Αψιμαχίες πριν από την καθοριστική μάχη στην ΕΕ

Του Δημήτρη Γιαννακόπουλου

Η Ελλάδα είναι το σύγχρονο θέατρο των αψιμαχιών πολιτικό – οικονομικών συμφερόντων που πασχίζουν να κυριαρχήσουν στον κόσμο. Η φτωχοποίηση των δύο – τρίτων της κοινωνίας είναι μια αναγκαία παράπλευρη απώλεια σύμφωνα με αυτούς, αλλά και μηχανισμός άσκησης πολιτικής από αυτά τα συμφέροντα. Νομίζουμε ότι πάμε μπροστά, ενώ στην πραγματικότητα βουλιάζουμε στο ίδιο τέλμα της νεωτερικότητας. Κοιλοπονεί το διεθνές πολιτικό σύστημα, αλλά δεν μπορεί να περάσει στην επόμενη φάση, δίχως την μεγαλύτερη καπιταλιστική κρίση που έχει ζήσει ο κόσμος, η οποία μεταστρέφεται και παραλλάσσεται σε κρατική και εθνική, διότι έτσι συμφέρει εκείνους που την διαχειρίζονται. Μας ξεγελάει το τεχνολογικό άλμα το οποίο δυστυχώς είμαστε ανίκανοι να ενσωματώσουμε προοδευτικά στην κοινωνία, ώστε αυτή να αναπτυχθεί δημοκρατικότερα και βιοοικονομικότερα. Βιώνουμε την αδυναμία του καπιταλισμού να παράγει διαφορετικές πολιτικές προσεγγίσεις, στρατηγικές ανάπτυξης και τεχνικές συμμόρφωσης (νομιμότητα στο πλαίσιο μιας δημοκρατικότερης νομιμοποίησης). Ο καπιταλισμός και η πατριαρχική αντίληψη της ηγεμονίας που συνδέεται με αυτόν, δεν μπορούν να οδηγήσουν σε τίποτε περισσότερο από την ανακύκλωση συμπεριφορών (ισχύς) και σχέσεων εξουσίας (δομών) της νεωτερικότητας που σε ιστορικούς, πολιτικούς επιστήμονες και κοινωνιολόγους είναι μάλλον γνωστές και δυστυχώς πληκτικά επαναλαμβανόμενες.

Η διαλεκτική αυτής της επανάληψης φαντάζει σήμερα ως μια νέα ιστορική φάρσα. Παράλληλα η ανάπτυξη του επιστημονικού και πολιτικού λόγου στο πλαίσιο αυτής της φάρσας, ανακυκλώνει την ίδια διαλεκτική της εξουσίας, εγκλωβίζοντας την διανόηση σε μορφές αναπαραγωγής κατεστημένων δομών. Η μετά – νεωτερικότητα μάλλον πρέπει να περιμένει την καταστροφή, που κάποιοι βιάζονται να επιφέρουν με «θεραπείες σοκ», οι οποίες επιβάλλονται πλέον και στην αναπτυγμένη Δύση. Όλες οι κινήσεις σήμερα στρέφονται εναντίον του εθνικού κράτους, σαν αυτό να είναι η αιτία του αδιεξόδου και των ατυχημάτων της αγοράς. Όταν όμως η αγορά δυσκολεύεται να ολοκληρωθεί υπό την ηγεμονία μιας δύναμης, διαταράσσονται οι εμπεδωμένες εθνικές και υπερεθνικές δομές. Αρχίζει η προστριβή συμφερόντων στο πλαίσιο αυτών των δομών μέχρι να επικρατήσει το… παράλογο: η καθοριστική μάχη για την ηγεμονία, όπως έγινε τόσες φορές κατά το παρελθόν μέσα από ποτάμια αίματος και καταστροφή.

Η περίοδος για την Ευρώπη που ίσως έχει μελετηθεί διεξοδικότερα σε ένα συνδυασμένο πλαίσιο πολιτικής – οικονομίας – στρατιωτικής εμπλοκής – διπλωματίας και τεχνολογίας, είναι εκείνη από το 1912 έως το 1919, η οποία ουσιαστικά περιλαμβάνει τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Σήμερα υπάρχουν δραματικές αναλογίες με εκείνη την περίοδο, όχι φυσικά σε επίπεδο συμβάντων ή γεγονότων, αλλά στο επίπεδο της αντίληψης, της ανάλυσης και της άρθρωσης συμφερόντων με επίκεντρο ξανά την Ευρώπη. Οι πρωταγωνιστές είναι σχεδόν οι ίδιοι, ενώ οι συμμαχίες είναι ακόμη στη φάση του πρώτου σταδίου αποκρυστάλλωσης. Το νέο παιχνίδι ηγεμονίας στην Ευρώπη μόλις τώρα άρχισε, ενώ οι περισσότεροι νόμιζαν ότι βρισκόταν στη φάση της ολοκλήρωσης του.

Οι Γερμανοί ζητούν αυτό που πάντα ήθελαν. Μια Ευρώπη ανεξάρτητων κρατών, υποταγμένων όμως στα συμφέροντα της εθνικής τους άρχουσας τάξης. Ως μοχλός υποταγής εμφανίζεται η οικονομία με την έννοια ότι όλα θα υποτάσσονται και θα ανάγονται στην οικονομική δομή (όλα είναι οικονομία) την οποία θα ορίζουν και θα διευθύνουν οι ίδιοι. Την ίδια ακριβώς αντίληψη διακονεί και η χρηματοπιστωτική ελίτ που στηρίζεται πολιτικά αμέσως από τις ΗΠΑ και την Μ. Βρετανία, ενώ διαθέτει ένα πυκνό δίκτυο δορυφόρων με τη μορφή κυβερνήσεων σαν την δική μας. Η μεγάλη διαφορά είναι ότι οι Γερμανοί επιδιώκουν να θεμελιώσουν την πολιτικό – οικονομική κυριαρχία τους στην Ευρώπη στο επίπεδο των κρατών – μελών της ΕΕ (διακυβερνητικό μοντέλο), ενώ οι «αντίπαλοι τους» σε εκείνο της χρηματοπιστωτικής αγοράς. Οι τελευταίοι επιδιώκουν την διαμόρφωση θεσμών που θα καθιστούν άχρηστο το διακυβερνητικό σύστημα στην ΕΕ, οδηγώντας σε μια μορφή ομοσπονδοποίησης της ΕΕ, όπου θα κυριαρχεί το μοντέλο ανάπτυξης των ανθρώπων του «έξυπνου χρήματος» και όχι η δημοκρατική αρχή ασφαλώς. Ομοσπονδία υπό τον Τραπεζίτη που θα λειτουργεί σεβόμενος τη στρατηγική της Fed, είναι το μοντέλο τους. Με δύο λόγια η Γερμανία, κατά τους τελευταίους, θα μπορούσε να ασκεί ανεμπόδιστα μια χαλαρή ηγεμονία στην Ευρώπη μόνον στο βαθμό που υποτασσόταν στην στρατηγική της χρηματοπιστωτικής ελίτ, που τείνει να ορίσει με ένα συγκεκριμένο τρόπο την παγκόσμια διακυβέρνηση, στο πλαίσιο του καθορισμού του δικού της συμφέροντος ασφαλώς, που δεν υπολογίζει τα ιδιαίτερα συμφέροντα των επιμέρους εθνικών αστικών τάξεων. Έχουμε να κάνουμε λοιπόν με δυο διαφορετικά πολιτικά μοντέλα και όχι με δυο διαφορετικά και αλληλοσυγκρουόμενα οικονομικά. Το ότι και τα δύο αναπτύσσονται μέσω του ίδιου οικονομικού λόγου δεν μας επιτρέπει να διεισδύσουμε εύκολα στην διαφορετική πολιτική δομή τους. Μιλούν την ίδια γλώσσα, εννοώντας όμως διαφορετικά πράγματα στο επίπεδο των σχέσεων εξουσίας. Πρόκειται για δυο διαφορετικές μορφές νέο – ιμπεριαλισμού, οι οποίες εκφράζονται πολιτικά και διαρθρώνονται διπλωματικά με τα κλασσικά πλέον εργαλεία άσκησης ισχύος που γνωρίσαμε την εποχή της νεωτερικότητας, αλλά δεν μελετήσαμε όλοι στο βάθος που έπρεπε, τυφλωμένοι από δογματικές αναπαραστάσεις της πραγματικότητας και της ιστορίας. Θέλετε και το φαιδρό αυτής της υπόθεσης; Η σύγκρουση έχει πάρει τέτοια μορφή που έχει οδηγήσει τους Γερμανούς που προπαγάνδιζαν το ομοσπονδιακό μοντέλο για την ΕΕ, να κρατούν αποστάσεις από αυτό και να γίνονται ένθερμοι υποστηρικτές του αυτοί που μέχρι τώρα το υπονόμευαν.

Σήμερα βρισκόμαστε στη φάση άρθρωσης των απειλών μεταξύ των δύο στρατοπέδων και του προσδιορισμού των διακριτών στόχων από αυτά. Και τα δύο είναι θολά για δύο λόγους: ο ένας συνδέεται με την σκόπιμη διπλωματική σύγχυση και ο άλλος με την εξειδικευμένη οικονομική discourse, την οποία ελάχιστοι έχουν την δυνατότητα να ερμηνεύσουν πολιτικά, καθώς σε κανένα σχολείο του κόσμου δεν διδάσκεται η σύνδεση της οικονομικής μεθοδολογίας με την διάρθρωση και άσκηση της εξουσίας σε μίκρο και μάκρο πολιτικό επίπεδο. Κανείς δεν θέλησε την εποχή της νεωτερικότητας να απομυθοποιήσει ευρύτερα την οικονομική δομή πλην του παραδοσιακού μαρξισμού, που εγκλωβίστηκε όμως στην πάλη των τάξεων και στρουκτουραλιστών που παγιδεύτηκαν στο μίκρο – επίπεδο.

Οι μετά – στρουκτουραλιστές δυστυχώς έμπλεξαν με φιλοσοφικά ζητήματα και… χάθηκαν, δίχως να μπορέσουν να εκμεταλλευτούν καινοτόμες προσεγγίσεις, όπως εκείνες των Rene Passet, Joseph Schumpeter, Anthony Downs, Ludwig Wittgenstein, Michel Foucault, Ernesto Laclau, Chantal Mouffe και κάποιων άλλων που ο σκοπός αυτού του σημειώματος δεν επιβάλλει να αναφέρουμε. Ασφαλώς υπήρξε και η σχολή των Νεογκραμσικών οι οποίοι έκαναν σοβαρά βήματα προς την σύνδεση ηγεμονίας – οικονομίας – πολιτικής, αλλά και αυτοί αγνόησαν την διπλωματία και το μίκρο – επίπεδο της αναπαραγωγής της εξουσίας σε παγκόσμιο επίπεδο. Αγνόησαν δηλαδή τις πολιτισμικές δομές της εξουσίας και της ισχύος.

Αυτή τη στιγμή η μάχη μεταξύ των δύο στρατοπέδων που σε αδρές γραμμές περιέγραψα, δίνεται στο πλαίσιο της ανίχνευσης των προθέσεων και της ικανότητας του αντιπάλου να προασπίσει τα συμφέροντα του. Η κεφαλαιακή ενίσχυση του ευρωπαϊκού μηχανισμού στήριξης που θεωρητικά θα επιτρέψει στις αδύναμες οικονομίες της ευρωζώνης να επαναγοράσουν κρατικά ομόλογα, μειώνοντας το κόστος δανεισμού, είναι μια βάση συναίνεσης μεταξύ των αντιμαχομένων, αλλά ο προσδιορισμός του τρόπου που θα μπορούσε να γίνει αυτό δημιουργεί νέες συγκρούσεις. Εάν επιτευχθεί συμφωνία ως προς τον λεγόμενο «μόνιμο μηχανισμό» να ξέρετε ότι αυτό θα είναι μια προσωρινή διευθέτηση, που θα αντανακλά ένα «stalemate» μεταξύ των αντιπάλων, όπως ακριβώς στο σκάκι. Θα είναι μια φαινομενική ανακωχή πριν την τελική αναμέτρηση που θα δοθεί στο επίπεδο της μείωσης του εμπορικού πλεονάσματος της Γερμανίας, με παράλληλη αύξηση της εσωτερικής της ζήτησης.

Αν οι Γερμανοί δέχονταν αυτή την προοπτική θα σήμαινε παράδοση άνευ όρων. Όχι μόνον δεν πρόκειται να ακολουθήσουν αυτή την οδό, αλλά μεταφέρουν το πρόβλημα στα μέλη της ΕΕ και στα επιμέρους τραπεζικά συστήματα, επιχειρώντας να επιβάλλουν αυτό που οι μέντορες του αμερικανοεβραϊκού λόμπι θα θεωρούσαν οικονομικώς ορθό: σύνδεση μισθών και συντάξεων με τον πληθωρισμό και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, υιοθέτηση νόμων που θα υποχρεώνουν τις κυβερνήσεις να παραμένουν προσηλωμένοι στους στόχους του Συμφώνου Σταθερότητας και θα προβλέπουν κυρώσεις σε περίπτωση παρέκκλισης με την παράλληλη εισαγωγή ενός αυστηρού φορολογικού πλαισίου, που θα εξαναγκάσει τα επιμέρους κοινωνικά μοντέλα να ευθυγραμμιστούν. Αν συμβεί όμως αυτό το χρηματοπιστωτικό λόμπι θα ηττηθεί πολιτικά από τα ίδια του τα οικονομικά όπλα, καθώς θα βγει από τη μέση, ενώ οι Τραπεζίτες θα μετατραπούν σε ικέτες των Γερμανών. Αξίζει στο σημείο αυτό να διακόψω τη σκέψη μου, επισημαίνοντας ότι αυτό που ζητούν ως «αντάλλαγμα» οι Γερμανοί και φαίνεται απολύτως λογικό και δίκαιο σε όλους τους νεοφιλελεύθερους, αποτελεί τον απόλυτο παραλογισμό και καταλήγει να αντιβαίνει στις αρχές της ΕΕ. Τούτο προϋποθέτει – για να είναι ορθολογικό – ότι όλες οι ευρωπαϊκές κοινωνίες βρίσκονται στην ίδια φάση ανάπτυξης και διαθέτουν τους ίδιους πόρους, την ίδια κουλτούρα, όμοια πολιτικά συστήματα και το ίδιο δυναμικό ισχύος γενικότερα. Αφού αυτό δεν συμβαίνει και δεν προβλέπονται διορθωτικοί μηχανισμοί αναδιανομής, οι μικροί θα δούλευαν ουσιαστικά για να αυξάνεται η ανταγωνιστικότητα και παραγωγικότητα των μεγάλων, ενδυναμώνοντας έτσι εμμέσως την Γερμανία, η οποία σε αυτή την περίπτωση δεν θα είχε κανένα πρόβλημα να συμβιβαστεί προσωρινά σε νομισματικά και εμπορικά ζητήματα με την Ουάσιγκτον, το Λονδίνο και την Fed. Με δύο λόγια στο επίπεδο της οικονομικής διπλωματίας, η σύγκρουση αναπτύσσεται με δυο διακριτές αλλά όχι διαφορετικές στην ουσία discourses, οι οποίες καταλήγουν πολιτικά η μία να υπερασπίζεται μια αυτόνομη ηγεμονία της Γερμανίας στην Ευρώπη, ενώ η άλλη καταλήγει να ξεσηκώνει τους επιμέρους ευρωπαϊκούς λαούς εναντίον αυτής της προοπτικής, προτείνοντας την υπαγωγή αυτής της ηγεμονίας σε μια υπέρ – ηγεμονία του χρηματοπιστωτικού λόμπι. Έτσι οι λαοί θα δεχθούν την τύχη τους υπομονετικά διότι θα ουδετεροποιηθεί η καταναγκαστική φύση της εξουσίας των Τραπεζιτών.

Μόνον που αυτό στην ουσία τσουρουφλίζει τα φτερά της γερμανικής μετά – βιομηχανικής τάξης, ακυρώνοντας μακροχρονίως την επένδυση που έκαναν στην ΕΕ.

Ουσιαστικά η στρατηγική της χρηματοπιστωτικής ελίτ υπονομεύει την πολιτική κεφαλαιοποίηση των κεντροευρωπαϊκών δυνάμεων των τελευταίων δεκαετιών και τους εξωθεί ή να τα «σπάσουν» με τους συμμάχους τους στην ΕΕ και να απομονωθούν ξανά – πράγμα που τους τρομάζει – ή να υποταχθούν στους ανθρώπους του «έξυπνου χρήματος» που δεν είναι άλλοι από αυτούς που υποστηρίζουν σήμερα την «έξυπνη διπλωματία», η οποία δεν διαφέρει σε τίποτε από αντίστοιχες πρακτικές που παρατηρεί ο μελετητής της οικονομικής διπλωματίας να αναπτύσσονται μεταξύ ΗΠΑ και Γερμανίας την περίοδο 1915-1918. Όταν η πλάστιγγα έγειρε υπέρ των πρώτων λόγω αντικειμενικών συνθηκών (πολεμικά αποτελέσματα) και ενός εξαιρετικού μυαλού που ήταν τότε Υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, τότε και μόνον τότε μπήκαν αυτές ενεργά στον πόλεμο με τα γνωστά αποτελέσματα, παρά την απόλυτη επιτυχία των Γερμανών στο ανατολικό μέτωπο. Οι Γερμανοί πρώτα ηττηθήκαν οικονομικά από τις ΗΠΑ και όχι από την ευρωπαϊκή Συμμαχία και μετά εξαναγκάστηκαν σε «τρελές» στρατιωτικές επιχειρήσεις που κατέληξαν στην τελική τους ήττα. Αυτό θέλουν να αποφύγουν αυτή την περίοδο, πιστεύοντας ότι θα μπορέσουν να βρουν μια ισορροπία που διπλωματικά μοιάζει με την ιδέα του Trotsky «no war, no peace». Έτσι σώθηκε ο Λένιν, αλλά έχασε η Ρωσία και αυτό είναι ένα ακόμη μάθημα για την γερμανική αστική τάξη.

Η ιδέα της αγοράς ομολόγων από τους ίδιους τους εκδότες τους μέσω του ευρωπαϊκού ταμείου χρηματοπιστωτικής σταθερότητας θα γονατίσει δια παντός τις αδύναμες κοινωνίες, όπως την ελληνική, ξεσηκώνοντας τους φτωχούς ευρωπαϊκούς λαούς εναντίον των Γερμανών, καθώς προϋποθέτει την εφαρμογή σκληρών μέτρων δημοσιονομικής πειθαρχίας που διαμορφώνουν τεράστιες ανισότητες εντός της ΕΕ. Κοινωνική απόκλιση μέσω της σύγκλησης πολιτικών, θα είναι το τελικό αποτέλεσμα. Αυτό αποτελεί βόμβα εναντίον του γερμανικού εγχειρήματος στην ΕΕ, γι’ αυτό και οι Γερμανοί θα προσπαθήσουν να εμπλέξουν και τα συμφέροντα του αμερικανοεβραικού λόμπι σε τούτο το παιχνίδι, ώστε αν ξεσηκωθούν οι λαοί να βγουν όλοι χαμένοι. Έτσι πιστεύουν ότι κανείς δεν θα επιδιώξει επίθεση με όλα τα μέσα και θα υπάρξει ειρήνευση δίχως… victory. Μόνον που νομίζω ότι εκτιμούν λάθος τις συγκυριακές επιδιώξεις του λόμπι της παγκόσμιας διακυβέρνησης. Εδώ που φτάσανε νομίζω ότι θα τραβήξουν την υπόθεση στα άκρα διαλύοντας την ΕΕ, αν οι Γερμανοί δεν κάνουν πολύ σοβαρές παραχωρήσεις. Μόνο έτσι θα επιτευχθεί η παγκόσμια διακυβέρνηση με τους δικούς τους όρους, που με οικονομικά μέσα μοιάζουν αδιαπραγμάτευτοι. Η προσωρινή και εύθραυστη συμμαχία ΗΠΑ – Κίνας – Ρωσίας δεν αφήνει στους Γερμανούς πολλά περιθώρια κινήσεων είναι αλήθεια αυτή την περίοδο, αλλά όλα ακόμη είναι ρευστά.

Η μόνη λύση που θα τους έβγαζε (τους Γερμανούς) από το αδιέξοδο στο ελληνικό «μέτωπο» – προσωρινά φυσικά – δίχως σοβαρές απώλειες, είναι αυτή που προτείνει ο πρόεδρος του Συνδέσμου Γερμανικών Βιομηχανιών (ΒDI) Χανς – Πέτερ Κάιτελ: «Μόνο μέσω μιας αναδιάρθρωσης μπορεί η Ελλάδα να απελευθερωθεί από την κρίση χρέους… αυτή μπορεί να είναι μόνον η αναδιάρθρωση με μέτρο. Οι πιστωτές, κάτοχοι ομολόγων της Ελλάδας το γνωρίζουν αυτό και έχουν ενσωματώσει από καιρό τις απώλειες… το πρόγραμμα αναδιάρθρωσης χρεών είναι προτιμότερο να ξεκινήσει σήμερα παρά αύριο». Αυτό είναι το σχέδιο που μπορεί να προσφέρει προσωρινό «stalemate» στους αντιμαχόμενους. Δυστυχώς αυτό δεν σημαίνει ότι το ελληνικό μέτωπο θα ειρηνεύσει δια παντός. Πάλι εδώ θα υπάρξει η επόμενη σύγκρουση με νέα θύματα μεταξύ των δύο – τρίτων της ελληνικής κοινωνίας. Βέλγιο του 1914-1918 κατάντησε η χώρα. Σύμφωνοι, τηρουμένων των αναλογιών! Στον τότε ρόλο των Γερμανών είναι η σημερινή γερμανική κυβέρνηση, ενώ στον ρόλο των Βρετανών οι Χρηματιστές. Ο ρόλος των Γάλλων είναι πολύ περιορισμένος. Αν πουλήσουν καμία… φρεγάτα θα είναι μάλλον ικανοποιημένοι. Ήδη ο Σαρκοζί μετά από πολλές παρεξηγήσεις πέτυχε να έρθει κοντά στον Ομπάμα και να απομακρυνθεί από την Μέρκελ! Ο ρόλος του καθεστώτος στην Ελλάδα είναι νομίζω πλέον σε όλους γνωστός και ο ρόλος του Γιώργου Παπανδρέου ακόμη γνωστότερος. Αν μέσα σε αυτό το κλίμα εχθροπραξιών έβρισκε και η κοινωνία των πολιτών τον ρόλο της θα μπορούσε κανείς να ελπίζει ότι θα ήταν δυνατόν να παρέμβει σε αυτό το ελεεινό παιχνίδι που θα σακατέψει την χώρα για πολλές δεκαετίες. Δεν είναι λύση αυτό που τείνουν να συμφωνήσουν Αμερικανοί και Γερμανοί. Δίχως σοβαρή απομείωση του χρέους (γύρω στο 70%) και αυτοδιακυβέρνηση με νέους δημοκρατικούς θεσμούς, μην περιμένετε προκοπή. Η θυσία των Ελλήνων δεν μπορεί να πιάσει τόπο στον βωμό ξένων και αλλότριων συμφερόντων.

 

Tags:

, , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Leave a Reply