Εκεί όπου τα πρόβατα γαυγίζουν, ο τσοπάνης δεν χρειάζεται σκύλο…

Του Δημήτρη Γιαννακόπουλου

Δ. ΓιαννακόπουλοςΓαυγίσματα ακούω μέσα από τα επιμέρους πολιτικά μαντριά, τα οποία συναποτελούν το μεγάλο εθνικό μας μαντρί, τη στάνη του σημερινού ελληνικού λαού. Είναι όμως, αυτή τη φορά, που τα μαύρα πρόβατα γαυγίζουν και όχι τα ανύπαρκτα σκυλιά! Τα σκυλιά σαστισμένα κινούνται νευρικά γύρω-γύρω έξω από το μαντρί …βελάζοντας εγγαστρίμυθα, μάλλον από αμηχανία, μπορεί όμως και από πολιτική επιτηδειότητα!

Ακόμη και ο τσοπάνης μοιάζει σαστισμένος: «αφού μάθανε να γαυγίζουν τα πρόβατα, τι να τα κάνω τα σκυλιά;» αναρωτιέται, δικαίως. Είναι σατανικό το σχέδιο του απρόσωπου αρχιτέκτονα μιας τεχνολογίας της απειλής δίχως φιλοσοφική βάση και (μεγάλη) ιδεολογία. Και αυτή είναι η κρίσιμη διαφορά μεταξύ νεωτερικότητας και μετανεωτερικότητας ή μοντέρνων και μεταμοντέρνων πολιτικών. Όχι ο τρόπος σύνθεσης και άρθρωσης της απειλής, ώστε να χειραγωγηθεί το ποίμνιο, αλλά ο τρόπος αναπαραγωγής της απειλής από κάθε ένα άτομο του κοπαδιού ξεχωριστά ως κοινή λογική – ως ομοειδές γαύγισμα. Η τελευταία (απειλή) προϋποθέτει μια διαστροφή: αντί τα πρόβατα να βελάζουν, να μάθουν να γαυγίζουν, παραμένοντας φυσικά πρόβατα του κοπαδιού.

Και ιδού τα πρόβατα στην Ελλάδα μάθανε επιτελούς να γαυγίζουν με ένα κοινό τρόπο! Πάντα τα μαύρα πρόβατα έχουν το προνόμιο να παρασύρουν τα άσπρα. Έμαθαν να δηλώνουν την παρουσία τους και να εκφράζουν την απειλή με ένα σχεδόν ομοιόμορφο γαύγισμα, που ενώνει ιδεαλιστικά (πατριωτικά) τα μαύρα πρόβατα με τα άσπρα πρόβατα του μαντριού, το οποίο συγκροτείται ιδεαλιστικά και ψυχαναλυτικά ως κάστρο αντιμετώπισης της υπέρτατης απειλής για το έθνος και τον λαό, ασφαλώς.

Ποιος κατασκευάζει αυθεντικά, αντικειμενοποιημένα την υπέρτατη απειλή; Μα φυσικά η διακυβέρνηση της Τρόικας σε συνδυασμό και αλληλεπίδραση με την διαχείριση της κρίσης από τους διαπλεκόμενους τσοπάνηδες! Ψέματα… την υπέρτατη απειλή κατασκευάζει ως αυτονόητη αλήθεια ο αρχιτέκτονας των μετανεωτερικών απειλών.

Αυτός που δόμησε τις διεθνείς πολιτικές στη βάση της σύγκρουσης των πολιτισμών, μετά την κατάρρευση του διπολισμού, ενώ σήμερα επιχειρεί την υπέρβαση αυτών δια της απειλής από ένα μείζον κοινωνικοοικονομικό ατύχημα στην Ευρώπη. Την ατομική βόμβα, έτρεμες κάποτε, τους «αιμοβόρους» Τούρκους ή τους «υπάνθρωπους» ισλαμιστές με τα «τόξα» τους και τα διεισδυτικά τους βέλη αργότερα, ενώ σήμερα τρέμεις την διάλυση της ευρωζώνης και την πιθανότητα να βρεθείς στο στόμα Τούρκων και ισλαμιστών! Τώρα αντί με «μπεεε» επικοινωνείς με την φωνή των ζώων που υπολήπτομαι αφάνταστα. Γαυγίζεις λοιπόν νεοναζιστικά, αν και στα αυτιά σου αυτός ο ήχος φαντάζει εθνικός ψαλμός, σαν τον εθνικό ύμνο, που ακόμη δεν έμαθες πως δεν πρόκειται για τραγούδι ή υποκατάστατο του κράτους, της θρησκείας ή της ελληνικής κοινωνίας.

Ο «ύμνος εις την ελευθερίαν», μικρό μέρος ( 24 από τις 158 τετράστιχες στροφές) του οποίου αποτελεί τον εθνικό ύμνο της Ελλάδας, δεν αποτελεί λαϊκιστικό άσμα και συμβολισμό της «Ελλάδας-Ελλήνων-Χριστιανών», ούτε έχει καμία σχέση με την ελευθέρια αγορά και το νεοφιλελεύθερο, νέο-ιμπεριαλιστικό ιδεολόγημα περί «σύγκρουσης των πολιτισμών», που βασίζεται στην άρθρωση του ισλαμικού κινδύνου. Δεν ψάλλεται λοιπόν ο εθνικός ύμνος ούτε με «μπεεε», ούτε με γαυγίσματα, αλλά με αισθησιασμό που συνδυάζει τον ρομαντισμό και τον κλασικισμό στον ορισμό της ελευθερίας, πράγματα που είναι διαλεκτικώς ξένα με την άρθρωση του σημερινού πολιτικού λόγου από την ρατσιστική δεξιά μέχρι την νεοφιλελευθεριάζουσα κεντροαριστερά (μας).

Τα βελάσματα ήταν αταίριαστα και προσβλητικά στο γνήσια πατριωτικό ιδεολόγημα των Ελλήνων, ενώ τα σημερινά γαυγίσματα κρυφονεοναζιστών και «κρυφών» ή ξεδιάντροπων νεοφιλελευθέρων ολόκληρου του πολιτικού φάσματος αποτελούν την μεγίστη ύβρι! «Σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή, σε γνωρίζω από την όψη που με βία μετράει τη γη. Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά, και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά»!

Ελευθεριά, με εκείνη την ρομαντική έννοια που αντιστρατευόταν κάθε έννοια ρατσισμού και υποδούλωσης, κάθε έννοια μαντριού, κάθε έννοια τσοπάνη. Ένας συνδυασμός κλασικισμού-ρομαντισμού που δεν αποδέχεται την υποταγή του Β στον Α ως μορφή οποιασδήποτε ανταλλαγής: «σου δίνω μέρος της κοινωνικής μου ελευθερίας, μου δίνεις δανεικά για να λειτουργήσει το κράτος και η τράπεζα», και «επενδύω την ατομική μου ελευθερία στην υποδούλωση του δίπλα», ή «δεν υπάρχει ελευθερία, αν δεν υπάρξει προηγουμένως απόλυτη κοινωνική ισότητα, άρα δεν έχει σημασία η ελευθερία αν δεν πραγματοποιηθεί ο σοσιαλισμός». Η ελευθερία έχει πάντοτε σημασία, δεν υποτάσσεται σε οποιαδήποτε συγκυρία και δεν μπορεί να σταματά εκεί όπου αρχίζει η καπιταλιστική περιουσία, για να μετατρέπεται σε μέσο επιβίωσης ή μέσο κυριαρχίας.

Εκεί όπου η ελευθερία αποκτά αποκλειστικά ανταλλακτική αξία, η δημοκρατία οποιασδήποτε μορφής είναι νεκρή. Η ελευθερία έχει έννοια μόνον ως αξία χρήσης και τούτο θα έπρεπε να προβληματίζει σήμερα περισσότερο από χθες. Η ελευθερία του ολοκληρωτικού καπιταλισμού των νεοφιλελευθέρων είναι η μετατροπή της κοινωνικής ελευθερίας, των δικαιωμάτων του ανθρώπου, του πολίτη, του εργαζόμενου σε εμπορική ελευθερία για την διαπραγμάτευση της εν δυνάμει ανταλλακτικής αξίας του Εαυτού, ενώ η ελευθερία του ρατσιστή-εθνικιστή γίνεται αντιληπτή ως ρατσιστική διαφοροποίηση του Εαυτού από τον Άλλον, η οποία διασκεδάζει την σχέση «ανταλλακτικής αξίας- αξίας χρήσης» της ίδιας της ελευθερίας σε μια κοινωνία.

Την κρίση του νεοφιλελευθερισμού και της αυτορυθμιζόμενης αγοράς (του) έρχεται να συσκοτίσει ο ρατσισμός με την νεοναζιστική του τεχνογνωσία. Κάπως έτσι τα πρόβατα, σε ένα πολιτικώς οριζόμενο μαντρί, μαθαίνουν να γαυγίζουν αντί να βελάζουν. Τώρα πια υβρίζουν την ελευθερία, «τραγουδώντας» τον εθνικό ύμνο στο ρυθμό εμβατηρίου της τρόικας και πάνω σε συγκυριακά, λαϊκιστικά μοτίβα εξέγερσης των υπηκόων εναντίον των παλαιών πολιτικών, ώστε το πέρασμα στη μετανεωτερικότητα να συνοδευτεί από «διέγερση σε βιαιοπραγίες ή εχθροπάθεια κατά ομάδας ή προσώπου, που προσδιορίζονται με βάση τη φυλή, το χρώμα, τη θρησκεία, την εθνική ή εθνοτική καταγωγή, το γενετήσιο προσανατολισμό, ή κατά πραγμάτων που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά από τις παραπάνω ομάδες ή πρόσωπα..»

Σύμφωνοι, η Ελλάδα γλιστρά ασυνείδητα σε μια μορφή μεταμοντέρνας προτεκτορατοποίησης, όπου η κοινωνική ελευθερία (: τα σύγχρονα, μοντέρνα δικαιώματα) χάνουν το νόημά τους υπό τα ρατσιστικά γαυγίσματα των προβάτων που εναρμονίζονται με το μήνυμα του τσοπάνη: η χώρα απειλείται από όσους ξεφεύγουν από την γενική δομή της πολιτικής αφήγησης του καθεστώτος. Από αυτούς που αμφισβητούν το έργο σωτηρίας των Συγκυβερνητών για το κοπάδι και από όσους αντί να κοιτάξουν πως να βολευτούν, ως ελάχιστη έστω ανταλλακτική αξία, εναντιώνονται στον νεοναζισμό.

Κοίτα κάτι πράγματα, ενώ σήμερα προηγμένες χώρες βιώνουν φαινόμενα κρίσης του κοινωνικά φιλελευθέρου κράτους, κάποιοι «οπισθοδρομικοί» στην Ελλάδα δεν βλέπουν την απειλή που κατασκεύασε ο νεοφιλελευθερισμός για να αναπτύξει νέες αγορές το μπλοκαρισμένο κεφάλαιο και ζητούν «αντιρατσιστικό» πλαίσιο νόμου και τα τοιαύτα!!! Εδώ η ελληνική κοινωνία απειλείται με διάλυση και τα νοικοκυριά με εξουθένωση και κάποιοι προοδευτικοί και αριστεροί επιδιώκουν να θεσπισθεί πως «όποιος από πρόθεση, δημόσια προφορικά ή διά του Τύπου ή μέσω του διαδικτύου ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο ή τρόπο, προκαλεί ή διεγείρει σε βιαιοπραγίες ή εχθροπάθεια κατά ομάδας ή προσώπου, που προσδιορίζονται με βάση τη φυλή, το χρώμα, τη θρησκεία, την εθνική ή εθνοτική καταγωγή, το γενετήσιο προσανατολισμό, ή κατά πραγμάτων που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά από τις παραπάνω ομάδες ή πρόσωπα, [να] τιμωρείται…»!

Μα δεν βλέπουν γύρω τους το κλίμα; Δεν βλέπουν την έκρηξη του ρατσιστικού εθνικισμού των φτωχοποιούμενων; Την έκρηξη την βλέπουν, όπως έβλεπαν και τον ρατσισμό που δεν γεννιέται από την κρίση, αλλά θεμελιώνεται από την εσωτερική διαλεκτική του καταναλωτικού καθεστώτος ευημερίας. Η κρίση έδωσε απλώς συγκυριακή πολιτικότητα στον ρατσισμό (μας), φίλοι, μετατρέποντας τον σε κρυφοναζισμό ή έκδηλο νεοναζισμό, υπό τον μανδύα του πατριωτισμού ασφαλώς!

Επειδή οι δημοκράτες το βλέπουν και το καταλαβαίνουν καλά, μάλλον γι’ αυτό ζητούν να διαχωριστεί η αστική ελευθερία από την «ρατσιστική ελευθερία», η αστική διακυβέρνηση, δηλαδή, από την ρατσιστική διακυβέρνηση και τον φονταμενταλισμό. Το γαύγισμα από το βέλασμα. Τα πρόβατα από τα σκυλιά. Και ο τσοπάνης από τον μύθο του ουδέτερου, απολιτικού ποιμένα. Ο μύθος του ποιμένα άλλωστε είναι αυτός που δομεί την ποιμενική, πατριαρχική αφήγηση, η οποία περιλαμβάνει πρόβατα, σκυλιά και λύκους έξω από το μαντρί. Όταν ο κοινωνικός φιλελευθερισμός διέρχεται κρίση, εξαιτίας μιας κάποιας μορφής κρίσης της συσσώρευσης του κεφαλαίου, οι έξυπνοι, φιλοπρόοδοι και λιγότερο συμπλεγματικοί άνθρωποι δεν φροντίζουν πως να διαστρέψουν ρατσιστικά την κρίση, δεν προσπαθούν να αναστρέψουν τον ιστορικό χρόνο, καταλήγοντας να υιοθετούν ναζιστική μεθοδολογία, αλλά επιχειρούν αντίθετα να αναζωογονήσουν τον δημοκρατικό και κοινωνικά φιλελεύθερο χαρακτήρα του αστικού κράτους. Έτσι, αυτοί εστιάζουν στην πραγματική κοινωνική απειλή που προέρχεται από τον ολοκληρωτικό καπιταλισμό, ο οποίος αγωνίζεται να προσδώσει στην μετανεωτερικότητα μια νεο-ηγεμονική μορφή που παντρεύει την ελευθέρια αγορά με τον αντιπληθωρισμό. Ο συνδυασμός διαμορφώνει σχέσεις νεο-φεουδαλικές μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας και καθεστώς δουλοπαροικίας μεταξύ πόλων ηγεμονίας και κοινωνιών της περιφέρειας.

Και αν είναι έτσι τότε γιατί η αριστερή πτέρυγα της νεοφιλελεύθερης Συγκυβέρνησης εστιάζει στο «αντιρατσιστικό» σχέδιο νόμου με τόσο πάθος; Δεν καταλαβαίνει πως έτσι και μέσα σε αυτό το κλίμα, που ευνοεί τους έλληνες νεοναζί, ρίχνει λάδι στη φωτιά; Προφανώς το καταλαβαίνει, προφανώς το «αντιρατσιστικό», που ήταν σε κάθε περίπτωση αναγκαίο για τον εκδημοκρατισμό, και που καμία απολύτως αστική ελευθερία δεν επηρεάζει αρνητικά, αντίθετα ενδυναμώνει, δεν ήταν ένα επείγον ζήτημα, αλλά ένα προεκλογικό τερτίπι. Είναι χρήσιμο για το χτύπημα του νεοναζισμού και όχι του ρατσισμού, δίχως ασφαλώς να περιορίζει την ελευθερία μετάδοσης της γνώμης, αν ασφαλώς δεν συνεχίσει να συγχέει δυο διαφορετικά πράγματα: το Άρθρο 3 με το Άρθρο 4, το οποίο έτσι όπως διατυπώθηκε αποτελεί ένδειξη νομοθετικής ανικανότητας ή «πονηρών» προθέσεων και δικαίως προκαλεί αντιδράσεις.

Το (4) περί «εγκλημάτων γενοκτονίας, εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας και εγκλημάτων πολέμου», όπως διατυπώθηκε στο αρχικό (ολοκληρωμένο) κείμενο της Προτάσεως, που έχω υπόψιν μου, αποτελεί νομικό τερατούργημα και «πάτημα» για τους νεοναζί και ακροδεξιούς της Συγκυβέρνησης για να διασκεδάσουν τις πρόνοιες του (3) περί διέγερσης σε ρατσιστικού χαρακτήρα βιαιοπραγίες ή εχθροπάθεια. Το (3) στρέφεται ευθέως κατά της ρατσιστικής διακυβέρνησης (νεοναζισμός) και άριστα πράττει, ενώ το (4) αποτελεί ανοσιούργημα στο οποίο θίγεται όντως η ελευθερία των ιδεών («όποιος εγκωμιάζει ή αρνείται ή εκμηδενίζει τη σημασία εγκλημάτων γενοκτονίας, εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας και εγκλημάτων πολέμου… καθώς και των εγκλημάτων του ναζισμού και η πράξη αυτή στρέφεται κατά ομάδας προσώπων που προσδιορίζεται με βάση τη φυλή, το χρώμα, τη θρησκεία, την εθνική ή εθνοτική καταγωγή ή το γενετήσιο προσανατολισμό, τιμωρείται …» ) και προφανώς κάκιστα πράττει!

Κοιτάξτε, το ζήτημα του «αντιρατσιστικού» δεν ήταν αυτή τη στιγμή επείγον, αν και ένα αντιναζιστικό νομοθετικό πλαίσιο είναι αναγκαίο και μάλιστα θα έπρεπε ήδη προ πολλού να έχει θεσπισθεί για να περιορίσει την ισχύ του νεοναζισμού και γενικότερα του ακροδεξιού εξτρεμισμού, ο οποίος αποτελεί διαλεκτικό προϊόν της πολιτικής «σύγκλιση στο κέντρο» σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση που ακολούθησε και η οποία έλαβε την δραματική μορφή της πτώχευσης, της φτωχοποίησης και της ευρωπροτεκτορατοποίησης σε ό, τι αφορά στην Ελλάδα. Ωστόσο από τη στιγμή που μικροπολιτικές σκοπιμότητες το ανέδειξαν αυτή τη στιγμή ως κρίσιμο πολιτικό ζήτημα της συγκυρίας, δεν μπορεί παρά να πάψουν τα γαυγίσματα των «προβάτων» και τα βελάσματα των «σκυλιών», όπως και τα πονηρά χαμόγελα του «λύκου» που προστατεύει τον τσοπάνη (μας). Μια και τέθηκε το ζήτημα θα πρέπει να επιλυθεί τώρα, αμέσως, με τον νομοθετικό κολασμό ρατσιστικών συμπεριφορών πολιτικών παραγόντων που δομούν μια σαφή αφήγηση νεοναζιστικού χαρακτήρα ρατσιστικής διακυβέρνησης.

Σημειώστε πως οι χαρακτηρισμοί «σκύλοι», «πρόβατα» και «λύκοι» από τον (υπο)γράφοντα, όχι μόνον δεν θα πρέπει να εκληφθούν ως ρατσιστικές κατηγοριοποιήσεις, αλλά ούτε καν ως αυστηρά πολιτικοί χαρακτηρισμοί. Υπονοούν πως τα πρόβατα όταν γαυγίζουν, τα σκυλιά όταν βελάζουν και οι λύκοι όταν «μελωδούν» με την φλογέρα του τσοπάνη, τα σημαινόμενα του «ύμνου εις την ελευθερίαν» είναι αυτά που κακοποιούνται βάναυσα.

Ξέρω, πως «εκεί όπου τα πρόβατα γαυγίζουν, ο τσοπάνης δεν χρειάζεται σκύλο» και το σημείωσα στον τίτλο, αλλά αυτό δεν είναι λόγος για να συντάξουμε έναν λανθάνοντα «ύμνο στον νεοναζισμό», μάλιστα με μια καρικατούρα των συμβόλων που υμνολογούν το ελληνικό έθνος ως φαντασιακή κοινότητα δημοκρατικού και φιλελεύθερου σκοπού, έστω στο πλαίσιο της μετανεωτερικότητας που αρνούμαστε, αν και κολυμπάμε στα νερά της! Και κάτι ακόμη: τις προάλλες έγραψα ένα άρθρο για να σπάσει η υποκρισία, επιχειρηματολογώντας πως το «αντιρατσιστικό» δεν καταπολεμά τον ρατσισμό αυτόν καθ΄ εαυτόν, αλλά τον νεοναζισμό.

Γιατί λοιπόν επιμένετε, όσοι καλώς το υποστηρίζετε, και το αποκαλείτε έτσι, αντί για «αντιναζιστικό»; Αν πρόκειται απλώς για προσαρμογή στο «πολιτικά ορθό», ξεπεράστε το, αν πρόκειται για εξυπηρέτηση μικροπολιτικών σκοπιμοτήτων θα σας ξεπεράσει και θα σας εκθέσει αυτό τούτο… σύντομα! Ο νεοναζισμός μπορεί και πρέπει να περιοριστεί ως πολιτική ισχύος από τον νομοθέτη, ο ρατσισμός ωστόσο δεν αντιμετωπίζεται νομοθετικά. Όσοι συγχέουν το πρώτο με το δεύτερο, είτε είναι κουτοπόνηροι ακροδεξιοί, είτε υποκριτές πολιτικάντηδες.

 

Tags:

, , , , , , , , , , , , , ,

Leave a Reply