Ως επιμύθιο στις εκλογές

Του Δημήτρη Γιαννακόπουλου

Η πολιτική τάξη της χώρας (κόμματα, πολιτικό προσωπικό, ΜΜΕ, μεγαλοεπιχειρηματίες), κείτεται πλέον ημιθανής. Δεν έχει δυναμική, κουράστηκε και κούρασε. Στις περιφερειακές εκλογές φάνηκε η αδυναμία της να κινητοποιήσει τον λαό, στο πλαίσιο της πολιτικής συμμετοχής που η ίδια όρισε. Όταν ο ορισμός που δίνεις στην πολιτική συμμετοχή, μέσω της εκλογικής διαδικασίας, δεν είναι ικανός να κινητοποιήσει τους πολίτες, συνήθως δεν φταίει ο ορισμός, αλλά η ταυτότητά σου. Αυτό είναι το μάθημα της πολιτικής κοινωνιολογίας και πολιτικής ψυχολογίας, που μοιάζει να αγνοείται από όλους σχεδόν τους πολιτικούς φορείς.

Η πολιτική συμπεριφορά είτε αφορά στους φορείς που διεκδικούν την ψήφο, είτε στους ίδιους του πολίτες ατομικά, είναι ρεαλιστική. Το κριτήριο δηλαδή της συμμετοχής τους και της συγκυριακής συμπεριφοράς τους είναι συμφεροντολογικό, και αυτό παρότι ακούγεται ίσως αρνητικά είναι το πιο θετικό πράγμα στις αστικές δημοκρατίες μας. Το συμφέρον είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την έννοια της ταυτότητας. Και μέσω της εκλογικής πρακτικής και του αποτελέσματος που προκύπτει από την ψηφοφορία, μπορεί κανείς  με ποσοτικές ή/και ποιοτικές έρευνες να προσεγγίσει την πραγματική διάσταση του συμφέροντος και των ιδιαιτέρων ταυτοτήτων, άλλα και να εκτιμήσει την δυναμική τους. Όλα αυτά, όμως, δεν έχουν θέση σε αυτό το σημείωμα, καθώς δεν είναι χώρος επιστημονικής ανάλυσης. Εδώ θα αρκεστούμε σε ορισμένες χρήσιμες οντολογικές επισημάνσεις, αντλώντας μάλιστα από διαφορετικές μεθοδολογίες της πολιτικής θεωρίας και σύγχρονης εμπειρικής έρευνας.

Δεν υπάρχει απολιτική εκλογική συμπεριφορά: άρα, όσοι πήγαν για καφεδάκι, αντί στο «παραβάν»,  δεν έδρασαν απολιτικά, αλλά εξίσου πολιτικά με αυτούς που ψήφισαν.

Η ψήφος δεν είναι μήνυμα, όπως το παρουσιάζουν τα ΜΜΕ και το εννοούν οι κομματικές ηγεσίες. Το μήνυμα προκύπτει ακριβώς από την διαδικασία ερμηνείας της ψήφου μέσω της άρθρωσης του πολιτικού λόγου. Άρα υπάρχει μια ποικιλία μηνυμάτων από την εκλογική διαδικασία της περασμένης Κυριακής, που μάλιστα διαμορφώνονται σε διαφορετικά επίπεδα (ηγεσίας, κομματικό, δημόσιου λόγου κλπ).

Άλλο μήνυμα, για παράδειγμα, εσωτερικεύει ο κ. Παπανδρέου και άλλο επιχειρεί η κυρίαρχη προπαγάνδα να αποκρυσταλλωθεί στη κοινή γνώμη. Το μήνυμα συνδέεται με την discursive φύση της εξουσίας και αποκαλύπτει την υφή της. Ο τρόπος που δομείται, μέσω του πολιτικού λόγου, το μήνυμα δείχνει και τη μορφή εξουσίας που επικρατεί ή επαγγέλλεται ή γενικότερα αναπαριστάται. Η πραγματική μάχη δίνεται για την ερμηνεία της ψήφου και κυρίως για την ρεαλιστική αναπαράστασή της σε επίπεδο κοινής γνώμης. Αυτό σημαίνει, κάπως απλοϊκά, ότι κερδισμένος από αυτές τις εκλογές μπορεί να βγει και ο χαμένος, στο βαθμό που πετύχει να αναπαραστήσει ρεαλιστικότερα την εκλογική συμπεριφορά των πολιτών, σύμφωνα ασφαλώς με το δικό του συμφέρον.

Ο ρεαλισμός δεν ταυτίζεται με την αντικειμενική (αριθμητική) απεικόνιση του εκλογικού αποτελέσματος. Για την διαμόρφωση του γενικού μηνύματος, με άλλα λόγια, δεν έχει σημασία ότι 1.100.000 περίπου ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ, δεν «τσίμπησαν» στον εκβιασμό του Γιώργου και του γύρισαν την πλάτη, έχει όμως και παραέχει σημασία για την δόμηση του μηνύματος στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ και στις αναπαραστάσεις που εμπεριέχει η ψηφοφορία και το αποτέλεσμά της στην δόμηση αντίπαλου ή απλώς διαφορετικού πολιτικού λόγου, που εκφράζει ασφαλώς διαφορετικές σχέσεις συμφέροντος. Έτσι πρέπει να αντιλαμβάνεστε και τον δικό μας λόγο – και αυτό το κείμενο που διαβάζεις τούτη τη στιγμή, φίλε αναγνώστη. Ο ρεαλισμός δεν έχει να κάνει με την αντικειμενική αλήθεια, αλλά απλώς με την εκλογίκευση αυτής της αλήθειας με γνώμονα το ατομικό συμφέρον. Όσο πιο συντηρητικός είναι κανείς, τόσο περισσότερο η αντικειμενική πραγματικότητα βιάζεται, ώστε να προσαρμοστεί στον ρεαλισμό, που διατυπώνεται με όρους έκτακτης ανάγκης για να εκφράσει ουσιαστικά ή να προσαρμοστεί σε μια μορφή ατομικού συμφέροντος, το οποίο στην Ελλάδα συνδέεται απολύτως με το κράτος πατρωνίας. Το συμφέρον των προοδευτικών πολιτών διαμορφώνεται σε αντίθεση με αυτό το καθεστώς. Το αντικειμενικό συμφέρον αυτών των ανθρώπων ενδεχομένως να ήταν η υπερψήφιση των φορέων της αριστεράς, ώστε να «εξαφανιστεί» ο δικομματισμός. Όμως αυτό απέχει πολύ από το να εσωτερικευθεί ως ρεαλιστικό συμφέρον. Η αιτία βρίσκεται στην έλλειψη πολιτικής στρατηγικής εκείνων που θα μπορούσαν και έχουν πολιτικο-ιδεολογικούς  λόγους το «αντικειμενικό» να το μετατρέψουν σε «ρεαλιστικό» στην σημερινή συγκυρία.

Ο ρεαλισμός δεν έχει να κάνει με τις «λύσεις» στο πρόβλημα της κρίσης, όπως απολιτικά και παραμορφωτικά διατείνονται οι φορείς προπαγάνδας της πολιτικής τάξης, αλλά με την διαφορετική στρατηγική αντίληψη των εξουσιαστικών σχέσεων, που μέσω του πολιτικού λόγου δομούν το μήνυμα  με όρους ρεαλισμού (πολιτικής πρακτικής). Πιο απλά, ο ρεαλισμός του καθεστώτος συνδέεται με τις πολιτικές της τρόικας, οι οποίες εμφανίζονται ως οι μόνες λύσεις για την αντιμετώπιση της κρίσης που οι ίδιες προκαλούν. Το ατομικό συμφέρον δεν μπορεί να νοηθεί έξω από το πλαίσιο αυτών των λύσεων, οι οποίες όμως δομούνται και αντανακλούν συγκεκριμένες σχέσεις εξουσίας, οι οποίες τείνουν να συντηρήσουν το καθεστώς στην Ελλάδα. Θα περίμενε κανείς (αντικειμενικά) τα δύο τρίτα της κοινωνίας να εναντιωθούν σε αυτές τις λύσεις, καθώς αντικειμενικά δεν τους συμφέρουν. Δεν γίνεται έτσι όμως, διότι το ρεαλιστικό συμφέρον δομείται μέσω του κυρίαρχου πολιτικού λόγου – ο οποίος μάλιστα στην σημερινή Ελλάδα διακρίνεται από εξαιρετική συνοχή –  αποκρυσταλλώνοντας συγκεκριμένες σχέσεις εξουσίας και μια αντίστοιχη πολιτική κουλτούρα, που υπακούουν σε μια στρατηγική αντίληψη για την νομιμοποίηση και την άσκηση της εξουσίας. Αυτή η αντίληψη ορίζει τι είναι ρεαλιστικό και τι όχι. Ότι δεν συμβάλει στην αναπαραγωγή του καθεστώτος εμφανίζεται ως μη ρεαλιστικό, ως παράλογο, ως μη πειστικό, ως παράταιρο της κοινής λογικής.

Αν οι προοδευτικοί πολίτες επιθυμούν να εκμεταλλευτούν την κόπωση που προδήλως εμφανίζει η πολιτική τάξη και την αδυναμία του μηνύματός της στην σημερινή κοινωνία, οφείλουν να αλλάξουν ριζικά τον πολιτικό τους λόγο. Είναι αναπαραγωγικός και θα έλεγα μουσειακός. Δεν ανταποκρίνεται στις σύγχρονες πραγματικότητες που πρέπει να συνυπολογίζονται κατά την δόμηση του πολιτικού μηνύματος, αλλά ούτε και στις βασικές αρχές της πολιτικής επικοινωνίας. Είναι κουβεντολόι ή στείρα συνθηματολογία, δίχως ρεαλιστική δομή παρότι αναπαριστά πιστά το αντικειμενικό συμφέρον της πλειονότητας των Ελλήνων.  Για να αποκτήσει ρεαλιστική δομή, πρέπει να αποπνέει συγκεκριμένη στρατηγική εξουσίας. Μόνον τότε το μήνυμα αποκτά βαρύνουσα πολιτική σημασία. Με αντιμνημονιακά και άλλα παρόμοια συνθήματα, απλώς διασκεδάζεται η ανικανότητα άρθρωσης πολιτικής  στρατηγικής. Ο λαός στην πραγματικότητα δεν ψάχνει «λύσεις». Λύση ζητά! Μια εναλλακτική στρατηγική εξουσίας για την χώρα από τον προοδευτικό κόσμο απαιτεί και μέχρι να την δει θα απέχει από την πολιτική διαδικασία. Ζητά από εμάς να επαναθέσουμε το ζήτημα του εθνικού συμφέροντος με κοινωνικούς όμως όρους και να ενώσουμε ξανά του Έλληνες, σπάζοντας το φράγμα των πελατειακών διαχωριστικών γραμμών. Μέσα σε αυτή την κρίση είναι αδόκιμο αν όχι ηλίθιο να αναφερόμαστε σε ξεπερασμένες κατηγοριοποιήσεις όπως αριστερά-δεξιά. Δεν έχει ανάγκη ούτε ακόμη και το ΚΚΕ αυτόν τον «τίτλο», έχει πολλούς άλλους πολύ πιο επίκαιρους να παραθέσει για να προσδιορίσει την ταυτότητά του. Αν ούτε τώρα δεν τολμήσει η παραδοσιακή αριστερά να εγκαταλείψει την απαρχαιωμένη ταυτότητα και προπαγάνδα της και δεν προτάξει την ανάγκη για μια αξιόπιστη, μακρόπνοη συνεργασία, σε μια εναλλακτική ηγεμονική βάση, με  όλους όσους επιθυμούν μια νέα μορφή ηγεσίας στον τόπο («αριστερούς», «κεντρώους» και «δεξιούς»), τότε δικαίως θα χαρακτηριστεί ως το αριστερό δεκανίκι του παραπαίοντος καθεστώτος και ασφαλώς θα έχει την τύχη του. Άρα, εκτός από τον πολιτικό λόγο της η παραδοσιακή αριστερά θα πρέπει να μεταβάλει ριζικά και την πολιτική πρακτική της.

Οι πολίτες στην Ελλάδα συνδέουν το ρεαλιστικό τους συμφέρον με μια ρεαλιστική, εναλλακτική εξουσία. Ή θα συνεργαστούμε με γνώση, τόλμη και αρετή προς αυτή την κατεύθυνση ή αλλιώς ο λαός θα μας γυρίσει την πλάτη αναζητώντας πιθανότατα έναν Έλληνα Μπερλουσκόνι, να κάνει αυτό που εμείς μέχρι τώρα είμαστε ανίκανοι να πράξουμε. Ας πάψουμε να αναλωνόμαστε στην κριτική του καθεστώτος. Το πτώμα αυτό δεν χρειάζεται επικήδειους…τους κάνει και μόνο του κάθε βράδυ στην τηλεόραση!  Από εμάς ζητά πειστική πρόταση εξουσίας, που θα απαντά στις αντικειμενικές ανάγκες της σημερινής κοινωνίας συστήνοντας έναν νέο ρεαλισμό, για μια νέα Ελλάδα. Από αυτή την σχέση θα διαμορφωθούν και οι λύσεις στην κρίση. Αντί να απαντάτε στα ταυτολογικά διλήμματα του καθεστώτος, δώστε μια απάντηση εξουσίας. Ας ενταφιάσουμε μια για πάντα αυτό το πτώμα που έχει το θράσος να  μιλά για λύσεις τη στιγμή κατά την οποία βιώνουμε το πρόβλημα που προκάλεσε και προκαλεί.

 

Tags:

, , , , , , , , , ,

Leave a Reply