Περί κηρύκων και κηρυγμάτων για εθνική συμφιλίωση

Του Δημήτρη Α. Γιαννακόπουλου

Από όλες τις πλευρές του νεοφιλελεύθερου – λαϊκιστικού και εθνικιστικού ελληνικού φάσματος, επικουρούμενοι μάλιστα από διεθνή ΜΜΕ, ξεπροβάλουν προσωπικότητες, οι οποίες ισχυριζόμενες ότι υφίσταται κίνδυνος εθνικού διχασμού, αναζητούν πολιτική έκφραση της «εθνικής συμφιλίωσης», προτού συρθούμε σε έναν νέο εμφύλιο, όπως διατείνονται.

Το απίθανο είναι πως όλοι αυτοί – κάποιοι από αυτούς μάλιστα φέροντες ακαδημαϊκούς τίτλους, όπως ο κ. Βασίλης Μαρκεζίνης – εμφανίζονται απολύτως άσχετοι με την διεθνή επιστημονική εμπειρία στο ζήτημα του λεγόμενου «εθνικού διχασμού».

Το ζήτημα αυτό έχει διεξοδικά ερευνηθεί. Και μόνον στην βιβλιογραφία (εκδόσεις) του Cambridge αν ανέτρεχε κάποιος, θα μπορούσε να βρει έναν πλούτο από παλαιότερες και σύγχρονες έρευνες, οι οποίες όλες, μα όλες, κατατείνουν στο συμπέρασμα: εθνικός διχασμός δεν προκαλείται από την κρίση στην σχέση κεφαλαίου – εργασίας, ούτε στην περίπτωση δραματικών ανισοτήτων στην κοινωνική διάρθρωση πλούτου και εισοδημάτων. Όπως εθνικός διχασμός ποτέ δεν προκλήθηκε από την έντονη πολιτική αντιπαράθεση δεξιάς και αριστεράς στο πλαίσιο μιας εσωτερικής κρίσης του κεφαλαιοκρατικού συστήματος.

Πολύ περισσότεροι είναι οι παράγοντες που καλλιεργούν και επιφέρουν τελικά το φαινόμενο, το οποίο αποκαλούμε εθνικό διχασμό και απείρως πιο σύνθετοι. Σε κάθε περίπτωση δίχως μεταβολή του γενικότερου γεωπολιτικού περιβάλλοντος και σύγκρουση εξωτερικών παραγόντων που ερίζουν για τον έλεγχο μιας συγκεκριμένης χώρας ή περιοχής υπό κρατικό και κοινωνικό μετασχηματισμό, ή συμπεφωνημένη μεταβολή της πολιτικής δομής κυριαρχίας από ισχυρούς εξωτερικούς παράγοντες ερήμην των τοπικών ηγεσιών, ούτε εθνικό διχασμό έχουμε, ούτε ασφαλώς εμφύλιο.

Το φαιδρό είναι ότι ο ακαδημαϊκός κ. Μαρκεζίνης «σπάσει την σιωπή του μετά από αρκετούς μήνες και μιλάει για νέο εθνικό διχασμό χειρότερο από αυτούς του 1915 και του 1945»! Σαν αυτός ο άνθρωπος να μην κατάλαβε ποιες συγκρουσιακές μεταβολές στο διεθνές «Power sharing» οδήγησαν και στις δύο περιπτώσεις σε εσωτερική σύγκρουση για την αναδιάρθρωση της πολιτικής ισχύος, ως προϊόν διεθνούς πολεμικής σύγκρουσης ή ως προϊόν διεθνούς πολιτικής διευθέτησης μετά από παγκόσμια πολεμική αναμέτρηση!

Κρίμα είναι μετά από τόσα χρόνια και τόση επίπονη επιστημονική δουλειά να μην καταλαβαίνουμε ότι είχαμε εμφύλιο στην Ελλάδα μετά την Συμφωνία της Γιάλτας, διότι η διευθέτηση αυτή αντέστρεφε, απολύτως αυθαίρετα φυσικά, την πραγματική διάρθρωση της πολιτικής ισχύος στην Ελλάδα, στη συγκυρία, και επειδή σε τέτοιες περιπτώσεις αν δεν κινηθούν «έξυπνα» οι ηγεσίες των «αδικημένων» – νικητών που οφείλουν σύμφωνα με την νέα διεθνή ρύθμιση να συμπεριφερθούν πολιτικά ως ηττημένοι – ο τοπικά κυρίαρχος κεφαλαιοκρατικός παράγοντας (αμερικανικός/βρετανικός στην περίπτωσή μας) προκρίνει ως καλύτερη λύση την ένοπλη επιβολή των συμφωνηθέντων.

Έτσι και έγινε, με τον ιστορικό να θέτει ακόμη ερωτήματα για την τραγικά αμφιλεγόμενη, καιροσκοπική σε αρκετές περιπτώσεις συμπεριφορά της ηγεσίας εκείνων, που, όπως είχε συμφωνηθεί μεταξύ των νικητών του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, έπρεπε να παραδώσουν όχι απλώς τα όπλα αλλά και την πολιτική ισχύ που διέθεταν στο εσωτερικό, για να συμπεριληφθούν ομαλά στη νέα μεταπολεμική τάξη της περιοχής μας. Εμφύλιοι γίνονται όταν κάποιος εξωτερικός παράγοντας παρεμβαίνει και διαταράσσει βίαια και αποφασιστικά την συγκυριακή ισορροπία (σχέση/δομή) πολιτικών (εσωτερικών) δυνάμεων, επιβάλλοντας ένα συγκεκριμένο «Power sharing», ή στο μεσοδιάστημα του πολιτικού μετασχηματισμού που προκαλεί η αποχώρηση μιας ξένης δύναμης αποικιοκρατικής μάλλον μορφής.

Εμφύλιο ασφαλώς θα μπορούσαμε επίσης να έχουμε στο πλαίσιο μιας διαδικασίας κοινωνικής επανάστασης – με πλήρη την έννοια – για τον έλεγχο του κράτους ασφαλώς. Τι από όλα αυτά συντρέχει σήμερα στην Ελλάδα; Εδώ σας θέλω! Όσοι ζητούν απάλειψη των κοινωνικών αγώνων σε μια έντονα ταξική επίθεση του κεφαλαιοκρατικού συστήματος εναντίον της ελληνικής κοινωνίας, «διακηρύσσοντας» μάλιστα την «ανάγκη για Εθνική Συμφιλίωση», με απολιτικούς και αποκλειστικά εθνικιστικούς όρους, επικαλούμενοι μάλιστα απειλή νέου εμφυλίου ας βγουν να μιλήσουν ανοιχτά, έντιμα και στην βάση της επιστημονικής εμπειρίας, αν πράγματι αποτελούν φορείς της, και ας πάψουν να κινδυνολογούν λαϊκιστικά.

Ας μιλήσουμε επιτέλους σοβαρά – καθώς τα πράγματα είναι πολύ σοβαρά – για να δούμε ποιοι και γιατί θα είχαν συμφέρον σήμερα να καλλιεργήσουν τον εθνικό διχασμό και να οδηγήσουν σε ένα «ψευδο- εμφύλιο», έτσι ώστε να ποδηγετήσουν/χειραγωγήσουν τις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις. Αν δεν γίνει αυτή η δημόσια συζήτηση, βάσιμα μπορεί κανείς να υποθέσει πως οι «ανησυχούντες» κήρυκες μιας κάποιας «εθνικής συμφιλίωσης», που ταυτίζεται με την άνευ όρων υποχώρηση του αγώνα των εργαζομένων, των ανέργων και της ευρύτερης κοινωνίας για ισότητα και ελευθερία, όπως και απελευθέρωση από την ομηρία της τρόικας και των ντόπιων νταβάδων, ρέπουν προς μια χούντα με κοινοβουλευτικό κατά προτίμηση (τους) μανδύα.

Όσοι, σε αυτήν την συγκυρία, έρχονται να κηρύξουν την «εθνική συμφιλίωση», είναι μπερμπάντηδες πολιτικάντηδες που κηρύσσουν εμμέσως, πλαγίως και ενδεχομένως δολίως την ανάγκη εμπέδωσης/συγκρότησης μιας μορφής χούντας που θα παρεμποδίσει την διαδικασία δόμησης μια νέας δημοκρατικής μεταπολίτευσης, υπό την ηγεσία της σύγχρονης αριστεράς. Είναι αυτοί που δεν επιθυμούν τον δημοκρατικό αστικό εκσυγχρονισμό με όρους προοδευτικά κοινωνικούς.

Επιδιώκουν αντί η πολιτική ισχύς στην χώρα να οριστεί από το κίνημα, να διαμορφωθεί, ως συναίνεση μιας αριστοκρατίας, στο πλαίσιο της κυριαρχίας των ελληνικών ελίτ. Επιζητούν, με άλλα λόγια, ένα διαπλεκόμενο αστικό καθεστώς που καταρρέει, στο πλαίσιο της αδυναμίας του και της διαφθοράς του εντός του διεθνούς ανταγωνισμού, να αντικατασταθεί από μια μεταβατική ολιγαρχική, διακυβερνητική δομή, η οποία δήθεν θα προσφέρει κάθαρση, τάξη και ασφάλεια.

Αυτά είχαν στο μυαλό τους λογής-λογής δεξιοί την δεκαετία του 1960, μέχρι οι συνταγματάρχες να πραγματοποιήσουν ετούτοι πρώτοι το ιδανικό εκείνων, εξαφανίζοντας την κυβερνητικά φιλόδοξη τότε αριστερά και εκτοπίζοντας παράλληλα με τους αριστερούς, τους δημοκρατικούς θεσμούς, την οικονομική ανάπτυξη, τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό, τον εξευρωπαϊσμό και περιθωριοποιώντας επικίνδυνα την χώρα.

Την συνέχεια την ξέρετε: διαλύθηκε το καθεστώς μεταβιβάζοντας την εξουσία ξανά στους πολιτικάντηδες, μέσα στον ζόφο μιας νέα εθνικής ήττας και του αίματος στην Κύπρο. Αυτή είναι, φίλοι, η κριτική πολιτική προσέγγιση της συγκυριακής αφήγησης περί «εθνικής συμφιλίωσης».

Μια χαρά συμφιλιωμένοι είμαστε οι Έλληνες, αλλά κάποιοι μας θέλουν διχασμένους, για να μας «συμφιλιώσουν» εκ νέου υπό την ηγεμονία εκείνων που νοιώθουν να γλιστρά ο έλεγχος κράτους, κοινωνίας και αγοράς κάτω από τα πόδια τους! Αυτοί είναι που κινδυνολογούν περί «εθνικού διχασμού» και «εμφυλίου» , για να νομιμοποιήσουν μια νέα χούντα στην Ελλάδα ως παρακολούθημα και εξέλιξη του άτυπου πραξικοπήματος (σοβαρή προσβολή της συνταγματικής τάξης), που προκάλεσε το καθεστώς με συνέργεια του κυρίαρχου πολιτικού συστήματος και της τρόικας. (Ως προς αυτό, τεράστια είναι η ευθύνη των θεσμών της ΕΕ και του διεθνούς συστήματος ασφαλείας).

Εντός αυτού του περιβάλλοντος, εμφανίζονται αρκετοί προβοκάτορες πρόθυμοι να συνδράμουν στην διαμόρφωση συνθηκών εθνικού διχασμού – όχι απλώς εκείνοι οι ακροδεξιοί που πρότειναν τον κ. Μαρκεζίνη για πρωθυπουργό, αλλά και άλλοι κατά τα λοιπά φιλελεύθεροι ή και αριστεριστές – μόνον που ο δημοκρατικός λαός δεν θα πρέπει να ανεχτεί αυτό το επικίνδυνο «θέατρο».

Θα πρέπει να αντιδράσει με πάθος στην διάθεση για εκτροπή και επιβολή καθεστώτος πολιορκίας. Σήμερα οι Έλληνες ΔΕΝ κινδυνεύουμε από εθνικό διχασμό, αλλά από κάποιο είδος χούντας, που θα έρθει να διασκεδάσει την χυδαιότητα – και την πολιτική ήττα – του συγκεκριμένου αστικού καθεστώτος της πατρωνίας και της διαπλοκής επί της ελληνικής κοινωνίας.

Κινδυνεύουμε από μια χούντα που θα επιβληθεί για να μην αλλάξει το εσωτερικό πολιτικό «Power sharing» υπέρ της αριστεράς και της προοδευτικής κοινωνίας. Αυτό είναι το ζήτημα. Ο αγώνας του καθεστώτος να διατηρήσει την αριστερά στο περιθώριο, προκαλεί την ανάγκη δόμησης της αφήγησης περί «εσωτερικού διχασμού» / «εθνικής συμφιλίωσης», την οποία θαυμάσια αρθρώνει με ηθικοπλαστικό/υπερβατικά-απολιτικό ιδίωμα ο κ. Μαρκεζίνης και μπόλικοι άλλοι στις μέρες μας, αλλά δυστυχώς για εκείνους εκτός από τους στρουκτουραλιστές το φαινόμενο που συνθέτουν έχει αναλυθεί καί από την ψυχανάλυση!

Άρα, ο κόσμος τους ξέρει πλέον και «από μέσα» και «από έξω». Τέτοιου είδους αφηγήσεις προδίδουν πλέον εύκολα όχι μόνον καιροσκοπικούς/φοβικούς στόχους και στρατηγικές, αλλά και προγράμματα αντιδημοκρατικής υφής. Αυτή η αναχρονιστική αφήγηση των κηρύκων της «εθνικής συμφιλίωσης», που υποκρύπτει σχέσεις εξουσίας, αντί να τις ορίζει με σαφήνεια, αποτελεί μορφή πολιτικής προστυχιάς, σε κάθε περίπτωση. Όχι άλλες προστυχιές, η ελληνική κοινωνία έχει ανάγκη από έντιμο πολιτικό αγωνισμό (και όχι απλώς ανταγωνισμό), για να ωριμάσει και να αναλάβει τις ευθύνες της απέναντι στον εαυτό της και απέναντι στις επόμενες γενιές.

 

Tags:

, , , , , , , , , , , ,

Leave a Reply