Ποιός θα καλύψει το κενό στην Ελλάδα;

Του Δημήτρη Α. Γιαννακόπουλου

Δ. ΓιαννακόπουλοςΉδη από τα τελευταία άρθρα μου, χάραξα μια νέα πορεία επικοινωνίας με εσένα αναγνώστη. Στη θέση των αναλύσεων της πολιτικοοικονομικής εξέλιξης στην Ελλάδα και σπανίως κάποιων κρίσιμων κοινωνικοοικονομικών και κοινωνικοψυχολογικών φαινομένων, που κατέληγαν αμέσως ή εμμέσως σε κάποιες προβλέψεις και προτάσεις μάλλον ως κονστρουκτιβιστικές υποθέσεις εργασίας, έρχονται σχόλια τα οποία τείνουν να καλύψουν ένα διανοητικό, άκρως αντικειμενικό κενό. Το κενό που ποτέ δεν μπορείς να δεις όσο προσεγγίζεις με κριτική πολιτική ανάλυση πολιτικοοικονομικές αφηγήσεις και πρακτικές. Το κενό που δεν μπορείς να δεις, καθώς μέσω της αναλυτικής μεθοδολογίας που ακολουθείς, βρίσκεσαι αναπότρεπτα και εσύ μέσα του, θεωρώντας συγκυριακά πως… δεν υπάρχει κενό! Η διαδικασία της ανάλυσης είναι αυτή που σε τοποθετεί στο κενό, χάνοντας την αίσθησή του, την οποία μπορείς να αποκτήσεις μόνον μετά το πέρας αυτής της διαδικασίας.

Κι όμως κενό υπάρχει! Αν δεν υπήρχε κενό δεν θα έκρινα πως υπήρχε χώρος για να παρέμβω. Μόνον που το κενό αυτό δεν γίνεται αντιληπτό ούτε από την ίδια την κοινωνία, καθώς μέσα σε αυτό κουτρουβαλιάζεται και η ίδια σύσσωμη για να το καλύψει με την εσωτερική υποτίμηση των πάντων. Όλων, δηλαδή των κοινωνικών και οικονομικών αξιών στην Ελλάδα, αλλά και της αξίας της πολιτικής να προσφέρει κοινωνικά επωφελή λύση: το αδιέξοδο του παραγωγικού και καταναλωτικού μοντέλου της χώρας μας, που πλέον δεν μπορεί να διασκεδαστεί με άφθονο Ευρώ και τον μύθο μιας χώρας που δήθεν πραγματοποιεί ένα θαύμα στην ΟΝΕ! Η φούσκα Ελλάς έσκασε, προκαλώντας ένα τεράστιο κοινωνικοοικονομικό κενό στο οποίο έχει πέσει κράτος, κοινωνία και αγορά και στροβιλίζονται εντός του, υπό την ηγεσία μιας στενά διαπλεκόμενης πολιτικοεπιχειρηματικής κάστας, η οποία αποκρύβει τον αντιδραστικό, ολοκληρωτικό και κρατικοδίαιτο χαρακτήρα της, επικαλούμενη κοινοβουλευτική νομιμοποίηση για την «σωτηρία της πατρίδας»!

Αυτή ακριβώς η έννοια της «σωτηρίας την πατρίδας», αναπαριστά την αφηγηματική ρουφήχτρα της ζωής και των ζωντανών σχέσεων και πραγμάτων στην Ελλάδα σήμερα. Είναι η αφήγηση του ταξιδιώτη στο πολιτικό κενό, το οποίο επιχειρεί να καλύψει με χυδαίο ακροδεξιό λαϊκισμό σε συνδυασμό με νεοφιλελεύθερο δογματισμό. Αυτό ανασυστήνει πράγματι την δεξιά στην Ελλάδα σε μια μάλιστα μεσοπολεμική αφηγηματική βάση. Ως την απόλυτη φάρσα της δεξιάς του μεσοπολέμου, δίχως κανένα απολύτως από τα στοιχεία αντικειμενικής εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής δομής που όριζαν την πρώτη. Είναι σαν να προσπαθούσε κανείς σήμερα να αναβιώσει σχέσεις και αντιλήψεις της ίδιας περιόδου που θα έτειναν να ορίσουν το αριστερό κίνημα γενικότερα, ή ειδικότερα το κίνημα των εργαζομένων στην βάση του σταλινισμού. Η χρεωκοπημένη, κρατικοδίαιτη, πελατειακή και άκρως υποκριτική με έντονα στοιχεία μισαλλοδοξίας, δεξιά, δίχως ήθος και κοινωνική θεωρία, αγωνίζεται να αναστηθεί μέσα στο πολιτικοοικονομικό κενό που έχει πέσει η χώρα, εμφανίζοντας την πλέον ανατριχιαστική, αντιδραστική αφήγηση των τελευταίων 50 χρόνων στην Ελλάδα ως… προοδευτική προσέγγιση για την μετατροπή του πελατειακού κράτους σε κορπορατικό, υπό την επιτροπεία των νέων προστάτιδων δυνάμεων μιας αστικής τάξης, με σαφώς παρα-αστικά χαρακτηριστικά!

Κάπως έτσι το κενό φαίνεται να οδηγεί από τις δραματικές αντιφάσεις του καθεστώτος, στην παραφροσύνη του, μια και ούτε την δομή του ναζισμού θα μπορούσε να αξιοποιήσει, ούτε την θεωρία του φασισμού στην σημερινή ελληνική συγκυρία. Ο ναζισμός δεν μπορεί να ολοκληρωθεί υπό τις συγκεκριμένες ελληνικές κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, ενώ ο φασισμός μόνον στο πλαίσιο της θεωρίας του ολοκληρωτικού καπιταλισμού μπορεί σήμερα να παρασιτήσει, αντιφάσκοντας ωστόσο με την λαϊκιστική προπαγάνδα των νεοναζιστών. Συνεπώς το κενό στο οποίο βρίσκεται η Ελλάδα χαρακτηρίζεται από το αντικειμενικό αδιέξοδο της δεξιάς, εκεί όπου η αριστερά είναι πολυδιασπασμένη και βιώνουσα το δικό της ιδεολογικοπολιτικό κενό.

Το κενό της αριστεράς βρίσκεται στο εσωτερικό της, ενώ της κλείνουσας πονηρά το μάτι στο νεοναζισμό δεξιάς, στο εξωτερικό της. Το προσωπικό μου κενό βρίσκεται στο χάσμα που οριοθετεί η συγκυριακή δύναμη της δεξιάς και η αδυναμία της αριστεράς. Και αυτό δεν είναι κάποιου είδους «κέντρο», αλλά το πεδίο της εντιμότητας στη διανόηση, που δεν δομείται από την αφήγηση της θυματοποίησης, ενώ αγνοεί προκλητικά την έννοια της προδοσίας και των στρατοπέδων. Αν θέλετε, ένα μάλλον «κοινό» ανάλογο στο προσωπικό μου κενό, είναι το κενό που κατασκεύασε η κινηματογραφική (υφολογική) αφήγηση του Λουκίνο Βισκόντι.

Θυμάστε τον «Γατόπαρδο» (1963)»; Αν όχι, ξαναδείτε τον, είναι άκρως επίκαιρος και απόλυτα συνυφασμένος με την δική μου αφήγηση που δημιουργεί ένα διαφορετικό κενό προς κάλυψη, από αυτό στο οποίο έχει ρίξει την ελληνική κοινωνία η δεξιά (κεντροδεξιά και νεοφιλελεύθερη κεντροαριστερά) και από εκείνο που βασανίζει το μεγαλύτερο ίσως μέρος της αριστεράς με την μορφή του «εσωτερικού της κόσμου», ιδίως μετά την κατάρρευση των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και ένα σωρό χυδαιοτήτων που καμία σχέση δεν είχαν με τα ευγενικά αισθήματα κομμουνιστών, σοσιαλιστών, αναρχικών κ.α. για εξάλειψη του απανθρωπισμού και το αρμονικό πάντρεμα της ελευθερίας με την ισότητα.

Το κενό αυτό αφορά στην διαλεκτική διάσταση του παλιού καθεστώτος στην Ελλάδα, που εμφανίζεται με φαιδρότητα να εκπροσωπεί το καινούργιο και καινοτόμο και του νέου που μοιάζει να έρχεται από παλιά, εκφράζοντας το ανεκπλήρωτο του παρελθόντος που θα μπορούσε να εκπληρωθεί σήμερα με την ανατροπή των παλιών!!! Το δικό μου κενό φτιάχνεται από την διεισδυτική εξομολόγηση του πρίγκιπα Σαλίνα: «Εμείς [οι αριστοκράτες του παλαιού καθεστώτος] είμαστε οι λεοπαρδάλεις και τα λιοντάρια αυτού του κόσμου κι αυτοί [η νέα αστική τάξη], που θα μας αντικαταστήσουν, θα είναι τα τσακάλια και τα πρόβατα και μετά, όσοι επιβιώσουμε, λεοπαρδάλεις, λιοντάρια, τσακάλια και πρόβατα, θα συνεχίσουμε να θεωρούμε τους εαυτούς μας σαν το αλάτι της γης».

Αυτό δεν αναπαριστά στενά κάποιο είδος πάλης των τάξεων, αλλά μάλλον ώσμωσης διαφορετικών τάξεων για την αντικατάσταση ενός σαπισμένου καθεστώτος από ένα άλλο, μέσω συγκρούσεων και προστριβών που ποτέ δεν παίρνουν την μορφή μίας γνήσιας ρήξης, ενώ υιοθετούν εμφατικά την ρητορεία της! Στην Ελλάδα της αμέσως επόμενης περιόδου το σχηματισμένο κοινωνικοοικονομικό κενό δεν θα πρέπει να καλυφθεί από την πολιτική κενότητα εκείνων που απλώς έτυχε να βρίσκονται σε επίκαιρη θέση για να καλύψουν την αποσύνθεση του πολιτικού καθεστώτος των διαπλεκομένων, η οποία προήλθε από τον συνδυασμό πτώχευσης κράτους και τραπεζών με την επιλογή της εσωτερικής υποτίμησης υπό την επιτροπεία της τρόικας.

Θα είναι τραγωδία για την Ελλάδα η διολίσθηση στο κενό του ακροδεξιού λαϊκισμού – που συνδυάζεται παραδόξως και αντιφατικώς με εξτρεμιστικά νεοφιλελεύθερη πρακτική – να επιχειρηθεί να ανατραπεί από ένα κόντρα λαϊκισμό αριστερίστικης υφής και αριστερού ύφους! Είναι ανατριχιαστικό να παρακολουθεί κανείς η σύγχρονη, ριζοσπαστική κοινωνικά αριστερή αφήγηση να εισάγεται στο εργαστήριο του παλαιοκομματισμού – εντός του οποίου το πραγματικά πολιτικοκοινωνικά καινοτόμο, που υπηρετεί τον κόσμο της εργασίας στον αγώνα του να αντισταθεί στην σαρωτική δυναμική που αναπτύσσει ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός – για να αποκτήσει μία γνώριμη μορφή αριστερής (μαρξιστικής) αυθεντικότητας. Εννοώ πως είναι τραγωδία να εμποτίζεται με το οξύ παλαιοκομματικού λόγου και παλαιοκομματικής συμπεριφοράς, ή να εμβαπτίζεται σε αυτό, το σύγχρονο υλικό της αριστεράς για να εμφανίζεται ώριμο, ιδεολογικά άρτιο και κυβερνητικά έμπειρο. Ικανό για να συνδέσει το παλαιό με το νέο. Μόνον που αυτό δεν μπορεί να είναι κάτι άλλο παρά μία πολιτική φάρσα.

Το κενό στο οποίο βρίσκεται αυτή την στιγμή η Ελλάδα θα μπορούσε να καλυφθεί αποτελεσματικά και υπέρ των εργαζομένων και των ανέργων φυσικά, μόνον από αυτούς που (1) έχουν συνείδηση του κενού και δεν βρίσκονται οι ίδιοι μέσα του και (2) δεν αγωνίζονται να δείξουν πως καλύπτουν το ιδεολογικοπολιτικό «εσωτερικό κενό» τους. Με «κοινούς» όρους αυτό σημαίνει ότι θα μπορούσε να καλυφθεί οικονομικά αποτελεσματικά και κοινωνικά εποικοδομητικά από εκείνους που δεν έχουν λόγο να υποκρίνονται. Και δεν υποκρίνεται κανείς αν ισχυριστεί σήμερα πως στην Ελλάδα μόνον μία μορφή γνήσιας σοσιαλδημοκρατίας με ένα κοινωνικοοικονομικό μοντέλο στην θεωρητική βάση «Keynes-Beveridge», το οποίο να αναπτύσσεται σε ένα δωδεκαετές σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης και εκδημοκρατισμού, θα μπορούσε να καλύψει το κενό στο οποίο βρίσκεται κοινωνικό και εθνικό συμφέρον. Από κει κι έπειτα τα ιδιαίτερα θεσμικά, χρηματοπιστωτικά και δημοσιονομικά εργαλεία που θα χρησιμοποιηθούν προς αυτή την κατεύθυνση, δεν είναι καθόλου δύσκολο να διαμορφωθούν και να λειτουργήσουν σε ένα συνεργατικό και αλληλέγγυο πνεύμα, που αντικειμενικά αυτή την στιγμή ορίζει την ύπαρξη των δύο τρίτων της κοινωνίας (άνεργοι, εργαζόμενοι, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις που πλήττονται από την μονοπωλιακή διάσταση του καθεστώτος της διαπλοκής που καταρρέει).

Με μία κουβέντα, το κενό στο οποίο βρίσκεται αυτή την στιγμή η δεξιά μεταρρύθμιση, με αποκρουστικό μάλιστα ακροδεξιό προφίλ, μπορεί να μπετοναριστεί αποκλειστικά με μία σαφή αριστερή μεταρρύθμιση που δεν θα ντρέπεται για τον εαυτό της και για τις έννοιες που χρησιμοποιεί δομώντας μία εντελώς νέα αριστερή αφήγηση στην Ελλάδα, επειδή κάποιοι άλλοι κατά το παρελθόν χρησιμοποίησαν τις ίδιες λέξεις, δομώντας όμως μια εντελώς διαφορετική πολιτική πρακτική και πολιτικό λόγο. Δεν κάνουν οι λέξεις πολιτική, αλλά η αφήγηση. Οι έννοιες δομούνται στο πλαίσιο συγκεκριμένων αφηγήσεων και οι λέξεις αποκτούν διαφορετικό νόημα από πολιτική αφήγηση σε πολιτική αφήγηση. Είναι φασισμός η βίαιη ταύτιση λέξεων με έννοιες σε διαφορετικό πλαίσιο αφηγήσεων. Είναι διαστροφή η ταύτιση αφηγήσεων με κριτήριο κάποιες κοινές λέξεις. Οι αφηγήσεις κατασκευάζουν και καλύπτουν το κενό. Όχι όμως οποιοδήποτε κενό, αλλά το κενό που οι ίδιες δημιούργησαν. Με αυτή την έννοια το κενό που θα μπορούσε να καλύψει μια σύγχρονη αριστερή αφήγηση δεν είναι ακριβώς το κενό που προκαλεί η δεξιά αφήγηση στην Ελλάδα, αλλά αυτό που προκύπτει από την κριτική, κονστρουκτιβιστική προσέγγιση αυτής.

 

Tags:

, , , , , , , , , , , , ,

Leave a Reply