Ουάου καταστάσεις, δίχως πλέον ουάου εργαζόμενους και πολίτες…

Γράφει ο Δημήτρης Α. Γιαννακόπουλος

Δ. ΓιαννακόπουλοςΌταν από την οικονομία της αγοράς (οικονομικός φιλελευθερισμός) περνάς στην κοινωνία της αγοράς (νεοφιλελευθερισμός), μια ήδη διαταραγμένη, κατακερματισμένη ζωή μετατρέπεται σε καθημερινή διαστροφή, βασισμένη σε μια εικονική πραγματικότητα. Στον νεοφιλελευθερισμό η εργασία παύει να είναι ένα ιδιαίτερο εμπόρευμα (οικονομικός φιλελευθερισμός) αυξημένης προστασίας και μετατρέπεται σε χύμα εμπόρευμα ο ίδιος ο εργαζόμενος. Και τα εμπορεύματα, αγαπητέ αναγνώστη, δεν έχουν δίκιο ή άδικο, ούτε ηθική τιμή, αλλά αποκλειστικά κάποια οικονομική τιμή.

Εδώ, ο εργαζόμενος δεν έχει πλέον την παραμικρή ισχύ, εξουσία (power) και στην ουσία της παραγωγικής διαδικασίας παύει να εμφανίζεται και να γίνεται αποδεκτός ως παράγοντας παραγωγής κέρδους. Τώρα ως παράγοντας εμφανίζεται παραμορφωτικά, αποκλειστικά το κεφαλαιοκρατικό περιβάλλον, το όποιο περιβάλλον, ως μια ευαίσθητη, σοφή και λειτουργική, αν και απολύτως μυθική και αόριστη προσωπικότητα που αναγνωρίζει «power» αποκλειστικά στον και για τον εαυτό της, ο οποίος εκπροσωπείται από κάποιο διευθυντήριο. [Δοκίμασε ως εργαζόμενος, ακόμη και ως διευθυντής να άρθρωσης με αυθεντικό τρόπο «power»… αν θέλεις να απολυθείς, ή να εξαναγκαστείς σε παραίτηση. Αν είσαι πράγματι ισχυρός, η επιχείρηση θα εξαγοράσει την παραίτηση σου! Τώρα εξαγοράζει παραιτήσεις και το κράτος! Ουάου, ιδού ο νεοφιλελευθερισμός, που διδάσκει τα παιδιά τα αντίθετα από αυτά που (δια)πράττει, σαν τις ηγεσίες κάποιων εκκλησιών]. Εδώ πλέον η κοινωνικοοικονομική δομή αποκτά θεϊκά χαρακτηριστικά και ως τέτοια αναγνωρίζει μόνον την πίστη, την θυσία, το λειτουργικό του εκκλησιάσματος της αγοράς και την καρτερία, με την έννοια της άνευ όρων υποταγής των εργαζομένων. Η εργασία από δικαίωμα μετατρέπεται σε προνόμιο και στη συνέχεια μυθοποιείται κοινωνικά, ενώ απαξιώνεται οικονομικά… φυσιολογικά!

Ο νεοφιλελευθερισμός, λοιπόν, είναι ο απόλυτος απανθρωπισμός. Είναι το καθεστώς όπου η έννοια της αλλοτρίωσης του Μαρξ, εμφανίζεται πολύ αδύναμη για να ορίσει την πραγματικότητα των νεοφιλελεύθερων κοινωνιών. Ο Μαρξ, αν ζούσε σήμερα, θα ξεκινούσε από την αρχή τη «γενική του θεωρία». Αυτό που βιώνουμε δεν έχει σχέση με τον «καταραμένο» – για εμάς τους αριστερούς – οικονομικό φιλελευθερισμό του περασμένου αιώνα. Πρόκειται για την άρνησή του, πρόκειται για την κατάργηση του φιλελευθερισμού στην πράξη. Πρόκειται, ας πούμε παραστατικά, για μια σταλινικού ή ναζιστικού χαρακτήρα ολοκλήρωση της αγοράς, όπου ο εργαζόμενος από γρανάζι της παραγωγής μετατρέπεται σε λιπαντικό μέσο αυτής και ρευστοποιείται ως προσωπικότητα.

Είμαι εργαζόμενος και δεν έχει σημασία, παρότι η ιδιωτική επιχείρηση με κολακεύει διαρκώς ως άτομο: «Εσύ είσαι η επιχείρηση», μου λέει, και εγώ καμαρώνω ο ηλίθιος! Τα κατάφερα, είμαι επιτυχημένος, είμαι με τους νικητές και όχι με τους ηττημένους! Εγώ, ξεπέρασα την ανθρώπινη φύση μου, που με ταλαιπωρούσε με οπισθοδρομικές ανάγκες, είμαι πλέον πολύτιμος, μια ολόκληρη επιχείρηση με ανθρώπινα μέλη (χέρια, πόδια και τα υπόλοιπα)! Και ως Εαυτός-επιχείρηση συναλλάσσομαι με τον κόσμο των επιχειρήσεων, εντασσόμενος, δηλαδή παραδιδόμενος, σε μια μεγαλύτερη επιχειρηματική δομή. Αυτή ξέρει το καλό μου! Δεν θα κλείσει ποτέ, μια και είναι έξυπνη μπίζνα, αλλά κι αν πτωχεύσει δεν θα φταίει αυτή, θα φταίει το κράτος που δεν ολοκληρώθηκε ως αγορά και διατηρεί ακόμη κάποιους δημοσίους υπαλλήλους!!! Άρα, εγώ, ο άνεργος πλέον, ξέρω ποιος είναι ο εχθρός μου: το κράτος των δημοσίων υπαλλήλων, που επιμένουν, τα καθάρματα, να διεκδικούν δικαιώματα! Αυτοί οι οπισθοδρομικοί φταίνε που έμεινε άνεργος ο Εαυτός-επιχείρησή μου!

Κάτι ανάλογο, ωστόσο λέει και το κράτος-επιχείρηση του νεοφιλελευθερισμού στον εργαζόμενο-πολίτη: «Εσύ είσαι το κράτος»! Ένα κράτος δίχως πολίτη (δημοκρατικά δικαιώματα), μια επιχείρηση δίχως εργαζόμενο (δικαιώματα). Ένας κόσμος «επιχειρηματιών», αποκλειστικά «επιχειρηματιών», όπου εξαφανίζεται καί ο εργαζόμενος καί ο πολίτης – ως ουσίες, οντολογίες, παράγοντες ισχύος. Άρα, δεν έχει νόημα ο άνεργος, ούτε δημοκρατική ουσία ο πολίτης. Σε πολύ λίγο δεν θα έχει, φίλε μου! Και εσύ μου μιλάς για επανάσταση α λα Λένιν και ο άλλος μιλά για εθνικοσοσιαλισμό και τα ρέστα! Είστε μακριά νυχτωμένοι και με το συμπάθιο! Διάβασα τις προάλλες ένα καινούργιο βιβλίο γυμνασίου για τους μαθητές στη Σουηδία και κατάλαβα μέσα σε μια παράγραφο, όσα δεν θα καταλάβει κάποιος διαβάζοντας όλα τα έντυπα της αριστεράς! Η επιχειρηματικότητα οριζόταν έξω από το πλαίσιο της οικονομίας, δίχως όρους της αγοράς, αλλά ταυτιζόταν πρόστυχα και πονηρά με την κοινωνικότητα. Αυτό είναι το τέλος όχι της έννοιας της ισότητας, αλλά το τέλος της ελευθερίας ως δικαίωμα. Ζούμε το τέλος του φιλελευθερισμού και όχι το τέλος του οποιουδήποτε σοσιαλισμού! Ο νεοφιλελευθερισμός υπονομεύει δραματικά τον φιλελευθερισμό και όχι τον σοσιαλισμό. Με τον δεύτερο «καθάρισε» τον περασμένο αιώνα, τώρα δολοφονεί τον φιλελευθερισμό, που, στην ουσία – οντολογικά – φοβόταν πάντα περισσότερο, η κάθε ολοκληρωτικού χαρακτήρα ηγεμονία. Και η παγκοσμιοποίηση του νεοφιλελευθερισμού είναι πράγματι το αυταρχικότερο και πιο απάνθρωπο καθεστώς ολοκληρωτισμού, δίχως αμφιβολία.

Αυτό έμαθα από τον χώρο των επιχειρήσεων και όχι από τον χορό μου με τις επιστήμες της πολιτικής, της εθνικής οικονομίας, των διεθνών πολιτικών, και της διοίκησης (ηγεσίας). Και αυτό δεν αφορά μόνον στην Ελλάδα, αφορά σε όλες σχεδόν τις αναπτυγμένες χώρες, τις οποίες θα μπορούσαμε να ορίσουμε ως κοινωνίες της αγοράς. Αφορά ακόμη και σε χώρες όπως η Γερμανία, όπου για πολλούς και σύνθετους λόγους η ζωή σημαντικού μέρους του πληθυσμού δεν κανονίζεται αυτόματα από την αγορά. Εκεί υπάρχουν αντιστάσεις, αλλά μάλλον στο κάτω και στο άνω άκρο της αγοράς (σε αυτούς που δεν αγωνίζονται για την καριέρα τους και σε εκείνους που δεν ζουν (δεν νομιμοποιούν κοινωνικοπολιτικά την καθημερινότητά τους) για να δουλεύουν ή/και να ψωνίζουν. Το ίδιο παρατηρώ να συμβαίνει στην Σουηδία, μόνον που εδώ ο νεοφιλελευθερισμός έχει διαβρώσει σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό ανθρώπους κάτω των πενήντα: τους έχει τρελάνει, τους έχει κάνει νευρωτικούς και δραματικά αντιπαραγωγικούς, με την έννοια της έλλειψης δημιουργικότητας, με την έννοια της παρέμβασης στις δομές και όχι ασφαλώς με εκείνη της παρέμβασης για την δημιουργία προπαγανδιστικής εντύπωσης.

Αυτά τα χάλια παρατηρούσα και στην Ελλάδα με ορόσημο το 1990. Έβλεπες, πλησιάζοντας το 2000, να επικρατεί μια απολύτως χαζοχαρούμενη κουλτούρα στις επιχειρήσεις του ευρύτερου τομέα των υπηρεσιών. Ξετρελαμένα «κορίτσια» και «αγόρια» (στα τριάντα τους ή ακόμη και στα σαράντα τους), που ζούσαν τον μύθο τους στην αγορά, μιμούμενα χολιγουντιανές συμπεριφορές και διαμορφώνοντας αποκρουστικές, αντικοινωνικές στάσεις αγοραίου εγωτισμού. Μόστρα, πόζα, lifestyle και κούνημα, αλλά από ουσία μηδέν! «Ουάου, ουάου… ουάου»! Ήταν – και είναι – η γενιά του ουάου, η γενιά μιας κραυγής, αντί της ανθρώπινης φωνής και του λόγου, η άναρθρη γενιά του κουτσομπολιού και της περιπτωσιολογίας. Η πρώτη ουσιαστικά γενιά του νεοφιλελευθερισμού. Η γενιά που είχε – και έχει – χάσει την επαφή με τις αισθήσεις της, βιώνοντας την καθημερινότητά της με την εικονική προέκταση των αισθήσεών της και με τις αγοραίες παραισθήσεις της.

Η κατάσταση αυτή επιδεινώθηκε δραματικά τα επόμενα χρόνια, μέχρι την στιγμή της κατάρρευσης του κράτους και του μύθου της αγοράς στην Ελλάδα: την έναρξη της διαδικασίας πτώχευσης και φτωχοποίησης με εσωτερική υποτίμηση – με το ξεφούσκωμα δηλαδή της αγοράς, που εξαιτίας του νεοφιλελεύθερου μοντέλου κατέληγε (συνεπαγόταν) το «ξεφούσκωμα» της ίδιας της κοινωνίας, με τραυματικές επιδράσεις στο υπερφίαλο Εγώ των «παιδιών»-στελεχών της αγοράς, πολλά εκ των οποίων σήμερα βρίσκονται εκτός αγοράς, ή ανήμπορα να υπηρετήσουν τον χολιγουντιανικό τους μύθο εντός αυτής – της διαρκώς υποβαθμιζόμενης ελληνικής αγοράς. Θυμάμαι την αίσθηση που απεκόμιζα μετά από συνεργασίες μου, ως σύμβουλος στρατηγικού σχεδιασμού και επικοινωνίας, με τα ανώριμα αυτά «παιδιά» του «Ουάου- νεοφιλελευθερισμού» που είχαν τοποθετηθεί μαζικά στην ηγεσία μεγάλων και «υπερ-μοντέρνων» ελληνικών επιχειρήσεων. Επέστρεφα σπίτι «άδειος»!

Κάποτε «έπιασα» έναν θεσσαλονικιό, σημαντικό επιχειρηματία, με μια επιχείρηση «κόσμημα» από το 1992 έως το 2008-10, στα νεόδμητα, «φανταχτερά», κεντρικά του γραφεία στο Μαρούσι και του είπα: «Να με συγχωρείς, αλλά δεν κάνατε καλά που εκκαθαρίσατε την παλαιά γενιά, κάνοντας γενικούς διευθυντές και διευθυντές τριαντάρηδες. Έπρεπε να φτιάξετε ένα μίγμα παλαιών-νέων και να περάσετε τους τριαντάρηδες πιο αργά στη ηγεσία, έτσι ώστε να προλάβουν να ωριμάσουν διοικητικά προηγουμένως. Είναι εκπαιδευμένα παιδιά, αλλά νομίζω πως απλώς κάνουν ότι καταλαβαίνουν τί τους λες, ενώ στην πραγματικότητα καταλαβαίνουν ελάχιστα και είναι ικανοί να πράξουν ακόμη πιο λίγα. Είναι πολύ «ουάου»! Σπαταλούν χρόνο και χρήμα, κατασκευάζοντας εικόνα, με προδιαγραφές δέους, εις βάρος της ουσίας, του βάθους της ανάπτυξής σας»! Με διέκοψε με χαμόγελο: «Αυτό θέλουμε σήμερα, σε αυτή τη φάση. Αυτό κάνουν όλοι όσοι τρέχουν στην αγορά και επεκτείνονται και απορώ πως δεν το καταλαβαίνεις εσύ», μου είπε.

Το καταλάβαινα, αλλά έβλεπα την τραγωδία πίσω από αυτό. Κάτι που διαπιστώνω, αναγνώστη μου, να ταλαιπωρεί την σημερινή ανάπτυξη και σε άλλες προηγμένες ευρωπαϊκές κοινωνίες, οι οποίες – θα σας φανεί ίσως περίεργο – ενώ εμφανίζονται ως μοντέλα που θέλουν να ακολουθήσουν κεντροδεξιοί και κεντροαριστεροί έλληνες, ως αγορές (κουλτούρα και πρακτικές) βρίσκονται σήμερα εκεί όπου βρισκόταν η Ελλάδα κατά το 2000-2004! Εννοώ στο επίπεδο της εξιδανικευμένης γενικής επιχειρηματικής και διοικητικής κουλτούρας (: τάσης), ασφαλώς, της περιόδου εκείνης.

Κοιτάξτε, θα σας περιγράψω το δράμα της νεοφιλελεύθερης αντίληψης της διοίκησης – στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα αδιακρίτως – που πλέον συμπίπτει παραμορφωτικά με την επιχειρηματικότητα, ταυτίζοντας την κοινωνία με την αγορά, με δύο κουβέντες: Η νέα γενιά της διοίκησης που κυριολεκτικώς εκτοξεύτηκε από τα θρανία σε ηγετικά πόστα στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα πολλών χωρών της ΕΕ, είναι η γενιά της εικόνας και όχι η γενιά των εννοιών. Σκέφτεται και αποφασίζει με λέξεις και εικόνες που εμφανίζονται να έχουν σημαντική καταναλωτική αξία (είναι προϊόντα μάρκετινγκ) συγκυριακά, ενώ λατρεύει την στατιστική που προσφέρει (δομεί) ελκυστική και προχωρημένη τεχνολογικά εικόνα και όχι την στατιστική που αναπροσδιορίζει διαρκώς τις μεταβλητές, αλλάζοντας τα κριτήρια στις ποιοτικές προσεγγίσεις, για να τα προσαρμόσει στην κοινωνικά μεταβαλλόμενη πραγματικότητα.

Υπάρχει ζήτημα κανονικότητας σε αυτήν τη νεοφιλελεύθερη αντιληπτική δομή των «παιδιών» του νεοφιλελευθερισμού, που τους αρέσει να αυτοπροσδιορίζονται ως οι σύγχρονοι άνθρωποι της αγοράς. Τι σημαίνει αυτό; Κατασκευάζουν τις προτάσεις τους ανάποδα: δεν έχουν μάθει να παράγουν έννοιες μέσω σαφώς προσδιορισμένων μεθοδολογικά αφηγήσεων, αλλά μέσω του εικονογράμματος λέξεων που «ψωνίζουν» στην αγορά – και στην αγορά της θεωρίας που έχει δημιουργηθεί από τα μέσα του 1990 στην Ευρώπη – όπως ψωνίζουν καταναλωτικά αγαθά, που στολίζουν την αναφερόμενη ταυτότητά τους. Σκέφτονται με λέξεις-εικόνες που καταναλώνουν σαν τα παπούτσια τους και τα αξεσουάρ της ένδυσής τους. Τις χρησιμοποιούν σήμερα με επιδεικτική μανία, για να τις πετάξουν, απορρίπτοντάς τες ως ντεμοντέ, αύριο. Έτσι οι λέξεις τους δεν αποκτούν νόημα μέσα από τις προτάσεις τους, αλλά οι προτάσεις τους νόημα από τις λέξεις-εμπορικές εικόνες τους!

Πρόκειται για το τέλος του πολιτισμού που δομείται μέσω μιας γνωστικής διαδικασίας, η οποία χαρακτηρίζεται από την αρχαιολογία και την γενεαλογία των εννοιών, ως πολιτικά προϊόντα που ορίζουν τάξεις πραγμάτων. Πρόκειται για το τέλος της οντολογίας και της επιστημολογίας για την δόμηση της ανθρώπινης γνώσης και συμπεριφοράς. Δεν υπερβάλω, πρόκειται για την αντιμετώπιση, από τον νεοφιλελεύθερο, του εξωτερικού χάους, μέσω της μετατροπής του σε εσωτερικό χάος, το οποίο ρυθμίζεται δια μιας εικονικής διαδικασίας φυγής από την πραγματικότητα της παραγωγής και των εργασιακών σχέσεων. Κάποια στιγμή, ζώντας σε ένα τέτοιο νεοφιλελεύθερο κατασκεύασμα του «Ουάου», έφτασε στο σπίτι μας η γυναίκα μου λέγοντας: «βίωσα ένα πολιτισμικό σοκ». Ο νεοφιλελευθερισμός αποτελεί, πράγματι, ένα πολιτισμικό σοκ για όσους δεν αισθάνονται δέος με την Ανάληψή τους στους Ουρανούς της ολοκληρωτικής αγοράς, που αναπαριστά ολοκληρωτικές συμπροφορές, εμφανιζόμενος μάλιστα να αποστρέφεται τον ολοκληρωτισμό σαν λέξη, ενώ υπηρετεί ως έννοια!!! Και είναι σοκ, όχι διότι θίγεται η ισότητα μας και η σοσιαλιστική ουτοπία μας, αλλά τα βασικά συστατικά της ελευθερίας μας. Αυτή η ίδια η έννοια της κανονικότητας της ζωής μας ως χαλαρός έστω δημοκρατικός θεσμός.

Εδώ πλέον δεν υπάρχει κανονική, ανθρώπινη ζωή, έτσι όπως ορίστηκε στα καπιταλιστικά ή σοσιαλιστικά καθεστώτα της δημοκρατικής απόπειρας για οργάνωση των κοινωνικών σχέσεων. Και αυτό επειδή, όπως ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» του προηγούμενου αιώνα διέσυρε την σοσιαλιστική ιδέα, έτσι αντίστοιχα σήμερα, ο νεοφιλελευθερισμός διασύρει την φιλελεύθερη ιδέα. Κάπως έτσι ένας έλληνας σολιάζει στο «Βήμα», αναφερόμενος στον κυβερνητικό τραγέλαφο της ελληνικής κρίσης: «Στο τέλος ο Λαός θα αυτορυθμιστεί από μόνος του και θα αδιαφορήσει εντελώς για κάθε πολιτικό θέμα. Θα πληρώνει μόνο για τα προς το ζην και θα ζει την κάθε μέρα σαν να είναι η τελευταία του. Είμαστε πλέον στη φάση της απάθειας και της κόκκινης γραμμής. Η ζωή είναι πιο δυνατή από κάθε άλλο θέμα για να την σπαταλάμε ασχολούμενοι με τον κάθε κούφιο, ανόητο και ατσαλάκωτο γραφειοκράτη γηγενή ή ξένο. Με ανθρώπους ανέραστους, άοσμους, άχρωμους που μάλλον έχουν πεθάνει προ πολλού και απλά δεν το έχουν πάρει χαμπάρι». Καταλάβατε ανόητοι κεντροδεξιοί και κεντροαριστεροί, μύστες της «θρησκείας του νεοφιλελευθερισμού» πού οδηγείτε τα πράγματα στην Ελλάδα; Σε «Ουάου» καταστάσεις, δίχως πλέον «ουάου» εργαζόμενους και πολίτες!

 

Tags:

, , , , , , , , ,

Leave a Reply