Η πολιτική ως αδιέξοδο, ο φασισμός και η λύση

Του Δημήτρη Α. Γιαννακόπουλου

Ο φασισμός είναι έκφραση του αδιεξόδου της δημοκρατικής πολιτικής αφήγησης και το τελευταίο σύμπτωμα της οικονομικής και πολιτισμικής απορρύθμισης στα όρια του πανικού. Ο φασισμός απειλεί την φιλελεύθερη οργάνωση της κοινωνίας και τη σοσιαλιστική προσέγγιση, όπως αυτή δομήθηκε μέσα από την θεωρία και πρακτική του κινήματος των εργαζομένων εναντίον της εκμεταλλευτικής και αλλοτριωτικής διάστασης του κεφαλαίου, όντας και ο ίδιος προϊόν μια δραματικής απειλής.

Κάθε είδος φασισμού προκύπτει ως πολιτική αναπαράσταση μιας υπαρξιακής καταστροφής: της απόλυτης καταστροφής του εαυτού με σαφή ρατσιστικά χαρακτηριστικά. Στο βαθμό που η πολιτική σου ταυτότητα δομείται δια του ρατσιστικού εθνικισμού, δηλαδή η κοινωνική σου ταυτότητα και ύπαρξη βασίζονται στον αποκλεισμό, ο οποίος εννοείται με εθνικιστικά χαρακτηριστικά, ο φασισμός βρίσκει γόνιμο έδαφος για να αναπτυχθεί και κυρίως να εκδηλωθεί μέσα από μια μείζονα κοινωνικοπολιτική κρίση.

Ο φασισμός λανθάνει πάντα στις κοινωνίες με εθνικιστικό κοσμοαντιληπτικό υπόβαθρο και μοιάζει να υποχωρεί εκεί όπου η ευημερία συνδυάζεται με αστικό εθνικισμό ή σοσιαλιστική οργάνωση. Εκεί δηλαδή όπου το έθνος ορίζεται με σαφήνεια ως πολιτική/πολιτειακή και όχι πολιτισμική ή βιολογική κοινότητα. Εκεί όπου η δημοκρατία λειτουργεί ως τάξη και αρχή της καθημερινότητας. Εκεί όπου η δημοκρατική οργάνωση των κοινωνιών ανέχεται τα πάντα εκτός από την αμφισβήτηση του (φιλ)ελευθέρου πολιτισμού και της αρχής της ισότητας, στο πλαίσιο του αδιαπραγμάτευτου Κράτους Δικαίου. Εκεί όπου τα ανθρώπινα δικαιώματα και η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος συνθέτουν και δεν διαχωρίζονται από τα δικαιώματα του πολίτη.

Στην Ελλάδα ο αστικός εκσυγχρονισμός επιχειρήθηκε να θεμελιωθεί στο έδαφος της εξάρτησης από τη Δύση σε συνδυασμό με την εθνικιστική ερμηνεία της ελληνικής ιστορίας και επιλεκτικές αναπαραστάσεις της κλασικής αρχαιότητας που ενίσχυαν την ιδεαλιστική αντίληψη του πολιτικού φαινομένου.

Όλα τούτα πάντα παράταιρα μπλεγμένα με την Ορθοδοξία – με όρους πολιτικής ισχύος ομάδων συμφερόντων – η οποία ως πολιτική πρακτική διασκέδαζε και ιεροποιούσε τον αυταρχικό, πατριαρχικό χαρακτήρα της πολιτισμικής δομής που αναφερόταν στην αρχαιότητα. Από τις αρχές του 1990 ο αστικός εκσυγχρονισμός στον τόπο μας συνδέθηκε με την ολοκλήρωση της διαπλοκής και από το 2000 με το ιδεολόγημα της πολυπολιτισμικότητας, και της ισχυρής Ελλάδας που ταυτιζόταν με το ευρώ, που αναπαριστούσε τον κοσμοπολιτισμό με σαφώς νεοφιλελεύθερη αφήγηση και απολύτως αγοραίες, δήθεν ουδέτερες και συμφιλιωτικές με τους «εχθρούς/αντιπάλους» αναθεωρήσεις της κυρίαρχης αφήγησης της εθνικιστικής ιστορίας.

Αντί ο οπισθοδρομικός, φοβικός και μνησίκακος εθνικισμός να αντιμετωπισθεί με βαθύτερη πολιτικοποίηση της ιστορίας και προσαρμογή της μεθοδολογίας της διδασκαλίας της στις πηγές, επιχειρήθηκε να ουδετεροποιηθεί η προσέγγιση, ρευστοποιώντας το συναίσθημα. Έτσι μας προέκυψαν οι «συνωστισμοί»! Ο αστικός νεο-εκσυγχρονισμός μεταβλήθηκε σε ένα απολύτως νεοπλουτιστικό, υποκριτικό αφάνταστα επίπλαστο και αντιδημιουργικό lifestyle, σε μια χυδαία αναπαράσταση της δημοκρατίας, που σκανδάλιζε κάθε σοβαρό έλληνα και ξένο που ερχόταν σε επαφή με την μαφιόζικη δομή των ανώτερων κλιμακίων του δημοσίου τομέα, ο οποίος ουσιαστικά διευθυνόταν από μια κρατικοδίαιτη και τρομερά προνομιούχα κάστα επιχειρηματιών ελληνικού τύπου (νταβάδες).

Μέσα σε αυτόν τον κυρίαρχο κοσμοαντιληπτικά κόσμο μεγάλωσαν οι σημερινοί Έλληνες. Όλοι μας. Τον φασισμό μάθαμε να τον αντιμετωπίζουμε αρνητικά, αλλά πάντα ως εξωτερικό φαινόμενο: ως πολιτικό φαινόμενο που έρχεται από κάπου αλλού και εκπηγάζει από κάποιους μακριά από εμάς. Ως φαινόμενο ξένο με τις πολιτισμικές ορίζουσες της τρέχουσας κουλτούρας μας, και ξένο με τον ελληνοχριστιανισμό μας. Άλλωστε εμείς συγκρουστήκαμε με τον φασισμό και νικήσαμε ως μέλη της αντιφασιστικής συμμαχίας!

Έτσι νομίζουμε και κάνουμε λάθος, καθώς ο φασισμός παραμένει ισχυρό πολιτικό στοιχείο της νεωτερικότητας, μεταλλάσσεται και προσαρμόζεται στις κρίσεις του κεφαλαιοκρατικού συστήματος, ενώ ανατέλλει δυναμικά πάντα όταν υφίσταται κρίση του κεφαλαιοκρατικού κράτους. Αυτή η μορφή κράτους δεν έχει προσβληθεί με δομικούς όρους ποτέ περισσότερο από σήμερα, καθώς η παγκοσμιοποιημένη Νέα οικονομία, πιέζει για την διαμόρφωση μιας Νέας Οργανωτικής Τάξης παγκοσμίως στο πλαίσιο ενός Νέο-ηγεμονικού μοντέλου τεσσάρων πόλων ηγεμονίας: ΗΠΑ, Κίνα, Ρωσία, ΕΕ (Γερμανία), με σημαντικές ως προς την ισχύ τους υποπεριοχές υπό την επικράτηση άλλων κρατών, που όμως εντάσσονται, όχι πάντα αρμονικά, στον έναν ή στον άλλον πόλο.

Στο βαθμό που προχωρούμε στην μεταβιομηχανική, μεταμοντέρνα εποχή με τα κράτη να εξασθενούν γενικώς – με την παραδοσιακή τους έννοια – δύο αντίρροπες δυνάμεις έρχονται αντιμέτωπες: Η τάση ολοκλήρωσης του διεθνούς συστήματος ηγεμονίας που τείνει να ενισχύσει την μορφή του Νέο-ηγεμονισμού, όπως είπαμε, και η τάση φασιστικοποίησης του εθνικισμού, εκεί όπου η εξασθένηση των κρατών συνδυάζεται με κλονισμό του κοινωνικού μοντέλου και ταχεία φτωχοποίηση.

Ο φασισμός έρχεται δηλαδή, στην τελευταία περίπτωση, να προσφέρει μια ιδεαλιστική φόρμα διασκέδασης της κρίσιμης παγκόσμιας μεταβολής του ηγεμονικού μοντέλου στον κόσμο μας, όπως και διασκέδασης της αντικειμενικής εσωτερικής μεταβολής ισχύος που δεν οφείλεται στις φιλελεύθερες και δημοκρατικές πολιτικές αντιλήψεις, αλλά ακριβώς στην υπονόμευσή τους από τον φονταμενταλισμό των αγορών υπό την νεοφιλελεύθερη πρακτική και αφήγηση.

Μεταξύ νεοφιλελευθερισμού και εθνικισμού, συνθλίβεται σήμερα η πολιτική αναπαράσταση της καθημερινότητας σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες που πλήττονται από την μορφή της κρίσης που όρισα πιο πάνω και που στην Ελλάδα εμφανίζει ασφαλώς πιο τραχιά (βίαια) κοινωνικά χαρακτηριστικά. Πέραν αυτού η χυδαιοποίηση της αριστερής αφήγησης κατά την μεταπολίτευση και η μεταβολή του προοδευτικού και αριστερού λόγου σε παρακολούθημα της καθεστωτικής αφήγησης, ή ακόμη χειρότερα, η αντιφατική κοινωνική ταυτότητα προβεβλημένων αριστερών (αριστερός λόγος με άπληστη, διαπλεκόμενη, κοινωνικοοικονομική συμπεριφορά) συνέβαλλαν στην απαξίωση της εναλλακτικής ηγεμονίας, η οποία εύκολα, σχεδόν αυτονόητα, ταυτίστηκε με τον Νέο-ηγεμονισμό και με την Νέα Τάξη του.

Η προοδευτική κοινωνικά/αριστερή ταυτότητα στην Ελλάδα έχασε την ηθική της «υπεροχή» και καλώς την έχασε, θα υποστηρίξω. Ένα κρίσιμο τμήμα της καθεστωτικής αριστεράς ενεπλάκη στην αθλιότητα μιας πολιτείας μαφιόζικου χαρακτήρα, που κατασπαταλούσε πολύτιμους πόρους ανάπτυξης και ιδεολογίας, ενώ εφήρμοζε παρακρατικές μορφές διωγμών για τους αντιπάλους της. Και όλα αυτά μακριά από τις αισθήσεις της κοινής γνώμης.

Υπόγεια, συνωμοτικά και με μεγάλη πολιτική νομιμοποίηση, εξαιτίας της δομής των ΜΜΕ. Αν είναι η αριστερά να αναγεννηθεί, προσφέροντας διέξοδο από τον φασισμό και τον νεοφιλελευθερισμό, θα πρέπει να απαλλαγεί από κάθε στοιχείο ηθικισμού και να θεμελιωθεί ως καθαρά πολιτική αφήγηση, που θα προτείνει ένα διαφορετικό μοντέλο διακυβέρνησης και αντίληψης της σχέσης κράτους-οικονομίας, δίχως να αγνοεί τις συνθήκες της παγκοσμιοποίησης και τη διάσταση του ηγεμονισμού στην ΕΕ.

Αν είναι η αριστερά να πρωταγωνιστήσει σε μια δημοκρατική μεταβολή στην χώρα μας, πρέπει να απαλλαγεί από πρόσωπα και πρακτικές, όπως και από κάθε στοιχείο λαϊκισμού και εσωτερισμού, τα οποία την κατέστησαν ανυπόληπτη στα μάτια πολλών Ελλήνων. Για την κατάρρευση στην Ελλάδα δεν ευθύνεται η αριστερά, η γενικότερη κουλτούρα όμως πολλών επιφανών «αριστερών» συνέβαλε στη σημερινή αδυναμία οργανωμένης λαϊκής αντίδρασης, ενώ η τραμπουκική κουλτούρα ομάδων της αριστεράς με αντιεξουσιαστικό ταμπεραμέντο, έρχεται σήμερα να «δικαιολογήσει» στα μάτια αρκετών την γκανγκστερική, αλήτικη δράση νεοναζιστών.

Η κοινοβουλευτική μάλιστα έκφραση των τελευταίων έρχεται σε μια περίοδο απόλυτου εξευτελισμού του κοινοβουλευτισμού, ο οποίος κινείται στο πλαίσιο σκανδάλων επί σκανδάλων, λιστών επί λιστών και διαρκούς προσβολής της συνταγματικής τάξης με την εφαρμογή των μνημονίων. Το πλάσμα της αντιδημοκρατικής εκτροπής έχει ήδη διαμορφωθεί και ο… θεός να μας φυλάει. Ο κοινοβουλευτισμός στην Ελλάδα κινείται πλέον στα όρια του γενικότερου πολιτικού αδιεξόδου της χώρας.

Το αδιέξοδο αυτό συνδέεται απολύτως με το ευρωπαϊκό αδιέξοδο ως προς την ολοκλήρωση της ΕΕ σε παγκόσμιο πόλο ηγεμονίας. Το μεγάλο πρόβλημα είναι και πάλι η Γερμανία. Η ΕΕ είτε θα μεταβληθεί αμέσως σε δημοκρατική αποκεντρωμένη ομοσπονδία με ενιαίο οικονομικό σύστημα και ενιαία νομισματική αρχή, στρατό και εξωτερική πολιτική, στη βάση ενός καλά δομημένου δημοκρατικού ευρωκοινοβουλευτισμού, που θα επιτρέπει σημαντικό βαθμό διοικητικής ελευθερίας στα επιμέρους κράτη, είτε θα ναυαγήσει οδηγώντας ξανά σε έναν αφάνταστα καταστροφικό πόλεμο.

Η λύση βρίσκεται στην ομοσπονδοποίηση της ΕΕ, έτσι όμως όπως την ορίζει η αριστερά και το κίνημα των εργαζομένων. Σε άλλη περίπτωση είτε θα οδηγηθούμε στον Γερμανισμό που θα προκαλέσει φτωχοποίηση και θα ενδυναμώσει την ανισότητα μεταξύ ευρωπαϊκού Κέντρου και περιφέρειας με εθνικιστικές εξάρσεις και πολιτική αστάθεια στο Νότο, είτε στην αποχώρηση της Γερμανίας από την ευρωζώνη και σε επιστροφή στο ανατιμημένο μάρκο και σε μια περίοδο οικονομικής γερμανικής αδυναμίας εξαιτίας περιορισμένων αγορών, δίχως μάλιστα ενεργειακή αυτονομία, που θα οδηγήσει σε Ενδοευρωπαϊκές και παγκόσμιες πολιτικές τριβές, οι οποίες δύσκολα θα καταλήξουν κάπου αλλού εκτός από γενικευμένη πολεμική σύγκρουση.

Ως προς την Ελλάδα η μοναδική λύση δίχως δραματική γεωπολιτική αναστάτωση, είναι η ισότιμη παραμονή της σε μια δημοκρατική ομοσπονδιακή ΕΕ, όπως την όρισα πιο πάνω, με την Γερμανία ασφαλώς σε πρωταγωνιστικό ρόλο, αλλά όχι σε αυτόν του πανίσχυρου ηγεμόνα.

Μια δημοκρατική ηγεμονία (Εναλλακτική Ηγεμονία) με την μορφή του ευρωπαϊκού πόλου δεν έχει στην ουσία ηγεμόνα. Μια τέτοια εξέλιξη θα έλυνε και το πιστωτικό ζήτημα της χώρας με ευθύνη της ΕΚΤ και θα επέτρεπε αναδιανομή εισοδήματος και παραγωγική ανασυγκρότηση, δίχως περεταίρω εσωτερική υποτίμηση ή συνδυασμό αυτής με διπλό νομισματικό. Μια τέτοια εξέλιξη είναι ο μοναδικός δρόμος πολιτικής εξασθένησης των τάσεων εκφασισμού στην χώρα μας και εισαγωγής με ήπιο σχετικά τρόπο σε μια νέα φάση δημοκρατικής και κοινωνικής ανασυγκρότησης, που οφείλει να ακολουθήσει μια σύντομη περίοδο κάθαρσης στους θεσμούς και τα όργανα του κράτους. Οι εξουσίες πρέπει να διακριθούν και η δικαιοσύνη να αποπολιτικοποιηθεί απολύτως.

Αρκετές από τις λεγόμενες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που πρότεινε η Τρόικα, με κατεύθυνση τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό της διοίκησης και τον έλεγχο της αγοράς, ασφαλώς πρέπει να πραγματοποιηθούν δίχως άλλο, αλλά η ίδια η τρόικα με τα μνημόνιά της και τους ελεγκτές της να αποχωρήσει πάραυτα.

Το διπλό νομισματικό με τυπική παραμονή της χώρας στην ευρωζώνη θα είναι η απόλυτη καταστροφή. Η έξοδος της χώρας από την ευρωζώνη και η υιοθέτηση εθνικού νομίσματος με παράλληλο σοσιαλιστικό μετασχηματισμό στο εσωτερικό, θα συνιστούσε επαναστατική πράξη εκ μέρους των Ελλήνων που θα απαιτούσε εντελώς διαφορετική οργάνωση του κινήματος, μια απολύτως διαφορετική και καλά επεξεργασμένη στρατηγική συμμαχιών στο εσωτερικό και στο εξωτερικό από τις προοδευτικές – κοινωνικές δυνάμεις, όπως και σοβαρή εκτίμηση του γεωπολιτικού περιβάλλοντος στην συγκυρία, των πραγματικών δυνατοτήτων και των απειλών.

Σε καμία περίπτωση όλα τούτα δεν συντρέχουν, αντίθετα μια τέτοια προοπτική θα αντιμετωπιζόταν ως εχθρική κίνηση από πολλές πλευρές και όχι αποκλειστικά από ευρωπαϊκές δυνάμεις. Μια τέτοια μάλιστα κίνηση, αν δεν συνοδευόταν από αναθεώρηση των σχέσεών μας με όλους τους θεσμούς ασφαλείας της Δύσης, θα ήταν πολύ πιθανόν να οδηγήσει σε τραγελαφικές καταστάσεις απόλυτης απορρύθμισης, ενώ αν πληρούσε τους όρους μιας επαναστατικής διαδικασίας, πιθανότατα υπό τις σημερινές συνθήκες να κατέληγε σε αιματοχυσία και σκληρή χούντα που θα επισφράγιζε την χρόνια προτεκτορατοποίηση και οπισθοδρόμηση της χώρας. Λύση δεν είναι επίσης η αντιμετώπιση της φασιστικής αφήγησης και συμπεριφοράς στα τηλεπαράθυρα. Ο τηλεοπτικός λόγος ενισχύει σε κάθε περίπτωση τον λαϊκισμό και δίνει πόντους στον ακροδεξιό λαϊκισμό, μέσα σε αυτό το περιβάλλον της κοινωνικοπολιτικής κρίσης που βιώνει η Ελλάδα. Ο φασισμός δεν αντιμετωπίζεται ούτε με ηθικολογία, ούτε, δυστυχώς, με το ιστορικό παράδειγμα. Θα έλεγα ότι δεν αντιμετωπίζεται καν με την λογική.

Ο φασισμός αντιμετωπίζεται αποκλειστικά με την πολιτική ψυχανάλυση. Δίχως να τον αποκλείεις πολιτικά πρέπει να δείξεις ότι ως ρατσιστική επιτομή του κοινωνικοπολιτικού αποκλεισμού, αποτελεί ψυχωτική διαταραχή που τρέφεται από την πολιτική ανωμαλία και την κοινωνικοοικονομική απορρύθμιση. Ενώπιον της υστερίας του φασισμού οι προοδευτικές δυνάμεις πρέπει να ορθώσουν ένα συγκροτημένο πολιτικό ανάστημα, μη επιτρέποντας στα όργανα του κράτους να αντιμετωπίζουν με ανοχή νεοναζιστικές εκδηλώσεις.

Το κράτος, ακόμα και σ’ αυτήν την νόθα δημοκρατική του μορφή, δεν μπορεί να στέκεται ουδέτερος κριτής και παρατηρητής σε νεοναζιστικές εκδηλώσεις. Εάν η κυβέρνηση δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις ευθύνες της, θα πρέπει να αποχωρήσει αμέσως για να δοθεί δημοκρατική λύση. Αν παρά την αδυναμία της επιμείνει να παριστάνει τον ουδέτερο κριτή (διαιτητή), οι φορείς της και υποστηρικτές της θα είναι συνένοχοι για οποιαδήποτε μορφή αντιδημοκρατικής εκτροπής επικρατήσει. Όπως είδατε, κάποιες λύσεις είναι στο χέρι μας, ενώ κάποιες άλλες θα μπορούσαν να επηρεαστούν από την στάση μας ως πολιτική κοινωνία.

 

Tags:

, , , , , , , , , , ,

Leave a Reply