Ένας γόνιμος δημόσιος διάλογος για την αντιμετώπιση της κρίσης

Του Δημήτρη Α. Γιαννακόπουλου

Δ. ΓιαννακόπουλοςΓια κάτι θα έπρεπε να είμαι ευτυχής. Είμαι και δεν το κρύβω. Ολοένα και περισσότεροι ώριμοι Έλληνες οι οποίοι διαφωνούν με τις απόψεις μου είτε από αριστερά, είτε από δεξιά, τις συζητούν δημοσίως, εντίμως και σοβαρά με επιχειρήματα και δεν τις προσπερνούν αβασάνιστα ή με λοιδορίες, που αποκαλύπτουν ένα τραγικά χαμηλό επίπεδο πολιτικής αντιπαράθεσης στην χώρα. Διαπιστώνω, σε προσωπικό επίπεδο, πως κάτι έχει αλλάξει και εύχομαι η διαπίστωση αυτή να μπορούσε να γενικευτεί.

Ολοένα και περισσότεροι σχολιάζουν και προχωρούν παραπέρα, αρθρώνοντας την δική τους προσέγγιση ειλικρινώς και καθαρά και ολοένα και περισσότεροι που συμφωνούν με την ανάγκη να υπάρξει ένα Εθνικό Σχέδιο αντιμετώπισης της κρίσης σε αυθεντική σοσιαλδημοκρατική βάση (πριν από την διαστροφή της μετά το 1970), στη θέση του Μνημονίου και της Δανειακής Σύμβασης με την τρόικα, καταλήγουν με μια ορθολογική ερώτηση: γιατί επιμένεις στην διαπραγμάτευση με τους θεσμούς της ΕΕ και την ελίτ της ευρωζώνης, προτού περάσουμε πιθανότατα σε εθνική πολιτική με εθνικό νόμισμα;

Αφού συμφωνείς πως με το σημερινό ευρώ η χώρα όχι μόνον βρίσκεται σε κοινωνικοοικονομικό αδιέξοδο, αλλά επιπλέον κινδυνεύει δια της Ευρωπροτεκτορατοποίησης που της έχει επιβληθεί να μεταβληθεί σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς ειδικών ζωνών υπερεκμετάλλευσης των εργαζομένων και των φυσικών πόρων, γιατί δεν υποστηρίζεις την άμεση έξοδο και την υιοθέτηση της δραχμής;

Τι είδους «φετίχ» είναι αυτό με τον ευρωπαϊσμό και την διατήρηση, σε άλλη ασφαλώς βάση δημοκρατική, της Ένωσης, σαν να μην ξέρεις την χιτλερική και φασιστική (πολιτική / discursive formation) καταγωγή του φαινομένου, και σαν να αγνοείς πώς δομήθηκε και από ποιους σε σύγχρονη πολιτικοοικονομική μορφή και με ποια χρηματοπιστωτική, εμπορική και διεθνοπολιτική λογική ή υπό ποια συμφέροντα;

Εντάξει, εσύ δεν πάσχεις από ευρω- φετιχισμό ως προς το νόμισμα, δεν είσαι εικονολάτρης/ευρωλάτρης, αλλά πώς θα πετύχουμε τον στόχο που διαπραγματεύεσαι σθεναρά, δίχως να γίνεις εικονοκλάστης/ευρωκλάστης;

Αν δεν παραχθεί μια ισχυρή «αντι-ευρώ» και υπέρ της δραχμής δημόσια αφήγηση, πώς θα συνειδητοποιήσει ο ελληνικός λαός το πρόβλημα στην σημερινή ελληνική κρίση και πώς θα ενθαρρυνθεί να ξεφύγει από το πρόστυχο ιδεολόγημα της κυβερνώσας ελίτ «πάση θυσία στο Ευρώ», το οποίο τον εγκλωβίζει σε ένα φαύλο κύκλο τριπλής οπισθοδρόμησης (οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής);

Όλα αυτά τα ερωτήματα, απαντώνται με μια σύντομη φράση: διότι, φίλοι, δεν δέχομαι ο στόχος να μεταβάλλεται σε μέσο και το μέσο σε στόχο. Δεν επιθυμώ δηλαδή να αναδειχθεί η δραχμή ως στόχος και ένα Εθνικό Σχέδιο – ως σύγχρονη, αυθεντική έκφραση της μορφής «Keynes- Beveridge» που περιέγραψα στο προηγούμενο σημείωμά μου – το μέσο για την επίτευξη αυτού του στόχου. Από την άλλη δεν θεωρώ πολιτικά έντιμο να καταστήσω την κρίση το μέσο για την εξυπηρέτηση του στόχου «επιστροφή σε εθνικό νόμισμα». Αυτό από μόνο του δεν λέει τίποτε.

Κάλλιστα θα μπορούσες να περάσεις στην δραχμή υπηρετώντας τον ελληνικό κορπορατισμό της διαπλοκής, τον μεταμοντέρνο κορπορατισμό της κεντροευρωπαϊκής ελίτ, τους χρηματιστές και με μια κουβέντα, όσους κερδοσκόπησαν οικονομικά και επωφελήθηκαν πολιτικά από την παράταιρη και τραγική επιλογή ένταξής μας στην ευρωζώνη – ιδιαίτερα μάλιστα με τον τρόπο που μεθοδεύτηκε και πραγματοποιήθηκε.

Ας προσέξουν μάλιστα οι φίλοι αντικαπιταλιστές και πατριώτες άλλων δημοκρατικών φορέων της πολιτικοποιημένης κοινωνίας των πολιτών πως πολύ εύκολα η καμπάνια υπέρ της αποχώρησης από την Ένωση με υιοθέτηση της δραχμής, ώστε να διασωθεί η χώρα από τον ολοκληρωτικό καπιταλισμό ή τον νεο-γερμανικό ζυγό, θα μπορούσε να καταλήξει σε μια χούντα στην Ελλάδα με φασιστική αφήγηση. Δηλαδή, σε ένα αυταρχικό, ολοκληρωτικό καθεστώς δεξιού προσανατολισμού, το οποίο με εθνικιστικά και ψευδο-αντικαπιταλιστικά συνθήματα εναντίον του «Τετάρτου Ράιχ», του χρηματοπιστωτικού λόμπυ, των προδοτών πολιτικών της μεταπολίτευσης του 1974 κλπ, θα ανασύσταινε το κράτος σε μια σφιχτή κορπορατική μορφή, ουσιαστικά υπέρ του πυρήνα της διαπλοκής: αυτού που έχω ορίσει πάμπολλες φορές ως πολιτικο-μεγαλοεπιχειρηματική τάξη της χώρας. Κάτι παρόμοιο έχει γίνει πολλές φορές στην ιστορία μετά από κρίσεις σαν την σημερινή στην Ελλάδα και πάντα στο γενικότερο πλαίσιο μιας δομικής καπιταλιστικής κρίσης. Μια ακόμη φάρσα εθνικοσοσιαλισμού ή στρατιωτικής χούντας δεν νομίζω πως θα ήταν κάτι «υγιές» ή «σωτήριο» για τον ελληνικό λαό. Από το γύψο της τρόικας δεν θα προτιμούσα τον γύψο κάποιας ντόπιας χούντας. Ούτε ποτέ θα δεχόμουν πως θα υπάρξει Έλληνας δημοκράτης που θα έμπαινε στον κόπο τέτοιων χυδαίων συγκρίσεων!

Πάνω στην πτώχευση του κράτους και στην φτωχοποίηση των λαϊκών και μεσαίων στρωμάτων κάνει πάρτι ο φασισμός και ο ναζισμός, στήνοντας ενίοτε και διακυβέρνηση, εκμεταλλευόμενος την αφήγηση και τον έντιμο αγώνα σοσιαλιστών, κομμουνιστών και άλλων, ριζοσπαστών της αριστεράς, εργατικών, αμεσοδημοκρατών, μη-ρατσιστών πατριωτών κλπ. Πάνω στην αγανάκτηση των πολιτών εναντίον μιας ξένης παρέμβασης που εξαθλιώνει τον λαό με όχημα τον χρηματοπιστωτικό στραγγαλισμό και τον εμπορικό αποκλεισμό, έχουν ευδοκιμήσει οι ισχυρότερες δικτατορίες! Και παρασιτώντας πάνω στον αριστερό αντικομφορμισμό, στην αντι-μπουρζουαδική ρητορεία, όπως και πάνω στην μαρξιστική διαλεκτική και στην λενινιστική θυματοποιητική αφήγηση, έχουν ανατείλει εθνικοσοσιαλιστικά καθεστώτα, εξαπατώντας τους εργαζόμενους, τους οποίους υποδούλωσαν στην χειρότερη μορφή κορπορατισμού, που προφασιζόταν αν όχι τον «σοσιαλισμό» σίγουρα την «σοσιαλδημοκρατία», αναθεματίζοντας ωστόσο τον Μαρξ και τον Κέυνς! Με περισσότερο γνωστά και συζητημένα, αν και όχι πιο χαρακτηριστικά στην θεωρία, παραδείγματα εκείνα των καθεστώτων των Μουσολίνι και Χίτλερ.

Όλη μου η προσέγγιση έδειξε πως η μορφή της ελληνικής κρίσης δεν μπορεί να απαντηθεί με κοινωνικό κριτήριο και ταυτόχρονα δημοκρατική παράσταση δίχως την εισαγωγή ενός «Keynes- Beveridge» συστήματος διακυβέρνησης, ως ολοκληρωμένο κοινωνικό και οικονομικό μοντέλο. Και αυτό στο βαθμό που δεχθούμε πως όροι και μεθοδολογία για μια σύγχρονη σοσιαλιστική επανάσταση δεν υφίστανται. Άρα, στόχος είναι η αυθεντική σοσιαλδημοκρατία που δεν μπορεί να ικανοποιηθεί από το μέσο «Ευρώ» (ως συνολικό πολιτικοοικονομικά θεσμικό καθεστώς ασφαλώς), όπως αυτό δομείται και λειτουργεί σήμερα. Ωστόσο η αντικατάσταση του Ευρώ από την Δραχμή δεν αλλάζει το κοινωνικοοικονομικό μοντέλο της Ελλάδας και τους πολιτικούς θεσμούς του κράτους, αυτόματα ή αυτονόητα. Όπως διαφορετικό πράγμα είναι να ξεκινήσεις την διαπραγμάτευσή σου στο πλαίσιο της ΕΕ, με δεδηλωμένο στόχο την αποχώρηση και την υιοθέτηση εθνικού νομίσματος και διαφορετικό να παρουσιάσεις ως στόχο ένα Εθνικό Σχέδιο σοσιαλδημοκρατικής δομής για πολιτικοοικονομική αναδιοργάνωση και κοινωνική ανασυγκρότηση με αναδιανομή από πάνω προς τα κάτω. Άλλο πράγμα είναι να λες «δεν με συμφέρει το Ευρώ, φεύγω» και άλλο «με παγιδεύσατε σε μια αντιλαϊκή και απολύτως αντιδημοκρατική στρατηγική, την οποία δεν προτίθεμαι να ακολουθήσω». «Δεν έχει πολιτική νομιμοποίηση». «Έχω Εθνικό καθαρά σοσιαλδημοκρατικό Σχέδιο, με το οποίο μπορώ καταρχήν να αντιμετωπίσω την μείζονα κοινωνική κρίση και μετά να στηριχθώ πάνω του για να κτίσω κοινωνικό κράτος δικαίου». «Αυτό με το Μνημόνιο και την Δανειακή Σύμβαση δεν συμβιβάζεται». «Δέχεστε να ενισχύσετε αυτό το μοναδικό σχέδιο αξιοπρεπούς επιβίωσης και αστικής αναδιοργάνωσης για την ελληνική κοινωνία ή όχι; Αν όχι, θα είναι σαν η διακυβέρνηση της ΕΕ να πετάει έξω την Ελλάδα, ζητώντας της να αυτοκαταστραφεί ως πολιτεία και κοινωνία, ή να υποδουλωθεί, ή μάλλον και τα δύο. Ζητώντας της την απόλυτη παράδοση της κυριαρχίας κράτους, λαού, και τον απόλυτο έλεγχο στο κεφάλαιο και στην διαχείριση των φυσικών πόρων».

Ε, αν ζητάει αυτά η διακυβέρνηση της ΕΕ, τότε η κρίση του Ευρώ σε συνδυασμό με την χρηματοπιστωτική κρίση στην Ελλάδα θα γίνει φανερό στους πάντες πως έχει άλλους στόχους πολιτικούς, πολιτικότατους και η παρέμβαση της τρόικας δεν έχει τον διακηρυγμένο οικονομικό στόχο, αλλά άλλον πολιτικά αποκρουστικό για ολόκληρο τον δημοκρατικό κόσμο. Αν πουν όχι στο Εθνικό Σχέδιο – που θα βασίζεται στο υπερεθνικό ευρωπαϊκό νόμισμα, το οποίο είναι και νόμισμα της Ελλάδας, η οποία βρίσκεται σε δεινή θέση και δεν μπορεί να παρακολουθήσει τις θεσμικές πρόνοιές του δίχως κοινωνική, ανθρωπιστική καταστροφή – θα σημαίνει πως η τρόικα βούλιαξε την χώρα, απορύθμισε τους θεσμούς και την αγορά και προκάλεσε πολεμικού χαρακτήρα κρίση στην κοινωνία με οικονομικά μέσα για να επιφέρει τραγικά για την Ελλάδα πολιτικά αποτελέσματα. Έτσι το πρόβλημα της κρίσης στην Ελλάδα, απομυθοποιείται και πολιτικοποιείται αντί να παραμένει στο επίπεδο της οικονομίας της αγοράς (αποπολιτικοποιείται) ή να εμφανίζεται ως ξέσπασμα εθνικισμού ή αντικαπιταλισμού ή αντιπολιτικού φασισμού.

Προσπαθήστε να κατανοήσετε τι υποστηρίζω, διότι μόνον έτσι θα προχωρήσουμε γόνιμα τον διάλογο σε προοδευτική κατεύθυνση. Ισχυρίζομαι πως η κρίση της Ελλάδας έλαβε αυτή την τροχιά επειδή δεν πολιτικοποιήθηκε από την αρχή. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει πως αγνοούμε τις οικονομικές σχέσεις. Το αντίθετο, τις τοποθετούμε στη κοινωνική δομή (και όχι αποκλειστικά στην αγορά) και επ΄ αυτής προσεγγίζουμε πολιτικά τις σχέσεις κεφαλαίου-εργασίας, Ελλάδας-θεσμών Ευρωζώνης. Δεν μιλούμε δηλαδή απλώς και περιορισμένα για οικονομική ανάπτυξη, ύφεση, επενδύσεις, ρευστότητα κλπ, αλλά για τις κοινωνικές και θεσμικές συνέπειες της στρατηγικής της τρόικας που προκύπτουν αντικειμενικά και ορθολογικότατα με ένα τραγικό τρόπο εις βάρος των Ελλήνων. Η αλλαγή του οικονομικού μίγματος αυτού του προγράμματος που αποτελεί Παρεμβατισμό Πρώτου Μεγέθους στην αγορά και στην πολιτεία, που δίχως υπερβολή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κατάληψη του Ελληνικού Κράτους, δεν προσφέρει κανενός είδους λύση. Απαιτείται ένα σοσιαλδημοκρατικό πρόγραμμα, ένας διαφορετικής αντίληψης (κοινωνικής και όχι αγοραίας) παρεμβατισμός που δεν μπορεί παρά να είναι Εθνικός. Αυτό θα έσωζε την ΕΕ στην συγκύρια και θα επέτρεπε («επέβαλε» καλύτερα) αναθεωρήσεις προς μια δημοκρατική Ένωση. Αντίθετα η επιμονή στο πρόγραμμα της τρόικας θα οδηγούσε σίγουρα στην μονιμοποίηση και ίσως διόγκωση της πολιτικής ανωμαλίας, η οποία θα κατέληγε σε μορφές βίαιης αντιπαράθεσης και στο τέλος διάλυσης, όχι απλώς της ούτως ή άλλως δύσκολα συντηρούμενης σε αυτή την μορφή Ευρωζώνης, αλλά της ίδιας της ΕΕ.

Και αυτό δεν είναι οπωσδήποτε, αυτονόητα καλό για την Ελληνική κοινωνία. Μπορεί ναι, μπορεί και όχι. Εξαρτάται από μεγάλο αριθμό εσωτερικών και εξωτερικών μεταβλητών. Σίγουρα μάλιστα δεν θα ήταν καλό να ξεκινήσει από την Ελλάδα και με δική μας πρωτοβουλία το ξήλωμα του «Ευρωπαϊκού πουλόβερ», υπό τις σημερινές μάλιστα συνθήκες. Αυτό θα ήταν πιθανόν θετικό μόνον υπό επαναστατικές συνθήκες με ώριμο επαναστατικό κίνημα και συμμαχίες. Υπό τις σημερινές, αντικειμενικές συνθήκες, ρεαλιστικά δεν είναι. Αν παρόλα αυτά η γερμανική κυβέρνηση πάρει την ευθύνη και αρνηθεί να υποστηρίξει ένα σοσιαλδημοκρατικό εθνικό πρόγραμμα, σαν και αυτό που έσωσε πολλές χώρες μετά τον πρώτο και τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, θα είναι ουσιαστικά, αντικειμενικά, αυτή υπεύθυνη και πολιτικά υπόλογη για την έξοδο της Ελλάδας και την διαλυτική κρίση στην Ένωση που θα ακολουθήσει. Τότε θα ξανασυζητήσουμε τι χαμός έχει να γίνει με το Ευρώ!

Προφανώς, η προσέγγιση αυτή δεν απαντά, τουλάχιστον ευθέως, στο οικονομικό ζήτημα με το Ευρώ στην Ελλάδα, έστω και αν δεχόταν η Γερμανία να εξαιρεθούμε για ένα μεγάλο διάστημα από τις δεσμεύσεις της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης, διατηρώντας υπό ειδικό καθεστώς το Ευρώ ως εθνικό νόμισμα. Είναι δύσκολο να μιλήσει επ’ αυτού κανείς εικοτολογώντας δίχως να έχει υπόψιν του συγκεκριμένες προτάσεις και αντιπροτάσεις για το ζήτημα.

Παρόλα αυτά αν το δεις στενά οικονομικά, προφανώς δεν μας συμφέρει το Ευρώ, όπως δεν μας επιτρέπουν οι σημερινοί θεσμοί που συνδέονται με αυτό να αναπτυχθούμε οικονομικά με παράλληλη κοινωνική πρόοδο. Τούτο ωστόσο είναι που πρέπει να αναδείξουμε πολιτικά και όχι με μοναδικό κριτήριο αυτό να κάνουμε πολιτική. Η μαγική χρηματιστηριακή εικόνα της περασμένης δεκαετίας έσβησε μαζί με το ξεφούσκωμα της «ισχυρής Ελλάδας». Η μετοχή Ελλάς ήταν μια μπλόφα, στην οποία όσοι στοιχημάτισαν «έξυπνα» κέρδισαν, οι υπόλοιποι μαζί με τον ελληνικό λαό που δεν στοιχημάτισε σε τίποτε έχασαν. Η πλάκα είναι πως το καθεστώς στην Ελλάδα εξομοιώνει αυτούς που έχασαν στοιχηματίζοντας με εκείνους που έκτισαν ένα σπιτάκι (ή τοποθέτησαν τον ιδρώτα τους σε ομόλογα του δημοσίου), το οποίο χάνει την αξία του, μειώνοντας τον πλούτο του νοικοκυριού, το οποίο επιπλέον αντί για οικονομική ενίσχυση σε αντιστοιχία με τον Τραπεζίτη, δέχεται και απανωτά χαράτσια! Αυτό, φίλοι, είναι όμως πολιτικό ζήτημα που αναδεικνύει την τραγικά άδικη κοινωνική διάσταση των κλασσικών οικονομικών της τρόικας και του ντόπιου καθεστώτος.

Επιμένω λοιπόν στην διαπραγμάτευση για παραμονή υπό ένα Εθνικό Σχέδιο «Keynes- Beveridge», ως εξαίρεση στην Ευρωζώνη, από μια αριστερή προφανώς κυβέρνηση, δίχως να είμαι βέβαιος πως αυτή η διαπραγμάτευση θα καρποφορήσει. Σε κάθε περίπτωση όμως η χώρα θα έχει αναδείξει πολιτικά το κοινωνικό πρόβλημα που προκάλεσε η στρατηγική της τρόικας και η γερμανική ηγεμονική πολιτική και επίσης θα έχει δομήσει διεθνή πολιτική νομιμοποίηση για να προχωρήσει μόνη της στην υιοθέτηση ενός νέου εθνικού νομισματικού συστήματος σε συνάφεια με τη νέα δημοσιονομική, παραγωγική και κοινωνική της πολιτική. Εξομολογούμαι πως η μεθοδολογία της προσέγγισής μου αυτής στηρίζεται σε έναν βαθύτερο στοχασμό που χαρακτηρίζει γενικότερα την πολιτική μου παρέμβαση στον δημόσιο διάλογο: επιχειρώ να μην αντικατασταθεί ή υποκατασταθεί η πολιτική αφήγηση με μια οικονομική ή οικονομίστικη αφήγηση, ή εθνικιστική ή στεγνά μοραλιστική (έστω και με την φιλοσοφική μορφή των ethics). Αυτό το σημείο θέλει προσοχή για την παραγωγή δημοκρατικής, πλουραλιστικής πολιτικής. Είναι επικίνδυνο για την ανάπτυξη δημοκρατικών θεσμών να κινείσαι με την πεποίθηση πως μπορεί να εξάγεις πολιτική θέση, λόγο, πρακτική και στρατηγική από τα οικονομικά. Είναι λάθος διότι έτσι παράγεται πολιτικός ηθικισμός, ολοκληρωτικός καπιταλισμός ή εθνικισμός και όχι πολιτική ηθική, η οποία να μπορεί να αντιδρά σε δύο κουλτούρες πολιτικής: στο «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» και στην αντιστροφή της σχέσης μέσου, σκοπού.

Με μια νέα προοδευτική πολιτικά ηθική θα μπορούσαμε να υπηρετήσουμε την ελληνική κοινωνία στην κρίση έξω από το δίλλημα «ευρώ η δραχμή», το οποίο δεν θα πρέπει να ξεχνούμε ή να παραβλέπουμε πώς ετέθη και από ποιους και σε ποια αντιδραστική πολιτική αφήγηση εντάχθηκε. Επαναφέροντας το ζήτημα εγκλωβίζεσαι σε αυτή την κυριαρχική στην ελληνική κοινή γνώμη πολιτική αφήγηση, καθώς από εκεί προέρχονται σήμερα τα μείζονα σημαινόμενα που καταλήγουν να κάνουν έστω εν μέρει, ανεκτό το χυδαιολόγημα «πάση θυσία στο ευρώ»!

Η στρατηγική που πρότεινα από την αρχή-αρχή της κρίσης αυτή την «discursive» παγίδα αποσκοπούσε να αποφύγει. Και την απέφυγε. Θα ήταν λάθος μου σήμερα να γλιστρήσω σε αυτήν. Και εύκολα θα μπορούσα να πέσω εκεί μέσα, μια και συμφωνώ απολύτως με όσους αναδεικνύουν την αδυναμία ανάπτυξης και προόδου της χώρας εντός της Ευρωζώνης.

 

Tags:

, , , , , , , , , , , , , , , ,

Leave a Reply