Η αναβολή πληρωμών

Γράφει ο Βασίλης Βιλιάρδος

Το σχέδιο Σόιμπλε επανήλθε στην επικαιρότητα, ενώ οι διαρθρωτικές αλλαγές δεν πρόκειται να βοηθήσουν, όσο η Ελλάδα είναι θαμμένη κάτω από το βουνό του χρέους – οπότε βρισκόμαστε ξανά απροετοίμαστοι απέναντι σε κρίσιμα διλλήματα, με πολύ λιγότερα εφόδια από το παρελθόν.

«Ο υπουργός εξωτερικών της Ρωσίας είναι ένας από τους πιο έμπειρους διπλωμάτες του πλανήτη – ενώ διαθέτει καταπληκτική ευγλωττία και αναλυτικό μυαλό, παραμένοντας εξαιρετικά πνευματώδης. Ως εκ τούτου δεν θεωρείται παράδοξο το ότι, κατά τη διάρκεια μίας συνέντευξης του στο αμερικανικό CNN, αναστάτωσε κυριολεκτικά τη διάσημη δημοσιογράφο του, απαντώντας στην εξής ερώτηση της: «Πιστεύετε πως οι Η.Π.Α., με την υποψηφιότητα του Donald Trump, βιώνουν μία ανόητη κατάσταση;» (Pussy RiotMoment).

Ο Ρώσος, αφού καθυστέρησε για λίγο λέγοντας πως τα αγγλικά δεν είναι η μητρική του γλώσσα, απάντησε με το παρακάτω δριμύτατο «λογοπαίγνιο-χαρακτηρισμό» της εκλογικής καμπάνιας, χωρίς να διστάσει καθόλου:«Υπάρχουν τόσο πολλοί ανόητοι στην προεκλογική σας εκστρατεία και στις δύο πλευρές, οπότε προτιμώ να μην το σχολιάσω καθόλου» (There are so many pussies around your presidential campaign on both sides that I prefer not to comment)».

Ανάλυση

Αναφέραμε το παραπάνω χαρακτηριστικό απόσπασμα της συνέντευξης του Ρώσου υπουργού επειδή θεωρούμε ότι, η μακροπρόθεσμη επίλυση του ελληνικού προβλήματος, ανεξάρτητα από τον όποιο τρόπο θα επιλεγόταν (στάση πληρωμών εντός της Ευρωζώνης με στόχο τη διαγραφή ενός μεγάλου μέρους του χρέους με την ταυτόχρονη διεξαγωγή ευρωπαϊκών επενδύσεων, επιστροφή σε ένα εθνικό νόμισμα με την άρνηση της πληρωμής των οφειλών μας κοκ.), θα είχε ένα μεγάλο πρόβλημα που δεν απέχει πολύ από το αμερικανικό: το «πολιτικό προσωπικό» της χώρας, η οποία ευρίσκεται σε μία από τις χειρότερες στιγμές της ιστορίας της από οικονομικής, εθνικής (άμυνα, μεταναστευτικό), κοινωνικής και πολιτισμικής πλευράς. Ταυτόχρονα έχει υποστεί τεράστιες ζημίες, αφενός μεν από το έγκλημα των μνημονίων, αφετέρου από την άθλια διαχείριση της εκ μέρους όλων των κυβερνήσεων.

Ειδικά όσον αφορά την «πολιτική διαχείριση» της χώρας, αρκεί ίσως να αναφέρουμε τα εξής:

(α)  Ο κ. Παπανδρέου με τους επιτελείς της κυβέρνησης του, αφού εξευτέλισε και κακοποίησε την Ελλάδα μεθοδικά, δηλώνοντας πως οι Έλληνες είναι διαφθαρμένοι, φοροφυγάδες κλπ., δημιούργησε όλες τις προϋποθέσεις για να καταλήξει στα νύχια του ΔΝΤ –  έχοντας πριν ακόμη εκλεγεί αυτόν ακριβώς το στόχο, είτε ενδοτικά, είτε από απλή ανοησία, θεωρώντας πως θα τον βοηθούσε στην αποτελεσματική διακυβέρνηση της χώρας, είτε για οποιονδήποτε άλλο λόγο.

(β)  Ο κ. Σαμαράς, αλλάζοντας ευτυχώς πολιτική το τελευταίο εξάμηνο της θητείας του, κατάφερε να επιστρέψει η χώρα σε ανάπτυξη – αναιμική μεν, αλλά πραγματική. Μέχρι εκείνη την εποχή υπήρχε η δυνατότητα εξυπηρέτησης του χρέους χωρίς ονομαστική διαγραφή – αφού έφτανε η επιμήκυνση του για πενήντα ή περισσότερα χρόνια, την οποία του είχε υποσχεθεί η Γερμανία, με τα σημερινά μηδενικά επιτόκια της ΕΚΤ, αρκεί βέβαια να σταματούσε η πολιτική λιτότητας.

Ως εκ τούτου ήταν υποχρεωμένος να δηλώνει πως το χρέος ήταν βιώσιμο – αφού διαφορετικά αφενός μεν οι τράπεζες θα αντιμετώπιζαν μεγάλα προβλήματα, αφετέρου δεν θα μπορούσε η ΕΚΤ να βοηθήσει την Ελλάδα, μεταξύ άλλων με την υπαγωγή της στο QE όπως συνέβη με την Ιταλία, οπότε δεν θα τη δάνειζαν οι αγορές. Εν τούτοις, από τη μία πλευρά δεν τήρησε την υπόσχεση της η Γερμανία, ενώ από την άλλη ανετράπη η κυβέρνηση του – σε μεγάλο βαθμό λόγω των δικών του μεγάλων πολιτικών λαθών.

(γ)  Η σημερινή κυβέρνηση ανέλαβε την εξουσία, έχοντας ουσιαστικά εκφράσει προεκλογικά την πρόθεση της ρήξης με τους πιστωτές, αντί την αποδοχή του αργού θανάτου της χώρας – δηλώνοντας επίσημα πως είναι χρεοκοπημένη και φτάνοντας έως το δημοψήφισμα. Στη συνέχεια όμως, ο πρωθυπουργός δεν σεβάσθηκε την ετυμηγορία της πλειοψηφίας των Ελλήνων – με αποτέλεσμα να οδηγηθεί η Ελλάδα στον απόλυτο εξευτελισμό και στην καταστροφή του τρίτου μνημονίου, με όλα όσα το ακολούθησαν (αφελληνισμός των τραπεζών, ζημίες του κράτους άνω των 40 δις €, απώλεια της δημόσιας περιουσίας με την υπαγωγή της στο Υπερταμείο, λεηλασία της ιδιωτικής περιουσίας κοκ.).

Στα πλαίσια αυτά ο Γιάννης (είτε με ένα «ν», είτε με δύο, ο Γιάννης είναι πάντα Γιάννης), ο οποίος παρέμεινε πιστός στην αρχική στρατηγική της σύγκρουσης, δεν μπορεί να κριθεί ούτε θετικά, ούτε αρνητικά – αφού δεν ολοκληρώθηκε το σχέδιο. Θα ήταν ουσιαστικά σαν να θέλαμε να αξιολογήσουμε τη στρατηγική μίας πολεμικής σύγκρουσης, χωρίς να έχει εφαρμοσθεί στην πράξη – ενώ, εάν πριν ακόμη συμβεί ο στρατός υποχωρούσε, θα ήταν βέβαιη η τελική συντριβή του, ανεξάρτητα από το σχέδιο μάχης.

Περαιτέρω, όσον αφορά γενικότερα τη στάση ή αναβολή πληρωμών εκ μέρους κάποιας υπερχρεωμένης χώρας, έτσι ώστε να υποχρεωθούν οι πιστωτές να συζητήσουν τον περιορισμό των απαιτήσεων τους, αφού διαφορετικά θα κινδύνευαν να τα χάσουν όλα, υπενθυμίζουμε τα εξής:

Ελεγχόμενη κρατική χρεοκοπία

Μία τέτοια διαδικασία, με αποφασισμένους νομικούς κανόνες, δεν υπάρχει – ενώ εντός της Ευρωζώνης λείπουν τόσο οι προϋποθέσεις, το νομικό πλαίσιο δηλαδή, όσο και η εμπειρία. Μέχρι σήμερα δεν υπήρξε κάτι ανάλογο, ενώ δεν προβλέπεται από τις ευρωπαϊκές συμβάσεις – οπότε θα έπρεπε να συμφωνήσουν οι κυβερνήσεις των κρατών μελών, όσον αφορά τους κανόνες που θα διέπουν μία τέτοια διαδικασία (κάτι που μάλλον έχει ήδη προετοιμάσει η Γερμανία).

Σε γενικές γραμμές τώρα, μία πτώχευση λειτουργεί με το ίδιο πάντοτε σχήμα: Ο οφειλέτης, αυτός που χρωστάει χρήματα δηλαδή, από μία ορισμένη χρονική στιγμή και μετά δεν μπορεί να εκπληρώσει τις χρηματοπιστωτικές του υποχρεώσεις – θεωρούμενος ως εκ τούτου αφερέγγυος. Στη συνέχεια οι πιστωτές του, αυτοί που του έχουν δανείσει χρήματα, προσπαθούν να εισπράξουν τις απαιτήσεις τους με κάθε τρόπο – ή δυνατόν εξ ολοκλήρου.

Στον ιδιωτικό τομέα, σε μία τέτοια περίπτωση, υπεισέρχεται στη διαδικασία ο σύνδικος πτώχευσης – σκοπός του οποίου είναι είτε να επαναφέρει τη φερεγγυότητα του οφειλέτη, «εξυγιαίνοντας» τον, είτε να διακανονίσει τις απαιτήσεις των δανειστών. Ελεγχόμενα όμως, με τάξη δηλαδή, εκποιώντας τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη – μοιράζοντας τα έσοδα δίκαια στους δανειστές του και κλείνοντας την επιχείρηση.

Επειδή όμως μία χώρα δεν είναι επιχείρηση, οπότε δεν μπορεί να υποχρεωθεί στην εκποίηση των περιουσιακών της στοιχείων, ούτε να κλείσει, ο στόχος της ελεγχόμενης χρεοκοπίας της δεν είναι άλλος, από την επαναφορά της φερεγγυότητας της – με τη βοήθεια της εξυγίανσης της οικονομίας της.

Μεταξύ άλλων με την ονομαστική διαγραφή του δημοσίου χρέους της, όπου οι δανειστές της οφείλουν να χάσουν (αποσβέσουν) εκείνο το μέρος των απαιτήσεων τους, το οποίο είναι αδύνατον να αποπληρωθεί – έτσι ώστε το εναπομένον χρέος να είναι βιώσιμο, χωρίς να κινδυνεύει η χώρα να χρεοκοπήσει ξανά (κάτι που προφανώς δεν συνέβη με την Ελλάδα το 2011, αφού την οδήγησε στο γκρεμό).

Η χρεοκοπία της Ελλάδας

Με τον ίδιο τρόπο, όπως δηλαδή συνηθίζεται όταν πτωχεύει μία επιχείρηση, η Ελλάδα θα έπρεπε να καθίσει μαζί με τους δανειστές της, έτσι ώστε να βρεθεί μία δυνατότητα ανάκτησης της φερεγγυότητας της. Επομένως με τα κράτη της Ευρωζώνης, με το EFSF, με την ΕΚΤ, με το ΔΝΤ, καθώς επίσης με τους ιδιώτες επενδυτές – οι οποίοι φαίνονται στο γράφημα που ακολουθεί, με πηγή την ΕΛΣΤΑΤ, το ΔΝΤ, την Κομισιόν και το Υπουργείο Οικονομικών.

181

Περαιτέρω, επειδή στην περίπτωση της χρεοκοπίας ενός κράτους δεν υπάρχει ο θεσμός του συνδίκου πτώχευσης, ο συνομιλητής των δανειστών είναι υποχρεωτικά ο ίδιος ο «διευθυντής της επιχείρησης» – η κυβέρνηση δηλαδή. Στόχος της είναι προφανώς να μειώσει όσο περισσότερο μπορεί τις απαιτήσεις των δανειστών – ενώ η θέση της είναι πολύ πιο ισχυρή, σε σχέση με μία επιχείρηση του ιδιωτικού τομέα, αφού ένα κυρίαρχο κράτος πληρώνει μόνο αυτά που πιστεύει το ίδιο ότι μπορεί και πρέπει να πληρώσει.

Οι κατασχέσεις, όπως στην περίπτωση των ιδιωτών, αποκλείονται σε μεγάλη έκταση – ενώ η βασική φροντίδα της κυβέρνησης της χώρας πρέπει να είναι η εξασφάλιση της μελλοντικής της χρηματοδότησης από τις αγορές. Στα πλαίσια αυτά, θα πρέπει να επιτύχει αφενός μεν τη μείωση του δημοσίου χρέους της χώρας της σε επίπεδα που θα εξασφαλίζουν την εμπιστοσύνη των αγορών, όσον αφορά τη μελλοντική φερεγγυότητα της (80-90% του ΑΕΠ), αφετέρου την έγκαιρη εξυπηρέτηση των υφισταμένων δανειστών της, μετά τη διαγραφή και το διακανονισμό – έτσι ώστε να οικοδομηθούν στο μέλλον σωστές σχέσεις μαζί τους.

Τα αποτελέσματα της χρεοκοπίας

Όταν ένα κράτος χρεοκοπεί, ενδεχομένως χωρίς τη συμφωνία των δανειστών του, όταν προβαίνει σε μονομερή στάση πληρωμών καλύτερα, για να μπορέσει να διαπραγματευθεί τη διαγραφή και το διακανονισμό των υπολοίπων χρεών με τους πιστωτές του, τότε ένα μεγάλο μέρος της οικονομίας του  ακινητοποιείται – ενώ αποκόπτεται από τις διεθνείς χρηματαγορές, με αποτέλεσμα να μην μπορεί πλέον να δανείζεται.

Είναι υποχρεωμένο λοιπόν να καλύπτει τις υποχρεώσεις του (μισθούς, συντάξεις κλπ.) με δικά του μέσα – από τα δημόσια έσοδα του, τα οποία συνήθως μειώνονται, σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν. Για τις τράπεζες όμως τα αποτελέσματα είναι καταστροφικά – αφού έχουν δανείσει την κυβέρνηση, αγοράζοντας ομόλογα ή έντοκα γραμμάτια, τα οποία χάνουν πλέον εντελώς την αξία τους.

Επομένως, οι τράπεζες θα κατέρρεαν, επειδή αφενός μεν θα έχαναν τα χρήματα τους, αφετέρου δεν θα μπορούσαν να αναχρηματοδοτηθούν ούτε από το εσωτερικό, ούτε από το εξωτερικό – ενώ η κεντρική τράπεζα θα έχανε τα χρήματα της από τον ELA, τα οποία θα της όφειλαν ενδεχομένως οι τράπεζες, όπως συνέβαινε στην Ελλάδα το 2015 και συνεχίζει να συμβαίνει.

Ειδικά στην Ελλάδα τα πράγματα είναι αρκετά περίπλοκα, επειδή η κεντρική τράπεζα ανήκει μόνο κατά 6% στο κράτος, το οποίο θα έπρεπε να αναλάβει την κάλυψη των ζημιών της – ενώ (η ΤτΕ) συμμετέχει στο ευρωπαϊκό σύστημα, τον επόμενο υπεύθυνο δηλαδή για την αύξηση των κεφαλαίων της.

Ανεξάρτητα όμως από αυτά, εάν πράγματι καταρρεύσουν οι τράπεζες μίας χώρας, τα αποτελέσματα για την πραγματική οικονομία της (επιχειρήσεις, νοικοκυριά), θα είναι δραματικά – αφού, μεταξύ άλλων, χωρίς πιστώσεις δεν θα μπορούν να διενεργηθούν επενδύσεις, η ανεργία εκτινάσσεται στα ύψη κοκ.

Εάν χρεοκοπήσει τώρα μία χώρα εντός της Ευρωζώνης, κάτι που δεν μπορεί να της το απαγορεύσει κανείς (η χρεοκοπία είναι ανάγκη και όχι επιλογή), ενώ δεν επιτρέπεται από τις συμφωνίες να υποχρεωθεί στην έξοδο από το ευρώ, το δημόσιο θα πρέπει να παγώσει τις καταθέσεις στις τράπεζες (με την επιβολή ορίων στις αναλήψεις) – να απαγορεύσει την ελεύθερη διακίνηση των κεφαλαίων, καθώς επίσης να προστατεύσει τα περιουσιακά τους στοιχεία από τους πιστωτές τους, συμπεριλαμβανομένης της ΕΚΤ. Στην περίπτωση της Ελλάδας δεν προηγήθηκαν τέτοιες ενέργειες από την κυβέρνηση της, παρά το ότι είχε την πρόθεση να προβεί σε στάση πληρωμών – οπότε διέφυγαν μαζικά κεφάλαια στο εξωτερικό, καθιστώντας τις τράπεζες αφερέγγυες.

Συνεχίζοντας, οφείλει ενδεχομένως να μεταφερθεί η συνολική διασυνοριακή διαδικασία πληρωμών σε άλλες τράπεζες, έτσι ώστε τα χρήματα να μην κινδυνεύουν από κατασχέσεις – όπως, για παράδειγμα, σε ρωσικές ή κινεζικές. Με τον τρόπο αυτό θα εξασφαλιζόταν οι εισαγωγές ενέργειας, φαρμάκων κλπ., χωρίς ιδιαίτερα μεγάλα προβλήματα – αφού το ευρώ, σε αντίθεση με τυχόν υιοθέτηση ενός εθνικού νομίσματος, δεν θα υποτιμούταν, ενώ είναι αποδεκτό στις διεθνείς συναλλαγές.

Εντός των συνόρων τότε η συναλλαγές με ευρώ θα συνέχιζαν, χωρίς κανένα πρόβλημα – αφού η ποσότητα χρημάτων σε ευρώ θα υπήρχε, οι τράπεζες δεν θα χρειάζονταν έκτακτη ρευστότητα από την ΕΚΤ, επειδή δεν θα υπέφεραν από εκροές χρημάτων (αυτός είναι ουσιαστικά ο λόγος που χρειάζονται οι τράπεζες την ΕΚΤ – για να αναπληρώνει δηλαδή τις εκροές τους) και το χρηματοπιστωτικό σύστημα δεν θα χρεοκοπούσε. Εάν χρειαζόταν μεγαλύτερη ρευστότητα, τότε θα μπορούσε να υιοθετηθεί ένα παράλληλο νόμισμα, για μικρά ποσά, συνδεδεμένο με το ευρώ.

Εάν όμως οι ευρωπαϊκές συμβάσεις πράγματι δεν επιτρέπουν το παράλληλο νόμισμα, χωρίς προηγούμενη συμφωνία με την ΕΚΤ ή εάν θεωρηθεί πολύπλοκο, τότε το κράτος θα μπορούσε να πληρώνει πολύ απλά ένα μέρος των υποχρεώσεων του με μεταχρονολογημένες επιταγές.

Με τον τρόπο αυτό θα δημιουργούταν μία «δευτερογενής αγορά», για τις υφιστάμενες μεταχρονολογημένες επιταγές του κράτους σε ευρώ – κάτι που είναι γνωστό στην Ελλάδα, στην οποία οι μεταχρονολογημένες επιταγές έχουν κατά καιρούς ξεπεράσει τα 300 δις €. Ας μην ξεχνάμε πως οι επιταγές αυτές ήταν και είναι τύπωμα χρημάτων, το οποίο δεν μπορεί να απαγορευθεί από κανέναν.

Η προστασία των τραπεζών και του κράτους

Σε κάθε περίπτωση, το χρηματοπιστωτικό σύστημα δεν θα κατέρρεε, εάν οι υποχρεώσεις των τραπεζών (παθητικό) προστατευόταν επαρκώς από την κυβέρνηση. Όσον αφορά τις καταθέσεις, θα προστατεύονταν από το διασυνοριακό έλεγχο των κεφαλαίων, οπότε δεν θα ήταν αναγκαία η χρηματοδότηση τους από την ΕΚΤ.

Με απλά λόγια, τόσο η ΕΚΤ, όσο και η Τρόικα, μπορούν να κλείσουν την παροχή ρευστότητας προς μία χώρα, καθώς επίσης να απαιτήσουν τα χρήματα τους, αλλά δεν έχουν τη δυνατότητα να πετύχουν τίποτα – εάν απαγορευθούν οι εκροές κεφαλαίων και αυτού του είδους τα εμβάσματα (πληρωμές δανειστών).

Μπορούν βέβαια να επιχειρήσουν να κατασχέσουν τα περιουσιακά στοιχεία του κράτους και των τραπεζών στο εξωτερικό – όχι όμως εάν τοποθετηθούν σε ξένες τράπεζες, οι οποίες δεν είναι υποχρεωμένες να υποκύπτουν στις πιέσεις της Ευρωζώνης. Εδώ δεν πρέπει να ξεχνάει κανείς πως ακόμη και η ναζιστική Γερμανία είχε καταφέρει να διατηρεί τη διεθνή κυκλοφορία των χρημάτων της – παρά το ότι σχεδόν όλος ο πλανήτης ήταν εναντίον της.

Ολοκληρώνοντας, η «πρακτική» στη Λατινική Αμερική (στάση πληρωμών της Αργεντινής), όπου οι εξωτερικές υποχρεώσεις ολόκληρης της οικονομίας (κράτος, τράπεζες, επιχειρήσεις, ιδιώτες) πάγωσαν, έως ότου γίνει η διαπραγμάτευση με τους πιστωτές της χώρας, έχει αποδείξει πως στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα το ξένο κεφάλαιο είναι στη διάθεση της εσωτερικής οικονομίας – η οποία συνεχίζει να λειτουργεί, χωρίς μεγάλα προβλήματα.

Επίλογος

Προφανώς υπάρχουν ακόμη λύσεις για να ξεφύγει η Ελλάδα από την παγίδα των μνημονίων, προτού είναι πολύ αργά – με την έννοια πως κάποια στιγμή θα έχει χάσει τα πάντα, χωρίς κανένα πλεονέκτημα για την ίδια. Οι λύσεις όμως αυτές γίνονται όλο και πιο επώδυνες όσο περνάει ανεκμετάλλευτος ο χρόνος – ενώ οι διαρθρωτικές αλλαγές δεν αποδίδουν ποτέ, όσο το χρέος εμποδίζει την ανάπτυξη, ενώ δεν παρέχεται καμία μελλοντική προοπτική στους Πολίτες.

Ως εκ τούτου το σχέδιο Σόιμπλε περί επιστροφής της Ελλάδας στη δραχμή, το οποίο επανήλθε στην επικαιρότητα, ενώ ασφαλώς θα συμφέρει τους δανειστές το 2018, δεν φαίνεται καθόλου απίθανο να πραγματοποιηθεί – δυστυχώς με πολύ χειρότερες προϋποθέσεις από αυτές που έχουμε ήδη αναφέρει, αφού είναι σχεδόν βέβαιο πως δεν θα υπάρξει καμία απολύτως προετοιμασία εκ μέρους μας.

Αντίθετα, φαίνεται πως θα ενταθεί ακόμη περισσότερο ο εμφύλιος πόλεμος στο εσωτερικό μας, ο οποίος θα δώσει την ευκαιρία στους δανειστές να ολοκληρώσουν τη μετατροπή της πατρίδας μας σε μία πλήρη αποικία τους. Μπορεί φυσικά να κάνουμε λάθος ερμηνεύοντας ίσως εσφαλμένα τα γεγονότα, αλλά αυτή είναι η άποψη μας – την οποία οφείλουμε να εκφράζουμε.

 

Tags:

, , , , , , , , , , ,