Εισήγηση Γ. Καραγιάννη στην Ολομέλεια της Βουλής για το νομοσχέδιο για τα Νωπά Προϊόντα

«Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ξεκινάει σήμερα στην Ολομέλεια, μετά το θετικό πρόσημο που προέκυψε σχεδόν ομόφωνα από τον γόνιμο διάλογο στις Επιτροπές, η συζήτηση ενός ιδιαίτερα σημαντικού νομοσχεδίου, που στηρίζει τον αγροτικό κόσμο και την πρωτογενή παραγωγή, βάζει τάξη στην αγορά σε ότι αφορά χρόνους πληρωμής και προστατεύει τον Έλληνα καταναλωτή.

Με το παρόν σχέδιο νόμου, που φέρει τον τίτλο «Διακίνηση και εμπορία νωπών και ευαλλοίωτων αγροτικών προϊόντων και άλλες διατάξεις», ρυθμίζονται χρόνια ζητήματα που έχουν να κάνουν με τις καθυστερήσεις στις πληρωμές νωπών προϊόντων, τις ελληνοποιήσεις, τον εκσυγχρονισμό του θεσμικού πλαισίου εκμετάλλευσης των ιχθυοτρόφων υδάτων της χώρας, τους αγροτικούς συνεταιρισμούς και άλλα μικρότερης εμβέλειας ζητήματα, που θα αναπτυχθούν διεξοδικά στη συνέχεια.

Στο κεφάλαιο Α’ του προτεινόμενου νομοσχεδίου ρυθμίζονται θέματα που αφορούν τις καθυστερήσεις πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές για νωπά και ευαλλοίωτα προϊόντα, όπως είναι τα νωπά κρέατα, πουλερικά, ψάρια και οι πρασινάδες. Η φύση των προϊόντων αυτών και ο μικρός κύκλος ζωής τους δεν αφήνουν περιθώρια μεγάλων καθυστερήσεων στην εξόφληση των σχετικών τιμολογίων. Η ενδεχόμενη δε εκ των υστέρων επίκληση από τον παραγωγό δικαστικά της καταχρηστικότητας των όρων πληρωμής – έτσι και αλλιώς δύσκολο να αποδειχθεί – δεν είναι ικανή να αποτρέψει το πρόβλημα.

Οι καθυστερήσεις στις πληρωμές των νωπών αγροτικών προϊόντων απασχόλησαν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή η οποία εξέδωσε την Οδηγία 7/2011. Η εν λόγω Οδηγία ενσωματώθηκε στις διατάξεις του ν. 4152/2013, αλλά στην πράξη κατέστη ανενεργός και μη αποτελεσματική, με συνέπεια να συνεχίζεται η δυσλειτουργία στην αγορά και να διογκώνεται το πρόβλημα στους παραγωγούς. Οι καθυστερήσεις των πληρωμών αυτών έχουν αρνητικές συνέπειες για τον παραγωγό, καθώς πλήττουν τη ρευστότητα και τις ταμειακές ροές του, περιπλέκουν την οικονομική του διαχείριση και θέτουν εμπόδια στην ανάπτυξή του. Όπως είναι φυσικό, το πρόβλημα γίνεται μεγαλύτερο για τις μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τις αντίστοιχες αγροτικές εκμεταλλεύσεις.

Από την εικοσιπενταετή εμπειρία μου στην αγορά και στον κλάδο των τροφίμων θεωρώ ότι δεν μπορεί ένα προϊόν με διάρκεια ζωής μόλις λίγων ημερών να πληρώνεται μετά από εκατόν είκοσι ημέρες χωρίς να υπολογίζονται στην παράμετρο αυτή τα λοιπά συμφωνηθέντα με τα μεγάλα σημεία πώλησης, που έχουν να κάνουν με επιστροφές, εκπτώσεις, προωθητικές ενέργειες, συμμετοχή σε φυλλάδια, πληρωμές ραφιών κ.λπ. Δεν είναι δυνατόν ο ανταγωνισμός μεταξύ των αλυσίδων που εντοπίζεται κυρίως στα νωπά και ευαλλοίωτα προϊόντα να μεταφέρεται με αυτές τις ασφυκτικές και άναρχες πιέσεις και πρακτικές στην παραγωγική βάση.

Η υπερβολική διόγκωση του κόστους διανομής ως βασικού συστατικού του μείγματος μάρκετινγκ ενός προϊόντος και οι πιέσεις στην τιμολογιακή του πολιτική, ιδίως μέσα σε συνθήκες κρίσης και προβλήματος ρευστότητας, γίνεται ωρολογιακή βόμβα στα επιχειρησιακά θεμέλια. Αναλογιστείτε τη διάσταση του προβλήματος στις πολύ μικρές επιχειρήσεις και ιδιαίτερα σε αυτές που πουλάνε νωπά και ευαλλοίωτα.

Αρκετές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως η Γαλλία, η Ιταλία, η Ισπανία και η Ρουμανία, με την ενσωμάτωση της Οδηγίας 7/2011 έχουν προχωρήσει σε σημαντικές μειώσεις χρόνου πληρωμής νωπών προϊόντων και στην επιβολή προστίμων για τη μη εφαρμογή και συμμόρφωση μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών. Ειδικά η Ρουμανία έχει καθιερώσει τον μικρότερο χρόνο πληρωμής σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση, που ανέρχεται στις επτά εργάσιμες.

Με τα παραπάνω δυσμενή δεδομένα κρίνεται επιβεβλημένη η θέσπιση ειδικής ρύθμισης σε ό,τι αφορά την προθεσμία πληρωμής νωπών και ευαλλοίωτων τροφίμων, η οποία ορίζεται στις εξήντα ημέρες, με ρητό αποκλεισμό της δυνατότητας συμβατικής υπέρβασης του χρόνου πληρωμής και με ιδιαίτερη πρόβλεψη διοικητικών κυρώσεων. Τα πρόστιμα αρχικά επιβάλλονται επί της αξίας του τιμολογίου και αφορούν ανάλογα και τους δύο συμβαλλόμενους.

Στόχος των προτεινομένων διατάξεων είναι η αποκατάσταση της δίκαιης ισορροπίας μεταξύ παραγωγών και εμπόρων και η εξάλειψη των αδικαιολόγητων καθυστερήσεων στις πληρωμές όλων των νωπών και ευαλλοίωτων προϊόντων της αγροτοδιατροφικής αλυσίδας.

Στο Κεφάλαιο Β’ του παρόντος σχεδίου νόμου ρυθμίζονται θέματα που αφορούν την υποχρεωτική αναγραφή προέλευσης για το γάλα, τα παραγόμενα γαλακτοκομικά προϊόντα και το κρέας. Θεσμοθετείται η υποχρεωτική επισήμανση προέλευσης για το γάλα τόσο στις συσκευασίες γάλακτος όσο και στα γαλακτοκομικά προϊόντα. Το αντίστοιχο θα ισχύσει για το κρέας.

Με τον τρόπο αυτόν γίνεται ένα πρώτο, μεγάλο βήμα στην αντιμετώπιση του προβλήματος των ελληνοποιήσεων και ικανοποιείται ένα δίκαιο αίτημα του κτηνοτροφικού κόσμου της χώρας για την πάταξή τους. Ο συνδυασμός, δε, σήμανσης προέλευσης και ενός ολοκληρωμένου συστήματος ιχνηλασιμότητας – από τον στάβλο στο πιάτο – σε εθνικό επίπεδο που θα παρακολουθεί και θα ελέγχει τα ισοζύγια γάλακτος και κρέατος θα καταστεί ασπίδα προστασίας για τον Έλληνα κτηνοτρόφο και τον Έλληνα καταναλωτή.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο κλάδος της κτηνοτροφίας έχει ιδιαίτερη σημασία για την αγροτική οικονομία, την περιφερειακή ανάπτυξη και την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Απασχολεί περίπου πεντακόσιες χιλιάδες άτομα, παράγει εξαιρετικής ποιότητας προϊόντα, πολλά από αυτά ΠΟΠ., στηρίζει τη μεταποίηση – πεντακόσια τυροκομεία – προσφέρει εκατοντάδες θέσεις εργασίας και δίνει ζωή στις ορεινές και μειονεκτικές περιοχές της πατρίδας μας.

Δυστυχώς, σήμερα η χώρα μας είναι ελλειμματική στα περισσότερα κτηνοτροφικά είδη. Εισάγουμε το 65% του αγελαδινού γάλακτος, το 85% του βόειου κρέατος, το 65% του χοιρινού και έχει ήδη αρχίσει να υπάρχει πρόβλημα και στον χώρο των πουλερικών. Οι εισαγωγές αυτές ξεπερνούν τα 2,5 δισεκατομμύρια τον χρόνο, με ότι αυτό συνεπάγεται στο εμπορικό ισοζύγιο της χώρας. Παράλληλα, οι κατά καιρούς διατροφικές κρίσεις, οι συμφωνίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τρίτες χώρες και η σημερινή κρίσιμη περίοδος για την ευρωπαϊκή κτηνοτροφία δεν επιτρέπουν εφησυχασμό και αδράνεια. Επιβάλλεται η θέσπιση μέτρων και πολιτικών τόσο για τη βελτίωση του βαθμού αυτάρκειας της χώρας όσο και για την προστασία της ελληνικής κτηνοτροφίας και των παραγόμενων προϊόντων, ειδικά της φέτας.

Το παρόν σχέδιο νόμου έρχεται να καλύψει σε ικανοποιητικό βαθμό τις παραπάνω ανάγκες. Ειδικότερα, η υποχρεωτική επισήμανση της προέλευσης γάλακτος περιλαμβάνει τη χώρα αρμέγματος, τη χώρα επεξεργασίας και τη χώρα συσκευασίας. Ανάλογα με τις τρεις αυτές προελεύσεις θα υπάρχει και η σχετική σήμανση. Η δε αναγραφή των ενδείξεων είναι σύννομη του Κανονισμού 1169/2011 της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με τον τρόπο αυτόν προστατεύεται ο Έλληνας καταναλωτής από τις παράνομες ελληνοποιήσεις, στηρίζεται το εισόδημα των κτηνοτρόφων, δημιουργούνται ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα στην παραγωγή επώνυμων προϊόντων υψηλής διατροφικής αξίας και ποιότητας και ενισχύεται το εθνικό brand name των γαλακτοκομικών μας προϊόντων στη διεθνή αγορά.

Με την αντίστοιχη ρύθμιση που αφορά το κρέας επιτυγχάνεται η δημιουργία ενός ολοκληρωμένου συστήματος επισήμανσης και πληροφόρησης του καταναλωτή, με κανόνες ιχνηλασιμότητας σε όλα τα στάδια της παραγωγής και διανομής, από τη σφαγή μέχρι τη συσκευασία, για να εξασφαλίζεται ο συσχετισμός μεταξύ του κρέατος και του ζώου από το οποίο προέρχεται.

Ένας παράγοντας που δημιουργεί ευνοϊκές συνθήκες για τις ελληνοποιήσεις – και αυτό επισημάνθηκε και στην ακρόαση των φορέων – είναι το γεγονός ότι δεν γνωρίζουμε επακριβώς τον αριθμό των εκτρεφόμενων ζώων, ιδίως των βοοειδών. Η επέκταση της ιχνηλασιμότητας, οι αυστηρότατοι έλεγχοι, η ηλεκτρονική καταχώριση διακίνησης ζώων, η στελέχωση σφαγείων και τελωνείων, ο έλεγχος ισοζυγίων γάλακτος και κρέατος είναι σημαντικά επίδικα προστασίας του Έλληνα κτηνοτρόφου και καταναλωτή.

Εδώ και πολλά χρόνια, ο Ευρωπαίος καταναλωτής μπορούσε με ένα απλό scanner στο σημείο πώλησης τυποποιημένου κρέατος στα σούπερ μάρκετ να έχει πλήρη εικόνα του προϊόντος που αγόρασε. Η πληροφορία ξεπερνούσε κατά πολύ το αυτονόητο αναγραφής της χώρας εκτροφής ή καταγωγής του ζώου και περιείχε λεπτομέρειες που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν υπερβολικές. Όμως, αυτό το σύστημα ιχνηλασιμότητας με ένα απλό barcode χτίζει καταναλωτική εμπιστοσύνη, στηρίζει τον παραγωγό, βοηθά τον υγιή ανταγωνισμό και χτυπά ακαριαία φαινόμενα και πρακτικές αθέμιτου ανταγωνισμού, όπως είναι το πρόβλημα των ελληνοποιήσεων, ένα πρόβλημα που έχει καταστεί καρκίνωμα και πρέπει άμεσα να αφαιρεθεί για τους παρακάτω λόγους.

Πρώτον, αποσαρθρώνει την εθνική παραγωγική βάση και την αγροτική οικονομία. Δεύτερον, στηρίζει και ανατροφοδοτεί ένα μεγάλο κύκλωμα πλαστών και εικονικών τιμολογίων, παραοικονομίας και μαύρου χρήματος. Τρίτον, δημιουργεί κυκλώματα διαφθοράς στο Δημόσιο. Τέταρτον, παραπλανεί τον Έλληνα καταναλωτή. Πέμπτον, αφαιρεί έσοδα από το Δημόσιο. Έκτον, πιέζει ασφυκτικά τις τιμές γάλακτος, ειδικά του πρόβειου -και βλέπουμε τι γίνεται σήμερα- και έβδομον εμποδίζει την αναπτυξιακή προσπάθεια και υποθηκεύει, με το χειρότερο τρόπο, το μέλλον των ΠΟΠ προϊόντων μας, ειδικά της φέτας.

Δράττομαι της ευκαιρίας απ’ αυτό το Βήμα να εκφράσω για ακόμη μια φορά την αγωνία μου για το εθνικό μας προϊόν, ιδίως μετά τις συμφωνίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τρίτες χώρες. Η απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων το 2005, πρέπει να γίνει σεβαστή και να αποτελέσει τη βάση χάραξης της νέας εθνικής στρατηγικής για τη φέτα. Έχουμε χρέος να προστατέψουμε την εθνική μας κληρονομιά και παράδοση και να αποδείξουμε στη διεθνή κοινότητα, ότι δεν υπάρχουν ούτε κεκτημένα δικαιώματα ούτε κοινές χρήσεις ονομάτων, όπως ορίζουν τα ψιλά γράμματα των συμφωνιών. Η φέτα είναι μια και ελληνική!

Σε ότι αφορά το κεφάλαιο Γ’, αυτό συγκροτείται από τις παρακάτω ρυθμίσεις: Η πρώτη αφορά τροποποίηση διατάξεων του ν. 420/1970 (άρθρο 10), όπου με το προτεινόμενο άρθρο επιχειρείται ο εκσυγχρονισμός του θεσμικού πλαισίου εκμετάλλευσης των ιχθυοτρόφων υδάτων της χώρας. Από τη δεκαετία του ’90 έχει διαπιστωθεί σημαντική μείωση τόσο της αλιευτικής παραγωγής των εσωτερικών υδάτων, όσο και των απασχολούμενων στις λιμνοθάλασσες και τις λίμνες, κυρίως λόγω περιβαλλοντικών πιέσεων. Η αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου επιβάλλεται από το γεγονός ότι τα ύδατα αυτά αποτελούν παραγωγικά συστήματα, διεθνώς προστατευμένα, με παραδοσιακές αλιευτικές εκμεταλλεύσεις και εξαγωγή αλιευμάτων υψηλής βιολογικής αξίας και ποιότητας, με εξαγωγικό προσανατολισμό, όπως είναι το αυγοτάραχο Μεσολογγίου και η γαρίδα Αμβρακικού.

Αυτές οι ρυθμίσεις αποκτούν επείγοντα χαρακτήρα, διότι πέρα από την ένταση των προβλημάτων σχετίζονται με τη δυνατότητα αξιοποίησης των ευκαιριών που παρέχονται από τα επιχειρησιακά προγράμματα που αφορούν την εντατική ιχθυοκαλλιέργεια, τις λιμνοθάλασσες και τα εσωτερικά ύδατα. Αναφέρομαι στα μέτρα του «Επιχειρησιακού Προγράμματος Αλιείας 2014-2020».

Οι στόχοι της σχετικής ρύθμισης είναι πρώτον η εξυγίανση της λειτουργίας των μισθωτών αλιευτικών συνεταιρισμών, δεύτερον η οχύρωση της βιωσιμότητας των αλιευτικών εκμεταλλεύσεων και τρίτον, η διευκόλυνση υλοποίησης των αναγκαίων παρεμβάσεων στις δημόσιες εγκαταστάσεις υποστήριξης των δημόσιων ιχθυοτροφείων.

Η δεύτερη ρύθμιση – άρθρο 11 του Κεφαλαίου Γ’ – αφορά τροποποίηση διατάξεων του ν. 3955/2011. Με το προτεινόμενο άρθρο, η Διεύθυνση Γεωργικών, Ζωικών, Kτηνιατρικών και Αλιευτικών Ελέγχων του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων ορίζεται ως η αρμόδια Αρχή για τη διαχείριση του Μητρώου.

Η τρίτη ρύθμιση – άρθρο 12 – αφορά τροποποιήσεις του ν. 2637/1998 σχετικά με τον αριθμό μελών του ΔΣ του ΟΠΕΚΕΠΕ.

Η τέταρτη ρύθμιση – άρθρο 13 – τροποποιεί διατάξεις του ν. 4384/2016, σχετικά με τους συνεταιρισμούς.

Η αλήθεια είναι ότι η όποια συζήτηση περί συνεταιρισμών είναι εξ ορισμού στενάχωρη, λόγω των γνωστών παθογενειών, στις οποίες δεν έχω καμία πρόθεση να αναφερθώ. Οφείλουμε, όμως, να αποκαταστήσουμε όλοι μαζί τη χαμένη τιμή του συνεργατισμού στη χώρα μας και να μην επιτρέψουμε άλλη φορά να συμβούν τα ίδια που αμαύρωσαν τον χώρο της κοινωνικής οικονομίας στην Ελλάδα.

Έχουμε χρέος απέναντι στον αγροτικό κόσμο να ανοίξουμε όλους τους φακέλους της ντροπής, από τις παράνομες χρηματοδοτήσεις της ΑΤΕ, μέχρι την κατασπατάληση ευρωπαϊκών κονδυλίων από συνεταιρισμούς – σφραγίδες και αμαρτωλές διοικήσεις συνεταιριστικών οργανώσεων που άφησαν πίσω τους κουφάρια και διέλυσαν την παραγωγική βάση της χώρας.

Οι νέοι και σύγχρονοι συνεταιρισμοί, θα πρέπει να λειτουργούν με καθαρά ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, να θεσπίσουν αυστηρούς εσωτερικούς ελέγχους, να προστατεύσουν τα συμφέροντα των παραγωγών – μελών και το κύρος του συνεργατισμού, σύμφωνα με τις αρχές του Μάντσεστερ.

Η τακτοποίηση του μητρώου και του άρθρου 13, που τροποποιεί τις διατάξεις του ν.4384/2016, σχετικά με τη διάθεση του ενεργητικού τους μέσω του ΟΔΙΑΓΕ, νοικοκυρεύει τους συνεταιρισμούς και περισώζει στοιχεία του ενεργητικού τους, απαραίτητα για την παραγωγική ανασυγκρότηση. Η δε εκπροσώπησή τους σε περιφερειακό επίπεδο είναι απολύτως συμβατή με την υφιστάμενη συγκυρία και τη διαχείριση πόρων από το ΠΑΑ 2014-2020, από τις περιφέρειες και βρίσκει θετική ανταπόκριση από το συνεταιριστικό χώρο.

Η προτεινόμενη τροπολογία – προσθήκη ρυθμίζει επιγραμματικά θέματα του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων σχετικά με την επαγγελματική εκπαίδευση υποψηφίων κρεοπωλών και εκδοροσφαγέων, με τη συνέχιση μέχρι το 2018 του προγράμματος περισυλλογής νεκρών ζώων, με τις προϋποθέσεις λιανικής πώλησης γεωργικών φαρμάκων, με τη διατήρηση της υδατοκαλλιεργητικής δραστηριότητας σε εσωτερικά ύδατα, λίμνες, ποτάμια, λιμνοθάλασσες που είναι ενταγμένα σε καταφύγια άγριας ζωής, με την επέκταση της αρμοδιότητος του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ στον έλεγχο της αγοράς ζωικών προϊόντων για το σύστημα «Άρτεμις», με τη δυνατότητα που δίνεται στο Μπενάκειο και τον ΕΦΕΤ να συμμετέχουν σε ερευνητικά προγράμματα της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας, με την υλοποίηση συστάσεων που αναφέρονται στην εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ, με τον διαχωρισμό αγορών – παραγωγών συμβατικής και βιολογικής γεωργίας.

Κλείνοντας, επιτρέψτε μου να σημειώσω ότι ο αγροτικός κόσμος, και ειδικά οι νέοι αγρότες, στέκονται αρωγοί στη μεγάλη προσπάθεια παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας, με την παραγωγή επώνυμων προϊόντων υψηλής διατροφικής αξίας και ποιότητας που μπορούν να σταθούν επάξια στη διεθνή αγορά.»

 

Tags: