Η Ελλάδα στον αστερισμό του φασισμού

Του Δημήτρη Α. Γιαννακόπουλου

Δυστυχώς δεν κάναμε λάθος, η Ελλάδα εισέρχεται με ορμή στον αστερισμό του φασισμού. Η κρίση του δικομματισμού και της ηγεμονίας μιας πολιτικομεγαλοεπιχειρηματικής κάστας (διαπλοκή), που δομήθηκε με σοσιαλίζουσα ή φιλελεύθερη ρητορεία, αλλά σε κάθε περίπτωση με πλουτοκρατική, αλήτικη νοοτροπία, καθώς και πελατειακή και παρα-οικονομική ή αντιοικονομική πρακτική κατά την μεταπολίτευση, οδηγεί στον εκφασισμό της κοινωνίας με μεγάλη ταχύτητα.

Πάντα αξίζει κανείς να καταφεύγει σε ποιοτικές και ποσοτικές μεθοδολογίες για να ερευνά κοινωνικά φαινόμενα και να εξετάζει την πολιτικότητα που τα δομεί ως τέτοια και επ’ αυτού υπάρχει ήδη ενδιαφέρον από σημαντικούς ευρωπαϊκούς ακαδημαϊκούς θεσμούς, οι οποίοι «προκαλούνται» να μελετήσουν την άνοδο του ακροδεξιού λαϊκισμού στην πατρίδα μας.

Η αρχική υπόθεση είναι γνωστή και έχει παρουσιαστεί από εμένα εκτενώς στην αρχή της ελληνικής κρίσης, όταν σχολίαζα την πιθανότητα ανόδου του φασισμού/νεοναζισμού, κάνοντας παραλληλισμούς με το φαινόμενο Haider στην Αυστρία – όπως το ανέλυσε ως ρητορική στρατηγική και πρακτική η Chantal Mouffe. Έβρισκα πολλές ομοιότητες τότε, ωστόσο κρίσιμη σημασία έχουν πάντα οι διαφορές. Κάποιες διαφορές ως προς την γέννηση αυτού του φαινόμενου είχα εντοπίσει πριν από δυο – δυόμιση χρόνια, οι οποίες με οδηγούσαν στην υπόθεση πως η ελληνική ακροδεξιά στροφή θα είναι σημαντικά πιο κρίσιμη για της ευρωπαϊκές εξελίξεις και την γεωπολιτική εξέλιξη της περιοχής μας.

Είχα τολμήσει μάλιστα να υποθέσω ότι η άνοδος του φασισμού στην Ελλάδα, μέσα σε αυτό το νέο μεταμοντέρνο ευρωπαϊκό περιβάλλον και κατά την εποχή πολιτικού αναθεωρητισμού σε ένα μεγάλο τμήμα της Ανατολικής Μεσογείου, καθώς και γεωπολιτικής ασάφειας στα δυτικά βαλκάνια, ίσως γίνει αφορμή για εμπλοκή της χώρας σε ένα γενικότερο παιχνίδι περιφερειακής απορρύθμισης.

Προσοχή, ποτέ η άνοδος του εθνικισμού, φασιστικής/απολιτικής χροιάς, σε μια χώρα που βρίσκεται σε μια αναζωπυρωμένη περιοχή, δεν υπήρξε αντικειμενικά η αιτία ευρύτερων κρίσεων/συγκρούσεων/αναθεωρήσεων, παρότι έτσι συνήθως παρουσιάζεται από τους υποκριτές της άσπιλης αστικής δημοκρατίας. Πάντα το πρόβλημα βρίσκεται στην κρίση ηγεμονίας περιφερειακά ή /και παγκόσμια που ασφαλώς συνδέεται άμεσα με την κρίση της εξέλιξης του κεφαλαιοκρατικού συστήματος. Ο εκφασισμός που στην πραγματικότητα είναι προϊόν της κρίσης του συστήματος, χρησιμοποιείται ως νομιμοποιητικός μηχανισμός για την επιβολή πολιτικών ισχύος από τρίτους, έτσι ώστε να αποκατασταθεί η αστική δημοκρατική τάξη, να υπάρξει ειρήνη (κοινωνική και γεωπολιτική) και να επιβληθεί ένα αναθεωρημένο καθεστώς ασφαλείας (νέες Συνθήκες) για την κίνηση των κεφαλαίων και την απόδοσή τους.

Με μια κουβέντα ο ακροδεξιός εθνικισμός – ο οποίος στις μέρες μας δεν δέχεται φυσικά ότι πρόκειται για φασισμό ή πιο συγκεκριμένα για νεοναζισμό, παρότι έχει όλα τα «γενετικά» / κοινωνικοπολιτικά χαρακτηριστικά αυτών – κατατείνει να εμφανίζεται και να αντιμετωπίζεται ως αιτιατός μηχανισμός αστάθειας και διεύρυνσης της κρίσης, ενώ είναι απλώς το κρίσιμο κοινωνικοπολιτικό στοιχείο της δημοκρατικοφανούς άσκησης πολιτικών ισχύος (επιβολή πολιτικής βούλησης με αυθαίρετο τρόπο) από τρίτους.

Οι «δημοκρατίες», εκτός από το «δεν πολεμούν μεταξύ τους», όπως πρεσβεύει το κυρίαρχο πολιτικό δόγμα, «δεν επιβάλλουν ποτέ την βούλησή τους σε άλλες «δημοκρατίες». Για να επέμβουν στο εσωτερικό τους ή εις βάρος τους σε μια διμερή ή πολυμερή διένεξη θα πρέπει οι τελευταίες να λογίζονται είτε ως μη δημοκρατικά καθεστώτα, είτε ως καθεστώτα που εξαιτίας μιας εσωτερικής κρίσης διολισθαίνουν σε εμφυλιοπολεμικό κλίμα, είτε ως καθεστώτα ρατσιστικού χαρακτήρα, είτε ένα μίγμα από όλα αυτά. Και τούτα από εκείνους, που ως διεθνείς θεσμοί (τραπεζικό σύστημα, υπερεθνικοί χρηματοπιστωτικοί ή πολιτικοί/διοικητικοί θεσμοί) ή μεγάλες κρατικές) δυνάμεις, κάνουν ό, τι μπορούν για να υπονομεύσουν την όποια δημοκρατική κουλτούρα και οργάνωση σε μια χώρα που για τον ένα ή τον άλλο λόγο στοχοποιείται ως πολιτικά προβληματική για την διεθνή ασφάλεια (κεφαλαίων ή/και με γεωστρατηγικούς όρους) χώρα.

Κάπου εδώ βρισκόμαστε σήμερα στην Ελλάδα, μάλλον σε αρχικό στάδιο ακόμη και με την έννοια αυτή ίσως αξίζουν τούτες οι αράδες. Στην Ελλάδα σήμερα βιώνουμε την ισοπέδωση του ήδη σε υπερκαταναλωτική αφασία, εφησυχασμένου λαού και την άνοδο στη θέση του, του αγανακτισμένου λαουτζίκου. Η συναίνεση στο νεοφιλελεύθερο κέντρο της κεντροδεξιάς και κεντροαριστεράς, η αθλιότητα του κομματικού κράτους πατρωνίας που χρεοκόπησε, η κατασυκοφάντηση του «σοσιαλισμού» από το ΠΑΣΟΚ, ο εξευτελισμός της «κοινωνικής δεξιάς», υπό την μορφή της ΝΔ, η, σε μεγάλο βαθμό, ένταξη στο πελατειακό σύστημα της φιλελεύθερης αριστεράς και η εκ νέου «ανακάλυψη» του σταλινισμού από την κομμουνιστική αριστερά – εξίσου δικτυωμένη στο καθεστώς της διαπλοκής με τους φιλελευθέρους του αριστερού χώρου – αφήνει τεράστιο χώρο για τον κάθε λαϊκιστή απατεώνα στην επιχείρηση εκφασισμού της κοινωνίας. Και μάλιστα, όπως στην περίπτωση του Haider, η επιχείρηση αυτή, εμφανίζεται ως δημοκρατική αποκατάσταση, πέραν της άκρως πατριδοκαπηλευτικής και εθνικιστικής/ρατσιστικής συνιστώσας της.

Όπως όλοι οι φασίστες και νεοναζί παντού στον κόσμο, έτσι και οι δικοί μας ισοπεδώνουν το πολιτικό/ταξικό φαινόμενο και αγωνίζονται με απίθανα βλακώδη, αντιεπιστημονική ρητορεία και τσαμπουκαλίδικη πρακτική να υψώσουν μια διαχωριστική γραμμή μεταξύ από την μια μεριά των αγαθών Ελλήνων πατριωτών, που αγωνιούν σεμνά και ταπεινά, αποκλειστικά για την πατρίδα και τον Έλληνα θεοσεβούμενο Χριστιανό και από την άλλη των διεφθαρμένων θολοκουλτουριάρηδων, που είναι τεμπέληδες, υπερφίαλοι, προδότες της φυλής και της θρησκείας μας.

Αυτοί οι ακροδεξιοί λαϊκιστές με νεοναζιστικό ταμπεραμέντο κατασκευάζουν μια κάθετη διαχωριστική γραμμή μεταξύ των σκληρά εργαζόμενων, ταπεινωμένων Ελλήνων που υπερασπίζονται τις εθνικές αξίες και εκείνων που ανήκουν στην κομματική στρουκτούρα, στην γραφειοκρατία των συνδικάτων, των αλλόθρησκων αλλοδαπών, των αριστερών καλλιτεχνών και επιστημόνων, καθώς της διανόησης. Έτσι και παντού πολιτεύονται και ρητορεύουν οι φασίστες και ας πάψουν να ενοχλούνται οι ντόπιοι εξ αυτών από τον χαρακτηρισμό! Δεν αποτελεί αφηγηματική ύβρι, αποτελεί πολιτισμική ύβρι, με την έννοια του δημοκρατικού πολιτισμού της ανθρωπότητας.

Σε αυτόν το αστερισμό κινείται πλέον η φτωχοποιούμενη ελληνική κοινωνία. Το φανερώνουν οι μετρήσεις της κοινής γνώμης, αλλά και οι εκδηλώσεις της καθημερινότητας, ακόμη και τα σχόλια στο διαδίκτυο. Το τρελό πάρτι του φασισμού ξεκίνησε στην Ελλάδα και ποιος το σταματά! Έχουμε να δούμε και να βιώσουμε απίθανα πράγματα, που θα αφήσουν άφωνο και εμένα που ορθά διέγνωσα την έναρξη του φαινομένου. Ιδέαν δεν έχω πώς θα εξελιχθεί και σε τί τραγωδίες κοινωνικές και εθνικές θα οδηγήσει πάλι, όπως σε ανάλογες περιπτώσεις κατά το παρελθόν. Προβλέπω ωστόσο με θλίψη ότι αυτή τη φορά, οι συνέπειες να είναι μεγαλύτερες για την ελληνική κοινωνία και τον ελληνισμό, εξαιτίας της σωρευτικής εντροπίας στο ελληνικό-διεθνοπολιτικό ζήτημα.

Δυστυχώς, παρά την προσπάθεια λίγων σε αριθμό, αλλά ιδιαίτερα ικανών και ευαίσθητων συμπολιτών μας, το φαινόμενο του εκφασισμού της Ελληνικής κοινωνίας δεν φαίνεται με ποιο τρόπο θα μπορούσε να ανακοπεί πλέον, την ώρα που η Ελλάδα μετατρέπεται σε Ευρωπροτεκτοράτο και τεράστιες μάζες των μικρο – και μεσαίων στρωμάτων προλεταριοποιούνται και βιώνουν τις συνέπειες της ανεργίας. Η σταλινίζουσα αριστερά έχει χάσει το παιχνίδι και εμφανίζεται αυτοκαταστροφικά και παράδοξα για την μεταπολεμική εξέλιξη,ως η άλλη όψη του νομίσματος του φασισμού.

Η ΝΔ και άλλες μικρότερες δεξιές κομματικές οντότητες πιέζονται στο επίπεδο του εκλογικού σώματος και κάνουν διαρκώς βήματα προσαρμογής στην ακροδεξιά κουλτούρα. Σε λίγο για να σωθούν πελατειακά μπορεί να κάνουν και άλματα! Όπως πάμε πολύ σύντομα ο φασισμός θα γίνει ο συνδετικός κρίκος της νέας ελληνικής δεξιάς. Από το «αυγό του φιδιού» θα αναγεννηθεί η δεξιά στην Ελλάδα, για να καλύψει τις ευθύνες της στην πτώχευση και να υπερασπιστεί τις οικογένειες και τις κάστες που αποτελούν την κεντρική πολιτικοοικονομική δομή της.

Όσο για τον χώρο της καθ’ ημάς σοσιαλδημοκρατίας, προφανώς, εκτός από ανίσχυρος και απολύτως ταπεινωμένος/εξευτελισμένος ως πολιτική και κομματική οντότητα, αποτελεί μάλλον σήμερα την καλύτερη νομιμοποίηση του κάθε ακροδεξιού κατεργάρη λαϊκιστή ή αγανακτισμένου συνοδοιπόρου του, που πάντα αναζητούσε έναν Παπαδόπουλο και μια χούντα για να βάλει τάξη στον τόπο και να αποκαταστήσει την ισότητα και το νόμο! Ο ΣΥΡΙΖΑ και αυτό που γενικά εκφράζει ως πολιτική και κοσμοαντίληψη, επίσης δεν φαίνεται ικανός/ικανό για αντικειμενικούς και υποκειμενικούς λόγους να αντιμετωπίσει το φαινόμενο.

Το αντίθετο, έχει γίνει το κόκκινο πανί της ακροδεξιάς-δεξιάς και κεντροαριστεράς συνολικά και αντιμετωπίζεται με κοινή αφήγηση από αυτούς, άρα με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στη σύνθεση του (αρνητικού) μηνύματος. Κάθε του κίνηση λοιπόν εναντίον του φασισμού από εδώ και εμπρός θα αντιμετωπίζεται με ομοβροντία λοιδορίας και γκεμπελισμού από την ενωμένη ως προς αυτό αναδημιουργούμενη νέα δεξιά όλων των αποχρώσεων.

Οι μόνοι που θα μπορούσαν θεωρητικά να αποτρέψουν αυτή την πολιτική και πολιτισμική αθλιότητα του σύγχρονου ακροδεξιού λαϊκισμού στην Ελλάδα και να συμβάλουν στην αποτροπή δυσμενών εξελίξεων σε κοινωνικό και εθνικό επίπεδο, είναι δημοκράτες, που γνωρίζουν να μιλούν στην γλώσσα των φασιστών, δίχως όμως να φασίζουν οι ίδιοι. Δύσκολο το εγχείρημα.

Αν μιλήσεις στην γλώσσα του φασίστα, εύκολα θα καταλήξεις (θα γλιστρήσεις σιγά-σιγά) να μιλάς με την γλώσσα του φασίστα και τότε θα έχεις γίνεις ένας από αυτούς που πιστεύεις ότι αντιπαλεύεις. Αν μιλήσεις την γλώσσα του ανθρωπισμού και του αντιρατσισμού, μέσα σε αυτό το κλίμα, δεν θα έχεις… καμία τύχη, θα καταντήσεις γραφικός! Αν μιλήσεις την γλώσσα της πολιτικής, εντάσσοντας και την ιδεολογία μέσα σε αυτήν και όχι εκκινώντας από αυτήν ή διαχωρίζοντάς την από αυτήν, θα αποκρουστείς ως δυσνόητος, ή «περίεργος» που προσπαθείς να εντυπωσιάσεις, ορίζοντας τα πράγματα με άγνωστες στο ευρύ κοινό έννοιες, όπως «μεταμοντέρνες πολιτικές», μετανεωτερικότητα», «μεταδημοκρατία», «πολυπολικότητα», «Uni-Multipolar World», ή εξηγώντας την σχέση του υπερεθνικού με το εθνικό σήμερα με οικονομικούς όρους, ή συνδέοντας την ηγεμονική αφήγηση με συγκεκριμένες στρατηγικές του κεφαλαιοκρατικού συστήματος, ή μιλώντας για την επιρροή της μικροπολιτικής στην μακροπολιτική και στην μακροοικονομία κ.α.

Ότι και να πεις, όσο απλά/παραστατικά και αν τα εξηγήσεις και μόνον η παράθεση «άγνωστων» λέξεων ή νέων πολιτικών concepts, που εκλαμβάνονται από τους αδιάφορους ή εχθρικούς με την εξέλιξη της πολιτικής θεωρίας και έρευνας ως νεολογισμοί, είναι ικανή να… σε εντάξει στο σημαινόμενο «υπερόπτης πολιτικάντης, εχθρός του λαού, ένας από αυτούς που υπονομεύουν την χώρα» και να ακυρώσει κάθε προοδευτικό μήνυμα. Άλλη παρεξηγημένη λέξη και αυτή: «προοδευτικό»!

Βρώμικη η λέξη «σοσιαλισμός», σιχαμερή η λέξη «προοδευτικός/η/ο», υβριστική η λέξη «πολιτικός» και αποκρουστική η λέξη «πολιτική», όπως και περίγελοι όσοι προσεγγίζουν την κρίση με την σύγχρονη κριτική πολιτική ανάλυση, φυσικά, για τους φασίστες μας, λοιπόν! Και τι απέμεινε για να συνεννοηθούμε; Ηθικισμοί, κουτσομπολιό, σκανδαλισμοί, αφορισμοί, ελληνοχριστιανική αγανάκτηση, η επανάσταση των Ελλήνων εναντίον των «λαθραίων» (όχι όλων, μόνον των μεταναστών) και κατάρες εναντίoν της τρόικας, ή απελευθέρωση από το Ευρώ με την άνευ πολιτικών/κοινωνικών όρων και οικονομικής αντιπαροχής υιοθέτηση της δραχμής.

Δώρο δηλαδή τη δραχμή σε αυτούς που μας ενέταξαν στην ευρωζώνη κερδοσκοπώντας άθλια εδώ και 15 περίπου χρόνια εις βάρος των δύο τρίτων της ελληνικής κοινωνίας. Και μάλιστα ένα «δώρο» που έχει καλά δρομολογηθεί να περάσει πρώτα από ένα «διπλό νομισματικό», το οποίο θα συμβάλει στη χώνεψη από την αγορά της εσωτερικής υποτίμησης που υφίσταται η κοινωνία από την στρατηγική της τρόικας, με παράλληλη αύξηση των ανισοτήτων και την υποκατάσταση της σημερινής παραοικονομίας από τον μαυραγοριτισμό.

Σε αυτό κατατείνει ο σύγχρονος ελληνικός φασισμός με το προσωπείο ασφαλώς του αγνού, απολιτικού πατριωτισμού που έχει υπερβεί την πάλη των τάξεων, τον Μάρξ και όλους τους κατοπινούς και σύγχρονους διανοητές της αριστεράς που προσέφεραν και προσφέρουν στον κόσμο κάποια «εργαλεία» για να πορεύονται οι κοινωνίες, απαλλαγμένες από την δεισιδαιμονία, την ζηλοφθονία, την βία και τον βιασμό, τον φονταμενταλισμό, την δουλική υποταγή, τον δογματισμό, τον ρατσιστικό εθνικισμό, τον πόλεμο και την εκμετάλλευση. Ο φασισμός απεχθάνεται την πολιτική, διότι κατά βάθος υποτιμά την ίδια την ζωή.

Η ίδια η έρευνα πάνω στη ζωή των ανθρώπων γεννά την περιέργεια για την μελέτη της πολιτικής και αποκαλύπτει την χυδαιότητα του φασίστα. Η πολιτική ανάλυση ξεγυμνώνει τον φασισμό, κάθε φασιστικό καθεστώς στα σπάργανα του όπως σήμερα στην Ελλάδα, και έτσι αποκαλύπτεται ποιους εξυπηρετεί. Ο φασισμός κρύβει με τον θορυβώδη δοξασμό του εθνικισμού την οικονομική και πολιτισμική του φύση. Και κυρίως συσκοτίζει την διάσταση του πολιτικού στην παραγωγή θεσμών και κουλούρας. Αυτή η διασκέδαση του πολιτικού φαινομένου, των σχέσεων εξουσίας πιο απλά, συνιστά την πλέον χυδαία θολοκουλτούρα που θολώνει περισσότερο με την απολιτική ηθικολογία της θρησκοληψίας.

Στην Ελλάδα ο έκδηλος πλέον φασισμός εξυπηρετεί εκείνους που δήθεν αποστρέφεται: το κατεστημένο. Και μάλιστα στην πλέον χυδαία του μορφή, εκείνη της μεγαλοεπιχειρηματικής τάξης και μιας κάστας συμφερόντων που από ιδρύσεως του Ελληνικού κράτους εμφανίζουν/διεκδικούν πολιτική ισχύ μέσω του σλόγκαν: «πατρίς – θρησκεία – οικογένεια».

Πρόκειται για τους ίδιους που στο όνομα της πατρίδας έχουν διαλύσει οικογένειες, στο όνομα της θρησκείας υπονομεύσει την πατρίδα και περιθωριοποιήσει ελληνικές οικογένειες και στο όνομα των τριών προκαλέσει εθνικές καταστροφές και μείζονες εθνικοπολιτικές ήττες. Τώρα που η τρόικα θίγει και τα τρία συστατικά του συνθήματος θα γνωρίσει δόξες ο πολιτικός απατεώνας της ακροδεξιάς, μια και το πέπλο λαϊκισμού και αγανάκτησης που ρίχνει ο φασισμός πάνω στον λαό – και σε εθνικιστική πολεμική με τον επίσης φασισμό της τρόικας – δεν επιτρέπει στον πολίτη να πάει λίγο βαθύτερα και να συναντήσει το πολιτικό περιεχόμενο και των τριών αυτών σημαινόντων στην συγκυρία της ελληνικής κρίσης.

Δυστυχώς, φίλοι, ο φασισμός πλέον στην Ελλάδα φαίνεται ακατανίκητος. Θα άξιζε όμως κάθε προσπάθεια για να αντιμετωπιστεί. Κάτι θετικό θα άφηνε αυτός ο αγώνας για τις επόμενες γενιές! Η αντιμετώπιση του φασισμού πρέπει να γίνει μέρος της κοινωνικής και ταξικής συνείδησης του σημερινού Έλληνα και αυτό δεν είναι χρέος προς κάποια αριστερά, αλλά χρέος προς τον ίδιο μας τον εαυτό που αναζητεί ισότητα και ελευθερία με ξεκάθαρους πολιτικούς ασφαλώς όρους, δίχως φτηνούς λαϊκισμούς, βαρβαρότητα, κιτρίνισμα, φτηνιάρικη σπέκουλα, και πρόστυχους, υποκριτικούς αποκλεισμούς. Και αυτό, το σύγχρονο αντιφασιστικό φρόνημα, θα συμβάλει στην καλύτερη οργάνωση του αγώνα για κοινωνική χειραφέτηση και εθνική κυριαρχία, μέσα στο ζοφερό διεθνές περιβάλλον αυτής της περιόδου για την Ελλάδα.

 

Tags:

, , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Leave a Reply