Μια χώρα ιδεολογικοπολιτικός σκουπιδότοπος

Του Δημήτρη Γιαννακόπουλου

Δ. ΓιαννακόπουλοςΜπορεί αφορμή για το σημερινό σημείωμα να έδωσε το νέο ρατσιστικό ξέσπασμα της «Χρυσής Αυγής» στη Βουλή: «τι δουλειά έχουν τα παιδιά των μεταναστών στα ελληνικά σχολεία; Μπαίνουμε στις τάξεις και βλέπουμε μόνο ξένα παιδιά. Αυτό είναι απαράδεκτο […] να υπάρξουν διαφορετικές τάξεις για έλληνες και αλλοδαπούς μαθητές», αλλά ο προβληματισμός μου είναι βαθύτερος και ευρύτερος. Θλίβομαι καθώς παρατηρώ η ιστορία να επαναλαμβάνεται ως φάρσα στην πατρίδα μας και μια σοβαρή καπιταλιστική κρίση σε ένα κορπορατικό κράτος διαπλεκομένων πολιτικο-επιχειρηματικών συμφερόντων να καταλήγει να δηλητηριάζει την δημοκρατική και φιλελεύθερη αφήγηση επί της οποίας δομείται η κοινωνία και η πολιτεία στα προηγμένα αστικά συστήματα.

Με ιδιαίτερη αγωνία υποστήριξα, αδιαφορώντας για την όποια ιδεολογική παρεξήγηση από τον χώρο της μαρξιστικής αριστεράς, πως το κρίσιμο στις μέρες μας στην Ελλάδα είναι να μην επιτρέψουμε την άμεση ή έμμεση υπονόμευση των αστικών θεσμών: των δικαιωμάτων και των ελευθεριών του ανθρώπου, του πολίτη, του εργαζόμενου.

Αυτά βάλλονται σήμερα από δύο πλευρές. Από τη μια είναι ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός των αγορών που σαρώνει δια της Τρόικας και της Συγκυβέρνησης την εργασία και τις ελευθερίες που συνδέονται με το κοινωνικό κράτος και από την άλλη ο αχαλίνωτος ρατσισμός που επιχειρεί να κατευθύνει την αγανάκτηση και την δυστυχία των πολιτών – που παράγονται ακριβώς από τη μορφή της κρίσης στο χρεοκοπημένο Ευρωπροτεκτοράτο Ελλάς – σε ναζιστικής μορφής αυτοαντιλήψεις και πολιτικές πρακτικές.

Με αυτή την έννοια η συντηρητική πελατειακή δεξιά, συναντάται με τους νεοφιλελευθέρους της κεντροδεξιάς και κεντροαριστεράς και οι δυο κατηγορίες μαζί με τους ακροδεξιούς, οι οποίοι μέσω της υπερεθνικιστικής υστερίας τους προωθούν καθαρά νεοναζιστικές θέσεις – όπως έχω με σαφήνεια δείξει με σειρά σημειωμάτων μου μέχρι σήμερα. Σε αυτά έδειξα επίσης την πραγματική φύση της ακροδεξιάς οντότητας στην Ελλάδα, εξηγώντας πως δεν πρόκειται για φασισμό όπως τον γνωρίσαμε κατά το παρελθόν στην Ιταλία, στην Ρουμανία, στην Γαλλία ή στην Ισπανία, αλλά για απομίμηση της ανατολής του ναζισμού όπως αυτός θεμελιώθηκε στην Αυστρία και στην Γερμανία του μεσοπολέμου. Άρα η Ελλάδα ως φιλελεύθερο-κοινοβουλευτικό, αστικό φαινόμενο δεν κινδυνεύει από την σύγκρουση των δύο άκρων, όπως παραπλανητικά τόνισε καί ο κ. Σαμαράς εναρμονιζόμενος με την κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη αφήγηση επί του θέματος, αλλά από την ιδεολογικοπολιτική όσμωση ολόκληρου του χώρου των παραδοσιακών συντηρητικών, των νεοφιλελευθέρων και των αντιπολιτικών αγανακτισμένων.

Οι τελευταίοι είναι προϊόντα της κρίσης, που παράγονται όμως στο ίδιο διαχρονικό εργοστάσιο εκφασισμού στην Ελλάδα, που δυστυχώς είναι πολύχρωμο. Είναι αυτό στο οποίο συλλειτουργούν οι πεπαλαιωμένες αλλά πάντα καλά «λαδωμένες» μηχανές της αντιδραστικής, χουντικής, θρησκόληπτης δεξιάς μαζί με εκείνες του «αυριανισμού» και μιας απολύτως συμπλεγματικής αριστερίστικης κουλτούρας, η οποία αντί να κριτικάρει την «δημοκρατία των μπουρζουάδων» στην Ελλάδα, φρόντισε μάλλον να ενσταλάξει μίσος εναντίον των αστών, δίχως μάλιστα να καταλαβαίνει πως η διευρυμένη μικρομεσαία και μεσαία τάξη αποτελούν σαφώς αστική τάξη, κοινωνιολογικά!

Συνεπώς η Ελλάδα δεν απειλείται από κάποιο είδος σύγκρουσης των άκρων (ακροδεξιά-ακροαριστερά), αλλά μάλλον από την διεύρυνση του ιδεολογικοπολιτικού σκουπιδότοπου. Ο Έλληνας κινδυνεύει να πνιγεί στα σκουπίδια που παράγονται δεξιά και αριστερά και πετιούνται αριστερά και δεξιά. Από την πολύ κούφια, ρατσιστική, μνησίκακη, φθονερή, μηδενιστική, αρρωστημένα εγωκεντρική ή αφηρημένα επαναστατική, απολιτική ή αντιπολιτική αγανάκτηση δηλητηριάζεται σήμερα η ελληνική κοινωνία. Τα «σκουπίδια» είναι αυτά που δίνουν τον τόνο της πολιτικής αντιπαράθεσης στην χώρα, ενώ είναι τα ίδια που έχουν επιδοθεί σε μια αντιαισθητική φάρσα: με πολιτική αφήγηση από το μαύρο παρελθόν της ευρωπαϊκής ιστορίας, καλούν τον λαό να τους ακολουθήσει για να πάει η κοινωνία μπροστά! Το απολύτως φαιδρό μάλιστα είναι πως όσοι αναπαράγουν την πλέον εννοιολογικά κενή ή αντιφατική ή διεστραμμένη γλώσσα, κατηγορούν εκείνους που αν μη τι άλλο, ξέρουν να τοποθετούν τις έννοιες στην ιστορικοπολιτική, πολιτισμική και κοινωνική τους δομή, ως παραγωγούς ξύλινου λόγου! Είναι και αυτό ένα ακόμη δείγμα της εντροπικής λειτουργίας των «σκουπιδιών», τα οποία ενώ υπονομεύουν (διαταράσσουν σε σημείο διαστροφής) την ίδια την τάξη του λόγου, καλούν για μια νέα τάξη και ασφάλεια στην χώρα, είτε με την μεθοδολογία του καζινοκαπιταλισμού, είτε με εκείνη του ναζισμού. Ώρες- ώρες μου λείπουν οι φασίστες σαν και αυτούς που έλαμψαν στο πρώτο μισό του προηγούμενου αιώνα στην Ευρώπη! Τουλάχιστον με αυτούς θα μπορούσες να έχεις μια ενδιαφέρουσα αντιπαράθεση.

Με τα «σκουπίδια», δυστυχώς, δεν μπορείς να αντιπαρατεθείς σε διανοητικό και ταυτόχρονα πολιτικό επίπεδο, εκτός ίσως να υιοθετήσεις κάποια μεταφυσική προσέγγιση που έλκει καταγωγή πριν από την ωρίμανση του διαφωτισμού – αλλά και πάλι δύσκολα.

Τί να πεις για παράδειγμα στο «σκουπίδι», με την ιδεολογικοπολιτική έννοια ασφαλώς, που αναρωτιέται «τι δουλειά έχουν τα παιδιά των μεταναστών στα ελληνικά σχολεία;»! Να του εξηγήσεις πράγματα που δεν μπορεί να καταλάβει, καθώς η αρχαιολογία και γενεαλογία της γνώσης που παρήγαγε τις αντίστοιχες έννοιες που δομούν τάξεις πραγμάτων, κατηγορίες στοχασμού και αποκαλύπτουν γιατί σκεφτόμαστε έτσι και όχι αλλιώς, φαντάζουν σε αυτόν τόσο σχολαστικές, τόσο βαρετές, τόσο μπούρδες, τόσο κουλτουριάρικες και αποκρουστικές για τον απλό λαό που μοχθεί για το μεροκάματο!

Μια και δεν μπορούμε λοιπόν να συνεννοηθούμε έτσι, ας συνεννοηθούμε αλλιώς: Αν «σκουπίδι» αναρωτηθείς έτσι και μπορούσες να επιβάλεις δια της νομοθετικής οδού «να υπάρξουν διαφορετικές τάξεις για έλληνες και αλλοδαπούς μαθητές» στην Ελλάδα και όχι απλώς προπαρασκευαστικά τμήματα για τους αλλοδαπούς μαθητές που θα τους εντάσσουν δίχως ιδιαίτερες γλωσσικές δυσκολίες στην «τάξη», τότε φαντάζομαι πως θα δεχόσουν την ίδια αρχή διάκρισης εις βάρος όλων των Ελλήνων που φοιτούν στα σχολεία άλλων χωρών. Θα θεμελιωνόταν μια ρατσιστική, σαφώς αντιπαιδαγωγική αρχή στην Ευρώπη, η οποία ευτυχώς αγωνίζεται για το αντίθετο. «Οι διακρίσεις και ο ρατσισμός δεν θα πρέπει να έχουν καμία θέση στην Ευρώπη του 21ου αιώνα», έλεγε τις προάλλες η εκπρόσωπος της Ιρλανδικής Προεδρίας στο Συμβούλιο της ΕΕ. «Πρόταση μας είναι η ποινικοποίηση των εγκλημάτων μίσους και των πράξεων ρατσισμού και η επιβολή ποινών που θα φθάνουν μέχρι και τα τρία χρόνια φυλάκισης», πρόσθεσε.

Όχι δεν υποστηρίζω πως οι νεοναζί θα πρέπει να φιμωθούν. Ο Βολταίρος είναι σήμερα επίκαιρος όσο ποτέ: «Διαφωνώ με αυτό που λες, αλλά θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμά σου να το λες», αρκεί να μην χαρακτηρίζεις (κατηγοριοποιείς) με λόγια μίσους από δημόσια θέση ή στο πλαίσιο άσκησης οποιασδήποτε επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας και συναναστροφής άλλους ανθρώπους με κριτήριο το γένος, την καταγωγή, το φύλο ή άλλα ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Δεν θεωρώ λοιπόν πως πρέπει με οποιοδήποτε τρόπο να παρεμποδιστούν οι νεοναζί να εκφράζονται και να προτείνουν πολιτικές που εκφράζουν τον χώρο τους.

Με αυτή την έννοια το πρόβλημα δεν είναι η ρατσιστική πρόταση της ΧΑ, παρότι ξεκάθαρα υποστηρίζει πολιτική διακρίσεων. Αντίθετα σε μια προηγμένη Αστική Δημοκρατία η βουλευτής της ΧΑ που αποκάλεσε δημοσίως και μάλιστα από του βήματος της βουλής «τρισάθλιους» και «υπάνθρωπους» τους μετανάστες στην Ελλάδα που «έχουν εισβάλει στην πατρίδα μας με τις κάθε λογής αρρώστιες που κουβαλάνε», έπρεπε να αντιμετωπιστεί στο πλαίσιο του ποινικού νόμου. Η κυρία αυτή έπρεπε να διωχθεί (υπήρχε και ο ανεπαρκής 927/1979) και μάλιστα παραδειγματικά για να συμμαζευτούν και άλλοι που θίγουν τα κοινωνικά φιλελεύθερα θεμέλια του αστικού κράτους. Όμως αυτό δεν έγινε, ενώ κάτι τέτοιο δεν θα τολμούσε κανείς να πράξει στην Γερμανία για παράδειγμα ή στην Σουηδία, όπως ασφαλώς ούτε στις ΗΠΑ, ούτε στην… Κίνα! Υπάρχουν και εκεί ακροδεξιοί, αλλά η πολιτεία εκεί δεν ανέχεται την ναζιστική συμπεριφορά.

Αν είχαμε στοιχειώδη πολιτική σοβαρότητα στο πλαίσιο της φιλελεύθερης αστικής ηθικής, θα καταλαβαίναμε πως η υποχρέωση για την Ελλάδα που προκύπτει (και) από την διεθνή Σύμβαση για την κατάργηση των διακρίσεων, είναι να καταστήσει ποινικό αδίκημα «κάθε διάδοση ιδεών που βασίζονται στην φυλετική ανωτερότητα και μίσους, παρότρυνση σε φυλετική διάκριση καθώς και πράξεις βίας ή παρότρυνση σε διάπραξη τέτοιων πράξεων εναντίον οποιασδήποτε φυλής». Αυτό ασφαλώς δεν συνιστά λογοκρισία και δεν απαγορεύει στους νεοναζί να προτείνουν ρατσιστικές και χυδαίες πολιτικές.

Αυτό που ποινικοποιείται είναι η προκλητική διασπορά του μίσους στην κοινωνία και συμπεριφορές που αποβλέπουν σε φυλετικές διακρίσεις. Δηλαδή αυτό που σε ολόκληρο τον κοινωνικά και πολιτικά φιλελεύθερο κόσμο αποτελεί ποινικό αδίκημα: το hate speech. Αν δεν καλλιεργείτο αυτός ο λόγος στην σημερινή Ελλάδα του ιδεολογικοπολιτικού σκουπιδότοπου, δεν θα είχαν κοινωνικό βάρος τέτοιες ελεεινές προτάσεις σαν αυτή της ΧΑ για τα σχολεία. Τώρα όμως έχουν. Και στο μέλλον, αν δεν λάβει η πολιτεία μέτρα εναντίον ρατσιστικών εκδηλώσεων, κάνοντας πιο αυστηρό τον ποινικό νόμο, βελτιώνοντας παράλληλα το εκπαιδευτικό έργο και την παιδαγωγική διάρθρωση των τάξεων, θα έχουν μεγαλύτερο.

Στη Σουηδία για παράδειγμα κάποιος τόλμησε να προτείνει την δημιουργία ιδιωτικού παιδικού σταθμού στην Στοκχόλμη μόνον για σουηδάκια, και ακόμη κρύβεται από την χλεύη που αντιμετώπισε από την κοινωνία των πολιτών και την αρνητική στάση της υπεύθυνης περιφερειακής αρχής. Το ενδιαφέρον για τον ψυχολόγο και τον κοινωνιολόγο είναι πως την πρόταση αυτή συμμερίστηκαν μόνον κάποιοι ελάχιστοι που έχουν μεν σουηδική ιθαγένεια η οποία, όμως, δεν προκύπτει εκ καταγωγής.

Για σκέψου τα παιδιά των Ελλήνων μεταναστών να οδηγούντο υποχρεωτικά σε ξεχωριστά από τους ντόπιους σχολεία, ασχέτως αν γνώριζαν την γλώσσα και μπορούσαν να παρακολουθήσουν κανονικά τα μαθήματα! Για φαντάσου την φυλετική διάκριση και τον αντικειμενικό αποκλεισμό τους! Για φαντάσου πως αυτή η πολιτική θα ενδυνάμωνε τις ρατσιστικές διακρίσεις και στο τέλος θα αποδυνάμωνε και τον ίδιο τον ποινικό νομό που καθιστά στις δημοκρατικές πολιτείες σοβαρό αδίκημα το hate speech!

Μια πολιτική, που ξεπροβάλει από τα βάθη της πλέον σιχαμερής ιστορίας της ανθρωπότητας, έρχεται έτσι να νομιμοποιήσει πλαγίως τον ρατσισμό στην καθημερινότητα για να αναπτύξει στη συνέχεια ανεμπόδιστα την στρατηγική βαρβαρότητας των «σκουπιδιών». Μέσα στην ιστορική αυτή χωματερή η οικονομική ελευθερία έρχεται να καθυποτάξει την κοινωνική ελευθερία, σε συνεργασία με την διαλεκτική του φυλετικού μίσους, της ανωτερότητας και καθαρότητας κάποιας φίλης και του αποκλεισμού του διαφορετικού. Έτσι, φτάσαμε να βιώσουμε στην Ελλάδα ακόμη και πρόσκληση για αιμοδοσία από Έλληνες σε Έλληνες!

Κοινωνικά ελεύθερος σημαίνει πως ζω σε μια φιλελεύθερη πολιτεία που αποσκοπεί στην παράλληλη διεύρυνση δυο «απόλυτων» εννοιών οι οποίες εμφανίζονται μάλιστα αντίθετες, από διάφορες σχολές αυταρχισμού: της ισότητας και της ελευθερίας. Αυτές όσο ζεις στην «χωματερή» συγκρούονται και αποκλείεται να ξεφύγεις από τον ιδεολογικοπολιτικό σκουπιδότοπο που εν τέλει υπονομεύει και τις δύο. Η οδός διαφυγής περνά από την λεωφόρο της γνώσης, που καταπολεμά την προκατάληψη. Η λεωφόρος αυτή είναι στρωμένη με πολιτικές ισότητας που καλλιεργούν παράλληλα την κοινωνική ελευθέρια στο πλαίσιο της καθολικής απόλαυσης από τον πληθυσμό μιας χώρας των θεμελιωδών αγαθών (τροφή, υγεία, στέγαση, εκπαίδευση, εργασία, πρόσβαση στα ενεργειακά και πληροφορικά δίκτυα κλπ), καθώς και των σύγχρονων αστικών δικαιωμάτων, όπως σαφώς ορίζονται στην Χάρτα των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, που οι περισσότεροι αγνοούν εσκεμμένα ή επειδή κανείς δεν τους ενημέρωσε.

Η τάση (προπαγάνδα) για απόλυτη ισότητα καθιστά διάβολο την ελευθερία και το αντίστροφο. Η συμφιλίωση αυτών των δύο εννοιών απαιτεί περιορισμό της οικονομικής ελευθερίας του ατόμου υπέρ ενός δημόσιου σχεδιασμού, υπέρ ενός κοινωνικού κράτους, που μέσω της φορολογίας του πλούτου θα εντάσσει την αγορά στη κοινωνία και όχι το αντίστροφο. Εξοβελίζοντας παράλληλα τον ρατσισμό, ο οποίος δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να διασκεδάζει τις σχέσεις κεφαλαίου-εργασίας σε μια χώρα και την πραγματική πολιτική φύση των κυβερνώντων.

Με βλέπετε αυτή την περίοδο να υπερασπίζομαι με ιδιαίτερη ζέση το αστικό κράτος, από την στιγμή που όσοι παρακολουθείται την γραφή μου γνωρίζετε πως υπήρξα – και συνεχίζω να είμαι – τρομερά επικριτικός στις εσωτερικές αντινομίες και τα αξεπέραστα προβλήματα αντιπροσώπευσης που καταλήγουν σε αντιδημοκρατικές και αντιφιλελεύθερες πρακτικές στο σύνολο, αν θέλετε, των αστικών κρατών της σημερινής Ευρώπης.

Ως προς την Ελλάδα έδειξα πως το πρόβλημα λειτουργίας της προεδρευόμενης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας είναι πλέον οξύ και απαιτεί άμεση συνταγματική αναθεώρηση και μεταβολή του συνολικού μοντέλου του κοινοβουλευτισμού στην χώρα μας με την εισαγωγή αμεσοδημοκρατικών θεσμών στην λήψη των αποφάσεων, τώρα μάλιστα που ο δικομματισμός κατέρρευσε μέσα στα κοινωνικά συντρίμμια που δημιούργησε.

Βλέπετε, ίσως να υπερασπίζομαι ένα φαινόμενο το οποίο έχω κατακρίνει πολύπλευρα, θεωρώντας πως η κρίση στην Ελλάδα αντιμετωπίζεται με περισσότερη δημοκρατία και βαθύτερο κοινωνικό φιλελευθερισμό σε αντίθεση με την στρατηγική της τρόικας και των συγκυβερνώντων και σε αντίθεση επίσης με την ισοπεδωτική, αντιπολιτική ρητορεία όσων βρήκαν την ευκαιρία να επαναφέρουν ολοκληρωτικές ή κρυπτο-ολοκληρωτικές αφηγήσεις για να προστατεύσουν τους κεντρικούς μεγαλοπαράγοντες της διαπλοκής που φέρουν την μεγαλύτερη ευθύνη για την ελληνική κρίση.

Υπερασπίζομαι την αστική δημοκρατία στην Ελλάδα, όπως πιστεύω αυτή την στιγμή θα πρέπει να κάνει και ολόκληρη η αριστερά, όπως και ολόκληρος ο δημοκρατικός κόσμος, καθώς θεωρώ ότι είναι ο μοναδικός τρόπος για να μην βουλιάξει η ελληνική κοινωνία στον ιδεολογικό σκουπιδότοπο.

 

Tags:

, , , , , , , , , , , ,

Leave a Reply