Κάτω οι αναλυτές, ζήτω οι ποιητές!

Του Δημήτρη Α. Γιαννακόπουλου

Όταν οι αποδέκτες μιας αντικομφορμιστικής / αντικαθεστωτικής, δομικά κριτικής αφήγησης νοιώθουν να συνηθίζουν σε αυτήν, δίχως ωστόσο να δημιουργείται κίνημα που θα μπορούσε να την αξιοποιήσει, ο φορέας της οφείλει να αυτοπροστατευτεί από τη… ρευστοποίηση (διάλυση) – δηλαδή από τον εκμηδενισμό της όποιας αφηγηματικής του ισχύος.

Εκεί όπου ένα νέο λαϊκό μέσο επικοινωνίας αποτυγχάνει στον ρόλο του, να ανατρέψει (αναπροσδιορίσει προοδευτικά) τον λαϊκισμό των παραδοσιακών ΜΜΕ, αναπαράγοντας απλώς με το πλέον μάλιστα αντιδραστικό/συμπλεγματικό ύφος την κατεστημένη αφήγηση, η οποία περιστασιολογεί χυδαιολογώντας, η κριτική -αναλυτική ματιά εμφανίζεται σαν μπανιστήρι από την κλειδαρότρυπα κάποιων… έξω από εδώ!

Έξω από το πρόβλημα, το προσωπικό πρόβλημα και όχι το συλλογικό, το οποίο μέσα από την ελληνική κρίση παραμορφώνεται εγωτικά περιθωριοποιώντας ακόμη περισσότερο το άτομο. Η κρίση διχάζει ακόμη περισσότερο τον πολίτη μεταξύ ατόμου και κοινωνίας. Η αγωνία των Ελλήνων να εκφράσουν το συλλογικό συμφέρον μέσω του ατομικού βιώματος της κρίσης, με φορέα μια συμπλεγματική/τραυματική αφήγηση – ασχέτως αν αυτή εμφορείται από ιδεολογία ή ρατσισμό – κατατείνει σε μια λαϊκιστική ερμηνευτική βία που έρχεται να συναντήσει την πολιτική μορφή αποκλεισμού που παράγει ο κατεστημένος λόγος των ΜΜΕ. Γίνεται η άλλη όψη του ίδιου λαϊκίστικου νομίσματος.

Όλα είναι ζήτημα ύφους. Εννοώ βαθύτερα, πολιτικά την έννοια του «ύφους» που δεν είναι στιλ ή στιλάκι. Αναφέρομαι στο ύφος της άρθρωσης του λόγου, το οποίο συστήνει πολιτική. Τούτο είναι η πηγή της πολιτικής στάσης και δράσης. Η πηγή της αντίληψης του οικονομικού φαινομένου μέσα στην κοινωνία. Η περιγραφή της αντίληψης του Εαυτού, σε σχέση με τους άλλους και τον Άλλον.

Το ύφος της ηγεμονίας, αλλά και το ύφος στην κριτική της ηγεμονίας, ή το ύφος της συνειδητής ή ασυνείδητης αμφισβήτησης της ηγεμονίας, δομεί βαθύτερα την πολιτική αντίληψη και προτρέπει προς μια συγκεκριμένη μορφή αντιμετώπισης και εννόησης της πολιτικής δράσης. Αυτή η έννοια της «εννόησης» ορίζει και το επίπεδο της συνεννόησης. Η «κοινή λογική» που παράγεται από την πολιτική διαδικασία εσωτερίκευσης της «κοινής γνώμης» (μορφή κοινωνικοποίησης) προσδιορίζει το πεδίο της συνεννόησης στη κοινωνία μας και εντός αυτού έχει λειτουργική σημασία μόνον ένα περιορισμένο είδος εννόησης, που αντιστοιχεί σε ένα συγκεκριμένο αναλυτικό ύφος.

Τα υπόλοιπα αυτόματα και ουσιαστικά αποκλείονται ως φορείς μηνυμάτων. Έτσι η κριτικά αναλυτική (δηλαδή, δομική) προσέγγιση στην κρίση περιθωριοποιείται, παρεξηγείται και εύκολα παρερμηνεύεται στο βαθμό που δεν είναι αφοριστική ή έκδηλα ιδεολογική. Και αυτό είναι ασφαλώς ζήτημα ύφους: πολιτικής μετατροπής του υποκειμενικού σε αντικειμενικό.

Εκεί, λοιπόν, όπου ένα συγκεκριμένο ύφος δεν εντάσσεται στην «κοινή λογική», απορρίπτεται ή περνάει ξώφαλτσα, ως ξένο προς τον λαό. Τότε ο αποδέκτης/αναγνώστης, που νοιώθει την ανάγκη να εναντιωθεί στο καθεστώς που τον εκμηδενίζει, όντας φορέας της «κοινής λογικής», σκασμένος, αγανακτισμένος επιζητεί λύτρωση στρεφόμενος καί εναντίον αυτού του είδους της αντικαθεστωτικής ανάλυσης (μάλλον κυρίως εναντίον αυτής, θεωρώντας ότι τον προδίδει), (δια)δηλώνοντας: ΚΑΤΩ ΟΙ ΑΝΑΛΥΤΕΣ, ΖΗΤΩ ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ του διαδικτύου!

Ήρθε λοιπόν η ώρα της αποχώρησής μας, ευχόμενοι από την καρδιά μας να μας αντικαταστήσουν Ποιητές. Μόνον αυτοί θα μπορούσαν να ξεγλιστρήσουν από το φράγμα της «κοινής λογικής», που δομεί η λαϊκιστική «κοινή γνώμη», με όρους απολύτως αντιδραστικούς όσο βαθαίνει η κρίση στην χώρα μας. Οι Έλληνες, πλην ελάχιστων εξαιρέσεων – όπως και οποιοσδήποτε άλλος λαός στη θέση τους, για να είμαστε δίκαιοι – μη -αντιλαμβανόμενοι πως το ύφος της κυρίαρχης αφήγησης είναι τούτο που τους παγιδεύει στο αδιέξοδο, όντες ασυνείδητοι φορείς του, εναντιώνονται θυμικά σε οτιδήποτε το αμφισβητεί εμπράκτως.

Είναι σαν εμείς να αμφισβητούμε αυτή καθ΄ εαυτήν την αντιληπτική δομή του συμπατριώτη μας, η οποία αποτελεί την πολιτική μήτρα ορισμού της ύπαρξής του. Τούτο θεωρείται μέγιστη προσβολή και επιφέρει εύλογη αντίδραση. Να γιατί ένας ποιητής και όχι δεκάδες αυθεντικοί αναλυτές θα μπορούσαν να βοηθήσουν σήμερα στον αγώνα χειραφέτησης της ελληνικής κοινωνίας από τα δεσμά της τρόικας, τα οποία χρησιμοποιούνται ωστόσο από το καθεστώς της διαπλοκής για να δέσει τον ελληνικό λαό!

Μετά από αυτά επιτρέψτε μου να αποσυρθώ, επισημαίνοντας εντελώς αποφθεγματικά τα παρακάτω:

– Η κρίση στην Ελλάδα είναι ασφαλώς αποτέλεσμα της κρίσης του ηγεμονικού μοντέλου της παγκοσμιοποίησης, αλλά έχει πολύ συγκεκριμένα εσωτερικά χαρακτηριστικά, που δείχνουν την απόλυτη αναντιστοιχία του παραγωγικού της μοντέλου με το κυρίαρχο/αναφερόμενο στην ευρωζώνη.

– Είτε η ευρωζώνη θα μεταβάλει κανόνες λειτουργίας και άρα ολόκληρη η ΕΕ θα μεταβάλει απολύτως την διακυβερνητική πολιτική της δομή, κατευθυνόμενη σε σφιχτή μάλιστα Ομοσπονδία με δημοκρατικούς όρους, είτε η ευρωζώνη θα διαλυθεί επώδυνα ή λιγότερο επώδυνα την επόμενη τριετία-τετραετία. Η Ελλάδα δεν έχει καμία απολύτως ελπίδα επιβίωσης εντός του σημερινού μοντέλου της ευρωζώνης.

– Η προβαλλομένη από τον κεντροδεξιό και κεντροαριστερό Τύπο και τροφοδοτούμενη από τους συγκυβερνώντες διάσταση μεταξύ του δημοσίου και ιδιωτικού τομέα στην Ελλάδα είναι απολύτως παραπλανητική και χυδαία ως προς την αφήγησή της. Το πρόβλημα στον έναν αποτελεί αιτιατό μηχανισμό προβληματοποίησης του άλλου. Σημασία έχει ότι η επίθεση στον δημόσιο τομέα επιχειρεί να συγκαλύψει έναν απίθανο οικονομικό ανορθολογισμό: όποιος επιχείρησε νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις σε περίοδο έντονης (δομικής) ύφεσης πτώχευσε. Αν επιμείνεις στην ίδια στρατηγική θα ξαναπτωχεύσεις. Αυτό διδάσκει δίχως εξαιρέσεις η οικονομική ιστορία. Όσοι θέλουν να αναδιαρθρώσουν το δημόσιο, το επιχειρούν σε συνθήκες ανάπτυξης. Οι υπόλοιποι είναι είτε απατεώνες που δεν καταλήγουν στο τέλος πουθενά, είτε εγκληματίες σε βάρος της εθνικής οικονομίας και της κοινωνίας ασφαλώς. Με αντικειμενικούς όρους ο αντιπαραγωγικός, παρα-οικονομικός, κακοδιαρθρωμένος, χαμηλής σχετικά τεχνολογίας και αποβιομηχανοποιημένος ιδιωτικός τομέας, είναι πολύ πιο δύσκολο να αναδιοργανωθεί παραγωγικά από τον κακομαθημένο, πελατειακό και σε κάποιο βαθμό διεφθαρμένο δημόσιο τομέα. Η στρατηγική της εσωτερικής υποτίμησης που ακολουθείται, αντί να οδηγήσει στην μεταφορά κεφαλαίων στον ιδιωτικό τομέα, όπως πιστεύουν οι νεοφιλελεύθεροι, δια της συγκεκριμένης ελληνικής παραγωγικής δομής θα καταλήξει στην εξευτελιστική υπανάπτυξή του. Σε αυτό άλλωστε αποσκοπεί κυρίως η εσωτερική υποτίμηση και τούτο είναι η αιτία που αποκαλώ εγκληματική της επιλογή της διαπλοκής και των κυβερνήσεών της.

– Η «λύση» στη νέα ελληνική τραγωδία βρίσκεται ασφαλώς στο πολιτικό και όχι αποκλειστικά στο οικονομικό ή δημοσιοοικονομικό πεδίο. Αν η χώρα δεν βιώσει μια γνήσια αστική/δημοκρατική επανάσταση με σοσιαλιστικούς, αντιμικροαστικούς όμως όρους, δεν θα μπορέσει να επαναπροσδιορίσει το παραγωγικό της μοντέλο, που αποτελεί τον πλέον κρίσιμο παράγοντα που χαρακτηρίζει την οπισθοδρόμησή της. Τέτοια ειρηνική επανάσταση δεν μπορούν ασφαλώς να κάνουν αυτοί που ηγεμονεύουν σήμερα στην χώρα. Απαιτείται μια εναλλακτική μορφή ηγεμονίας, που θα έχει ως πυρήνα της την αριστερά και η οποία θα διαλύσει το καθεστώς της διαπλοκής. Αν δεν διαλυθεί αυτή η δομή των διαπλεκομένων, κάθε απόπειρα για αστικό εκσυγχρονισμό και παραγωγική αναδιοργάνωση θα υπονομευτεί από μέσα. Δίχως αναδιανομή από πάνω προς τα κάτω και δημόσιο έλεγχο του τραπεζικού τομέα, κάθε συζήτηση προς αυτή την κατεύθυνση θα πρέπει να θεωρείται παιδαριώδης. Όπως παιδαριώδης θα πρέπει να θεωρείται και η προσδοκία για σοσιαλιστική επανάσταση. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι άχρηστη η καλλιέργεια του κομμουνιστικού ιδεολογήματος ή/και η αναρχική προσέγγιση περί κράτους, όπως ακόμη και οι όμορφες ιδέες περί άμεσης δημοκρατίας. Αυτά σε ένα ουσιαστικά δημοκρατικό καθεστώς θα είχαν μεγάλη αξία, ως κριτική θεώρηση των εξελίξεων και ως κινηματική προσέγγιση του κεφαλαιοκρατικού συστήματος από την πλευρά των εργαζομένων.

– Επιστροφή της Ελλάδας στη δραχμή αποκλείεται σε κάθε περίπτωση, υπό τις σημερινές συνθήκες. Τέτοιο ενδεχόμενο θα υπάρξει μόνον αν οδηγηθούμε σε διάλυση της ευρωζώνης και μείζονα ευρωπαϊκή κρίση. Στη θέση αυτού όμως καθόλου δεν αποκλείεται – αντίθετα αυτό είναι το πιθανότερο – να υπάρξει ρύθμιση ειδικά για την Ελλάδα που θα την οδηγεί στην υιοθέτηση ενός μηχανισμού παραγωγής ρευστότητας για την εσωτερική αγορά, η οποία όμως θα ρυθμίζεται από ένα νέο κεντρικό μηχανισμό της ευρωζώνης, δίχως ασφαλώς ελεύθερη διαπραγμάτευση του τοπικού μέσου γενικών συναλλαγών. Τούτο το «διπλό νομισματικό» σύστημα, εάν επιτρέψουμε να εφαρμοστεί, θα αποτελέσει την επισφράγιση της Ευρωπροτεκτορατοποίησης της χώρας μας και θα φρενάρει οποιαδήποτε προοπτική αστικής επανάστασης. Θα ενισχύσει την εξάρτηση της χώρας και θα μετατρέψει την Ελλάδα σε μια μεγάλη/γενική ζώνη χυδαίας εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης και προσβολής του περιβάλλοντος. Στο τέλος αυτό το οπισθοδρομικό μοντέλο θα ενισχύσει τον ρατσιστικό εθνικισμό και θα οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη πολιτισμική υπανάπτυξη και πολιτική θολούρα.

– Εάν συνεχιστεί – επιμηκυνθεί όπως ζητεί το καθεστώς – η καραντίνα που έχει επιβληθεί στην Ελλάδα, μέσω του καθεστώτος εξαίρεσης που έχει ειδικά θεσμοθετηθεί ως προς αυτήν στην ΕΕ, η χώρα θα έχει παγιδευτεί ουσιαστικά εκτός ευρωζώνης, ενώ τυπικά θα συνεχίσει να βρίσκεται εντός αυτής. Έτσι δεν θα μπορεί να εκμεταλλευτεί υπέρ αυτής καμία απολύτως πιθανότητα: ούτε προς την οδό της ομοσπονδοποίησης, ούτε προς εκείνη της διάλυσης και του σχηματισμού διαφορετικών ζωνών νομισματικής ένωσης. Τότε η χώρα θα αναγκαστεί να επιστρέψει στην δραχμή, δίχως μάλιστα να έχει αποζημιωθεί από την ζημία που υπέστη κατά την ένταξή της και παραμονή της στην ευρωζώνη, όπως και κατά την μορφή χρεοκοπίας μέσω του «ατομικού μηχανισμού».

– Παρόλα αυτά, αυτό που θα κοστίσει περισσότερο στην ελληνική κοινωνία είναι ο εκφασισμός της! Αυτό το αποτέλεσμα της κρίσης θα είναι δυσβάσταχτο με τεράστιες συνέπειες μακροπρόθεσμα. Θα πληρώσουμε με μεγάλο εθνικό τίμημα την άνοδο της λαϊκιστικής, ρατσιστικής ακροδεξιάς στις μέρες μας. Το πολιτισμικό και πολιτικό κόστος αυτής της περιπέτειας δεν θα συγκρίνεται με το οικονομικό σε λίγα χρόνια. Η εκφασιζόμενη ελληνική κοινωνία θα βουλιάξει μέσα στην χολή που χύνει, ως παράπλευρη συνέπεια του συγκεκριμένου μοντέλου χρεοκοπίας της. Αυτό το τελευταίο με συγκλονίζει και μόνον ως ιδέα…

– Ήταν μεγάλη τιμή για εμένα η ανάρτηση των απόψεων μου σε διάφορους χώρους του διαδικτύου. Υπήρξα έντιμος στην αφήγησή μου και απολύτως ειλικρινής. Ζητώ συγνώμη αν το ιδιαίτερο στιλ στο γενικότερο ύφος μου ενόχλησε κάποιους. Το επέλεξα συνειδητά για να ερεθίσω τον αποδέκτη, δίχως να είμαι βέβαιος για την αποτελεσματικότητα και την «ορθότητα» της επιλογής. Η γενική θεώρησή μου μέχρι σήμερα φαίνεται να ανταποκρίνεται/απαντά καλά στις εξελίξεις, δίχως προς θεού να θεωρηθεί ότι αποτελεί μια καθολική αλήθεια ή έστω θεωρία. Το πρώτο θα με θορυβούσε, καθώς δεν είμαι φονταμενταλιστής ή «δογματικός», ενώ το δεύτερο δεν κατασκευάζεται έτσι. Στην πραγματικότητα η προσέγγισή μου γέννησε πολύ περισσότερα ερωτήματα από όσα επιχείρησε να απαντήσει. Και αυτό είναι θετικό, φαντάζομαι, για τον απροκατάληπτο αναγνώστη, αλλά κι εμένα!

Ιδιαίτερες ευχαριστίες απευθύνω στους φίλους bloggers, που με ενεθάρρυναν σε αυτήν την πολύχρονη διαδικτυακή διαδρομή. Δίχως αυτούς θα είχα σταματήσει εδώ και πολύ καιρό. Κατά κάποιο τρόπο είμαι δικό τους «προϊόν» και… ευθύνες να ζητήσετε από αυτούς, στο βαθμό που σας ταλαιπώρησα! Ζήτω οι ποιητές, λοιπόν, και ο αγώνας της ελληνικής κοινωνίας για ζωή και προκοπή… και κάτω ο φασισμός, είτε αυτός προέρχεται από την τρόικα, είτε παράγεται εντοπίως από άθλιους καιροσκόπους, που αγωνίζονται να διασκεδάσουν με τον ρατσισμό την πιθανότητα ριζοσπαστικοποίησης του κοινού αιτήματος/κινήματος ανέργων-εργαζομένων.

 

Tags:

, , , , , , , , ,

Leave a Reply