω εργασίας. Γι’ αυτό αποδημούν σε μεγάλα αστικά κέντρα. Το αρνητικό είναι ενώ παλαιότερα, οι ξενιτεμένοι, ιδίως στις Βαλκανικές χώρες, ακόμα και όταν άρχισαν να παίρνουν στους μακρινούς δρόμους ξενιτιάς, σε Αμερική και Αυστραλία, διατηρούσαν το σπίτι στο χωριό, επένδυαν, σήμερα, το υδροκέφαλο κράτος των Αθηνών, δημιούργησε άλλες προσδοκίες, άλλες παραδόσεις, εκτροχιάστηκε τις παλιές, είναι χωνευτήρι. Ο εσωτερικός ξενίτης ή μετανάστης, πώς να το χαρακτηρίσουμε, ακολουθεί μερικά χρόνια τα πανηγύρια στο χωριό, από έναν καημό ή νοσταλγία, τα οποία αργοσβήνουν, ενώ οι επόμενες γενιές ξεκόβουν κάθε σχέση με την πατρογονική τους ρίζα. Άλλωστε νιώθουν ξένα στα χωριά των παππούδων και πατεράδων, γιατί δεν έχουν βιώματα, μόνο ακούσματα, τα οποία δεν επαρκούν.», τον διέκοψε η Εσπεράντσα και συνέχισε, «αυτό που υποτίθεται ότι πάνε να κάνουν με τους απεκεί ηπειρώτες είναι εκ των προτέρων ατελέσφορο και αποτυχημένο. Είναι μια σαχλαμάρα. Η υποκρισία της εποχής. Οι άνθρωποι έριξαν τα ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα, αγνόησαν το θάνατο από το σίδερο που τους χιμούσαν οι συνοριοφύλακες, διότι δοκίμασαν το απάνθρωπο του σοσιαλισμού με χειροπέδες και στερήσεις για τα δήθεν ιδεώδη(!) ποια ιδεώδη για όνομα του Θεού, ενώ εμείς σήμερα πάμε δήθεν να τους στηρίξουμε στις πατρογονικές τους εστίες με τους «χελιδονάνθρωπους», τα 4Χ4 τζιπ, με το ζεύγος των χελιδονιών να πετούνε ως σύμβολο και λογότυπο της υπηρεσίας, με γύπες στο τιμόνι, να μεταφέρουν κούτες με πατάτες, ρύζια και χαλβάδες. Σωθήκανε οι άνθρωποι. Μα είναι σοβαρά πράγματα αυτά;! Τι τους δουλεύουν ψιλό γαζί τους ανθρώπους, τους βάζουν μύγες στ’ αυτιά για ελπίδες προκοπής στον τόπο τους, τα χωριά τους. Πολιτικές του Χότζα πάνε να τους πλασάρουν. Κοίταξε τις πράξεις σνομπ που επιδίδονται να τους παρεμποδίσουν τον ξεριζωμό, δεν γράφουν τα παιδιά στα σχολεία κ.ο.κ. Δηλαδή τους στερούμε την ελευθερία. Μια χώρα ευνομούμενης πολιτείας και δημοκρατικού πολιτεύματος να εφαρμόζει ιδέες πράξεων ντροπής μερικών πατριδοκάπηλων των οποίων δουλειά τους βγήκε. Εν πάση περιπτώσει, αυτά είναι τα τραγέλαφα παχύδερμων. Σχέδιο δεν έχουν, δεν είχαν, ούτε θα έχουν, να στηρίξουν όχι αυτούς, αλλά ούτε εδώ στο εθνικό δήθεν κράτος. Δουλειά να κάνουμε και σε δουλειά να βρισκόμαστε.» διέκοψε με ένα τελευταίο ψίθυρο στη φωνή της η Εσπεράντσα.

«Ήρθαν τα τζιν, τα αυτοκίνητα μερσεντές, οι σοκολάτες, τα άλλα καλούδια, τα ευρωπαϊκά. Πάει ο ζαχαράς που ερχόταν με μια κάσα στο κεφάλι και όλο το χωριό έτρεχε για γλειφιτζούρια, κοκόρια, κουφετά, ζαχαρωτές βέργες με λευκές και κόκκινα σιρίτια. Έβγαιναν οι γιαγιάδες στο φανό και έψαχναν τα εγγόνια, μετά αυτά ντουγρί τρέξιμο, και κρεμόντουσαν στα πόδια τους, γύρω από τα μακριά μαύρα φουστάνια. Αυτές με το ένα χέρι τους χάιδευαν τα μαλλιά, με το άλλο έλυναν το κομπόδεμα. Τώρα εμείς φορεθήκαμε, άλλα ρούχα, άλλους τρόπους, μια άλλη ζωή, που δεν είναι δική μας, που δεν συνάδει με τις παραδόσεις μας, αλλά προβάλει ένα τυποποιημένο προϊόν, γι’ αυτό και ασφυκτιούμε, είμαστε μια κοινωνία απρόσωπη, με στοιχεία αποσύνθεσης της κοινωνικής της δομής, τη διάλυση της οικογένειας, τη συγκρότηση πάγιων τρόπων εγωκεντρισμού, προσωποκεντρισμού, ατομοκεντρισμού. Σήμερα κατοικείς κάτω από την ίδια σκεπή με τους ένοικους στην πολυκατοικία, σε κάθε πολυκατοικία, και, για πες μου, σταυρώνεις με κανέναν καλημέρα; Γνωρίζεις κανέναν; Τον εαυτό του και το σκυλάκι του ο καθένας. Είμαι φιλόζωος και δεν έχω καμία τάση να ενοχοποιήσω τα οικόσιτα που συγκατοικούμε, αλλά ο τρόπος θυμίζει αρχοντοχωριάτη. Το παίζουμε κάτι που δεν είμαστε. Μιμούμαστε κάποιους άλλους που επένδυσαν πάνω σε αυτό το οικοδόμημα, που μεγαλούργησαν με Διαφωτισμούς, επαναστάσεις για την ανατροπή της αδικίας και κατακτήσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, κοινωνικών αγαθών. Τώρα τι σχέση έχει το παιδί του τσέλιγκα που ο πατέρας πούλησε τα κοπάδια στο Μέτσοβο, τα Τζουμέρκα ή στο Κεφαλόβρυσο, έγινε μέτοχος στα ΚΤΕΛ, σπούδασε το γιο του δικηγόρο ή γιατρό, έφυγε από τη φύση για να κλεισθεί στα μπετά των μεγάλων αστικών κέντρων, στην Αθήνα, Θεσσαλονίκη και περιφέρεται με ένα σκυλάκι, στα πεζοδρόμια του Κολωνακίου, ή στο Λευκό Πύργο και όπου κάτσει. Ποια κουλτούρα έχει. Απλώς τιμωρεί το ζώο με τις ανοησίες του, γι’ αυτό όπου πας να καθίσεις σε πράσινο, σε εκείνο το ελάχιστο πράσινο που αφήσανε στις πόλεις και ο τόπος βρομοκοπάει από τα κόπρανα και τα ούρα των σκυλιών.»

 

Tags: