28η Οκτωβρίου 2012: η μαφία σε διαγωνισμό πατριωτισμού

Του Δημήτρη Α. Γιαννακόπουλου

Την ιστορία στην Ελλάδα την γράφουν κάτι παλιοπαρέες. Αυτό το ξέρουν όσοι μαθαίνουν ερευνώντας: από τους ιστορικούς, κοινωνιολόγους, πολιτικούς επιστήμονες ή οικονομολόγους, έως τους έχοντες συναναστροφές στον ουσιαστικό πυρήνα ηγεμονίας της χώρας και κατέχοντες εμπειρικά τα μικροπολιτικά πράγματα… το ξέρει και ο «στίχος» του Σαββόπουλου!

Μόνον που πλέον αυτό το πολιτικό φαινόμενο, το οποίο η αφεντιά μου το αντιμετώπιζε δομικά ως πατρωνία, διαπλοκή και οικογενειοκρατία και το συναρτούσε απολύτως με την σύγχρονη κρίση κράτους, πολιτείας και κοινωνίας, μόλις πολύ πρόσφατα μεταβάλλεται επιτέλους σε κεντρικό στοιχείο προσέγγισης της κοινωνικοπολιτικής και οικονομικής ζωής, αν και όχι ακόμη σε παράγοντα μεταπολίτευσης.

Υπό τον τίτλο «Διαγωνισμός Πατριωτισμού» η Τίνα σχολιάζει στην ιστοσελίδα του «Βήματος»: «Άκουσα ένα μέρος της ομιλίας του κ. Σαμαρά. Συγκεκριμένα το κομμάτι στο οποίο αναφέρεται στο Μέγα Αλέξανδρο. Τι γίνεται στην Ελλάδα; Διαγωνισμός Πατριωτισμού; Για να ξεχάσει ο κόσμος ότι δεν μπορεί να ζήσει πια του πετάμε… Μέγα Αλέξανδρο και αρχαία μεγαλεία! Κοιτάξτε τι θα κάνετε για να μην εξευτελιστούν κι άλλο οι Έλληνες, βρείτε τη λίστα Λαγκάρντ και αφήστε τα περασμένα μεγαλεία και την κοροϊδία στον Λαό. Δεν πιάνουν αυτά πια…»

Ασφαλώς διαγωνισμό πατριωτισμού διοργανώνει αυτή την περίοδο η μαφία που βρίσκεται στον πυρήνα της ηγεμονίας της χώρας και η «επέτειος» του έπους του 1940 είναι μια ακόμη καλή ευκαιρία. Η καλύτερη, θα έλεγα, ενόψει της ειλημμένης απόφασης προλεταριοποίησης των Ελλήνων εργαζομένων και προτεκτορατοποίησης της χώρας.

Ο Αλέξης Τσίπρας μοιάζει να διαθέτει καλό πολιτικό αισθητήριο και αναφερόμενος στη δημοσιοποίηση της λίστας Λαγκάρντ δηλώνει: «Τούτες τις μέρες σπάει η ομερτά, σπάει ο νόμος της σιωπής και βγαίνουν στη δημοσιότητα οι λίστες της οικονομικής, επιχειρηματικής και μιντιακής ολιγαρχίας που προστατεύεται από τους χρεοκοπημένους πολιτικούς προκειμένου να μην πληρώσουν φόρους όταν ο ελληνικός λαός έχει γονατίσει […] όλα αυτά τα χρόνια κυβερνούσε τη χώρα μια μαφία, που οδήγησε τη χώρα στην κρίση. Είναι η μαφία της οικονομικής, επιχειρηματικής και μιντιακής ολιγαρχίας που συνεργάζεται με το χρεοκοπημένο πολιτικό σύστημα […] τώρα καταλαβαίνουμε γιατί μέσα μαζικής ενημέρωσης των οποίων οι ιδιοκτήτες βρίσκονται σε αυτές τις λίστες, μεγάλες επιχειρήσεις, έκαναν το παν για να μην αλλάξει πολιτική ηγεσία και διακυβέρνηση στην Ελλάδα, γιατί κάνουν το παν για να επιβάλλουν το μνημόνιο, αυτή την πολιτική που καταστρέφει τη χώρα, ως μονόδρομο που όλοι πρέπει να ακολουθήσουμε…»

Ε, αυτή η μαφία, που μάλλον πολύ αργά ορίζεται ακριβώς ως αυτό που είναι, με (μικρο)πολιτικούς όρους από έναν πολιτικό φορέα για να προσδιοριστεί η μακροπολιτική/διακυβερνητική διάσταση της σύγχρονης Ελλάδας, ασκείται πλέον στον υπερπατριωτισμό.

Έτσι κάνει την υπέρβασή του ένα πελατειακό καθεστώς οργιώδους διαπλοκής. Ζητεί και ο Ν. Χατζηνικολάου από τον κ. Σαμαρά να κάνει «υπέρβαση», όπως τότε που κατασκεύαζε την αφήγηση της «Πολιτικής Άνοιξης»! Δεν νομίζεις, Νίκο, ότι η υπέρβαση του Σαμαρά θα φέρει στα πράγματα την «Μακεδονική φάλαγγα»;

Μάλλον εκεί οδηγεί η αναφορά του πρωθυπουργού περί Μεγάλου Αλεξάνδρου. Όταν οι δεξιοί κάνουν «υπέρβαση» χούντα μυρίζει, Νίκο! Μια χούντα με τα χαρακτηριστικά της διάταξης της Μακεδονικής Φάλαγγας: τρομερή δύναμη κρούσης και ακαταμάχητη ορμή που είναι πρακτικά αδύνατο να συγκρατηθεί κατά μέτωπο, αλλά εκτεθειμένα πλευρά και αδυναμία άμυνας σε περίπτωση διάσπασης ή ρήγματος.

Ακριβώς τη λογική της «Μακεδονικής Φάλαγγας» φαίνεται να ασπάζονται όλοι όσοι συνετέλεσαν στην ενδυνάμωση και αναπαραγωγή του πελατειακού – κεφαλαιοκρατικού συστήματος στην Ελλάδα, επιτιθέμενοι στους εργαζόμενους, καθώς και στους μικρούς και μεσαίους επιχειρηματίες της χώρας.

Οι διακομματικές παρεούλες που όριζαν στην πραγματικότητα πολιτικά την διακυβέρνηση της χώρας, με ιδιαίτερη μάλιστα συνοχή από το 1990 και ολοκληρωμένο τρόπο τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, επιχειρούν τώρα να κάνουν την «υπέρβασή» τους με ένα πέπλο υπερπατριωτισμού και υμνολογώντας το μεγαλείο της φυλής να διασκεδάσουν τις ουσιαστικές πολιτικές σχέσεις που οδήγησαν σε κρίση το ελληνικό κράτος και στα όρια της διάλυσης την ελληνική κοινωνία.

Στο πλαίσιο της επιχείρησης «διαγωνισμός πατριωτισμού», με σύγχρονη ιεροποίηση ηρωικών αναπαραστάσεων της ελληνικής ιστορίας, επιχειρείται να διασκεδαστεί η παρούσα θυματοποίηση περισσοτέρων των δύο τρίτων της ελληνικής κοινωνίας εξαιτίας επιλογών και πρακτικής της διαπλοκής. Κάπως έτσι ο Μεγαλέξανδρος μπερδεύεται με τον Κολοκοτρώνη και ο τελευταίος με τον Μεταξά σε ένα μυθοπλαστικό αχταρμά, όπου ακόμα και ο εθνικός ύμνος μεταβάλλεται σε τραγούδι στο οποίο η «όψη» συγχέεται με την «κόψη» για να ολοκληρωθεί η… πατριωτική υπέρβαση. Είναι αυτού του είδους η υπέρβαση που τρέφει ασφαλώς την ακροδεξιά, με την κρυφο – νεοναζιστική της εκδοχή να θεριεύει, απειλώντας να καταστεί η εμπροσθοφυλακή της «Μακεδονικής Φάλαγγας».

Προδήλως όλα τούτα δεν παρήχθησαν σε πολιτισμικό και εκπαιδευτικό κενό. Είμαστε από τις ελάχιστες δυτικές χώρες, όπου η εθνικιστική ιστορία κυριαρχεί απολύτως εις βάρος της ιστορικής διερεύνησης μέσα από τις πηγές. Τούτο καταλήγει αναπόδραστα σε ρευστοποίηση της λεγόμενης ιστορικής μνήμης της κοινωνίας και σε σύγχυση σε ατομικό επίπεδο, που καταλήγει στην ακύρωση οποιουδήποτε μηνύματος συνδεδεμένου με τις επετείους που τιμώνται με υπερφίαλο και «στρατοκρατικό» τρόπο.

Εάν η ιστορία, έστω και εθνικιστική, δεν παράγει μήνυμα δράσης εντός μιας σύγχρονης πολιτικής αφήγησης που έρχεται να αντιμετωπίσει μείζονα εθνικά και κοινωνικά προβλήματα, είναι πόρνη στην διάθεση του κάθε νταβατζή. «Πόρνη» κατάντησαν την ιστορία οι υπερπατριώτες που κυρίως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, επέβαλαν την υπερβατική, ιεροποιητική για το ελληνικό έθνος αφήγηση στην εκπαίδευση. Μία «πόρνη» που δεν προσφέρει απολύτως κανένα νόημα στους νέους Έλληνες.

Θυμάμαι το 1985, όταν έκανα μία έρευνα για να διαπιστώσω το επίπεδο γνώσης μεγάλων μαθητών και φοιτητών ως προς την «28η Οκτωβρίου 1940», ότι βρέθηκα αντιμέτωπος με ένα φαινόμενο που μου δημιούργησε κατάπληξη. Στο σύνολό του το τυχαίο δείγμα των 50 μαθητών και φοιτητών έδειξε να μην έχει καμία απολύτως γνώση για τα περιστατικά που οδήγησαν στην ελληνο-ιταλική σύγκρουση, με τους περισσότερους μάλιστα να δηλώνουν ότι παρελαύνουν για να «γιορτάσουν το μεγάλο Όχι του Μεταξά», δίχως ασφαλώς να γνωρίζουν τίποτα για το περιεχόμενο αυτού του «Όχι», που στην πραγματικότητα ποτέ δεν ελέχθη.

Θέλετε και το χειρότερο; Ένα μεγάλο μέρος από το τυχαίο δείγμα, όταν ρωτήθηκαν αν μπορούν να φέρουν στην μνήμη τους κάποιους ήρωες του έπους του 40, άλλοι διστακτικά, άλλοι με απόλυτη σιγουριά, αναφέρονταν σε ήρωες του 1821!

Σημειώστε ότι δεν υπερβάλω καθόλου και ότι η έρευνα αυτή ηχογραφήθηκε και δίχως μοντάζ παρουσιάστηκε, εντυπωσιάζοντας τότε και κάμποσους αρθρογράφους του ελληνικού τύπου. Είναι και αυτό, φίλοι, ένα είδος υπέρβασης της ιστορίας αυτού του τόπου. Όπου δεν εξετάζονται με στοιχειώδη αμεροληψία τα πολιτικά αίτια και οι πολιτικές σχέσεις που μετατρέπουν μία σειρά συμβάντων σε καθοριστικά για την εξέλιξη του κράτους και της κοινωνίας, γεγονότα, ακόμα και οι εθνικές επέτειοι ποδοσφαιροποιούνται.

Μέσα από την ποδοσφαιροποίηση αυτή της πολιτικής ιστορίας της χώρας μας παράγεται η εμπορευματοποίηση των πατριωτικών συναισθημάτων, τα οποία συνθέτουν ένα νεκρό ως μορφή πολιτικής δράσης, εθνικισμό. Και ένας νεκρός εθνικισμός αυτής της απολιτικής μορφής, μπορεί να αναπαραχθεί μόνον ως ρατσισμός. Αυτό συμβαίνει σήμερα στην πατρίδα μας πολύ πιο έντονα από προηγούμενες περιόδους, καθώς η κοινωνική κρίση μέσω του πατριδοκάπηλου εθνικισμού έρχεται να προκαλέσει ακόμη μεγαλύτερη σύγχυση ως προς τον αιτιατό μηχανισμό που την παρήγαγε.

Ο υπερβατικός εθνικισμός της σήμερον καταλήγει να διασκεδάζει την πολιτική διάσταση της μαφίας, που σε διαδοχικά στάδια κατάφερε να κυριαρχήσει με όχημα τον δικομματισμό και τις αντιδημοκρατικές πολιτικές διαδικασίες (δες για παράδειγμα τους εκλογικούς νόμους και συνταγματικές ρυθμίσεις που ουσιαστικά φρόντιζαν να καλύψουν την πολιτική διαφθορά και διαπλοκή) και να επιβάλει ένα σφιχτό καθεστώς ελέγχου της κοινωνίας και της αγοράς. Ο πολιτικός και κοινωνικός αποκλεισμός, με άλλα λόγια, στηρίχθηκε σε αυτήν την μαφιόζικη διάσταση της ελληνικής διακυβέρνησης. Όταν η διακυβέρνηση αυτή ένοιωσε αρκετά ισχυρή και ευνοημένη από το διεθνές νεοφιλελεύθερο περιβάλλον, επιχείρησε μία άλλου τύπου υπέρβαση της ιστορίας με την μορφή του αστικού εκσυγχρονισμού (μεταρρύθμιση). Στην βάση αυτού παρήχθη μία άλλη μορφή υπέρβασης που οδήγησε στις γνωστές αφηγήσεις περί «συνωστισμού», έτσι ώστε με έναν απολιτικό τρόπο να προκύψει συμφιλίωση με γειτονικούς λαούς, με τους οποίους είχαμε έρθει σε ένοπλη σύγκρουση. Τούτοι οι «εκσυγχρονιστές», πρεσβεύοντας το νεοφιλελεύθερο δόγμα περί του τέλους της ιστορίας («η γη είναι επίπεδη»), αποφάσισαν να ισοπεδώσουν τα συμβάντα, τα οποία οι εθνικιστές πρόβαλαν ως επιθέσεις βαρβάρων εναντίον της αγαθής και πολιτισμένης φυλής των Ελλήνων. Στην πραγματικότητα όμως και οι δύο αυτές αφηγήσεις αποτελούν όψεις του ιδίου νομίσματος: διακονούν την αντιπολιτική εκδοχή της νεώτερης και σύγχρονης ιστορίας, η οποία είναι μία υπόθεση ηγεμονίας, καπιταλισμού, ιμπεριαλισμού και χειραγώγησης της επανάστασης.

Η 28η Οκτωβρίου 2012 θα μπορούσε να εναρμονίσει το μήνυμα της εθνικής ανεξαρτησίας και λαϊκής κυριαρχίας με το αίτημα για απαλλαγή από το καθεστώς χρεοστασίου, που η «ελληνική μαφία» έφερε στην χώρα, επιβάλλοντας μία βήμα-βήμα διαδικασία εσωτερικής υποτίμησης και εξευτελιστικής ρευστοποίησης της δημόσιας περιουσίας και γενικότερα πλουτοπαραγωγικών πηγών με στρατηγική σημασία, με τον καλύτερο ίσως τρόπο. Αυτό, αν αποφεύγαμε τις υπερβάσεις εθνικιστικού χαρακτήρα, όπως και τις υπερβάσεις των νεοφιλελευθέρων που προσδοκούν τάξη και ασφάλεια στο πλαίσιο μιας παγκόσμιας διακυβέρνησης.

Για να συμβεί αυτό χρειάζεται όμως προηγουμένως να αντιληφθούμε τις διεθνείς πολιτικές, όπως και την σχέση εξάρτησης της Ελλάδας με διεθνείς παράγοντες που διαμόρφωσαν την ιστορική πραγματικότητα της νεώτερης και σύγχρονης Ελλάδας. Μέρος αυτών των σχέσεων, αυτής της δομής, δηλαδή, είναι και η ντόπια μαφία που παίζει με τις «λίστες» και με τα νεύρα όσων Ελλήνων σιχάθηκαν τα κακοσκηνοθετημένα πολιτικά επίκαιρα και αναζητούν αντί για υπερβατικές λύσεις στην κρίση, συγκεκριμένες πολιτικές απαντήσεις, που είτε θα επιβάλει ένα μαζικό κίνημα των εργαζομένων-ανέργων, είτε ο καταστροφικός μονόδρομος που ακολουθεί η συγκυβέρνηση εκείνων που αντικειμενικά οδήγησαν στην χρεοκοπία και στην φτωχοποίηση.

Με άλλα λόγια, το μήνυμα / δίλημμα της σημερινής επετείου αντικειμενικά είναι: είτε το κίνημα των εργαζομένων και των ανέργων θα προσδιορίσει τη νέα, δημοκρατική αυτή την φορά, μεταπολίτευση για την Ελλάδα, είτε η «μαφία» θα δοκιμάσει μία υπέρβαση της κρίσης μέσω της επιβολής χούντας με κοινοβουλευτικό ή όχι μανδύα.

 

Tags:

, , , , , , , , ,

Leave a Reply