Εκδηλώσεις ιστορικής μνήμης για την κήρυξη της επανάστασης του 1854 στη Μεγαλόχαρη Άρτας για την απελευθέρωση της Ηπείρου (φωτο)

Στις 15 Ιανουαρίου 2018 συμπληρώνονται 164 χρόνια από την κήρυξη της επανάστασης στην περιοχή του Ραδοβιζίου – Άρτας για την απελευθέρωσή της αλλά και της τουρκοκρατούμενης ευρύτερα τότε Ηπείρου. Η επανάσταση ξεκίνησε στο χωριό Μεγαλόχαρη που βρίσκεται στην Κοιλάδα του Αχελώου και για να γιορτάσουν τη μεγάλη και σημαντική αυτή επέτειο, καθώς και να τιμήσουν αυτούς που αγωνίστηκαν κι έπεσαν για την ελευθερία αυτού του τόπου, ο Δήμος Γ. Καραϊσκάκη, σε συνεργασία με τον τοπικό Σύλλογο Μεγαλόχαρης, θα πραγματοποιήσουν επιμνημόσυνη δέηση και μια λιτή εκδήλωση στον προαύλιο χώρο του Μοναστηριού Γεννήσεως της Θεοτόκου. Τον πανηγυρικό της ημέρας θα εκφωνήσει η καθηγήτρια Φιλόλογος Κατερίνα Μπόνιου-Τσούφη.

Αίτημα των κατοίκων της περιοχής είναι η Πολιτεία να μεριμνήσει για να στηθεί, έστω και τώρα, το μνημείο «αγωνιστών της ελευθερίας». Και ως χώρος για την κατασκευή του ενδείκνυται να είναι το προαύλιο του Μοναστηριού της Μεγαλόχαρης, από όπου ξεκίνησε και η επανάσταση .

Το χρονικό της επανάστασης

Καθόλη τη διάρκεια της τουρκοκρατίας η περιοχή Ραδοβιζίου ήταν ένα ισχυρό αρματολίκι ανάμεσα στα άλλα γύρω του αρματολίκια, αυτό των Τζουμέρκων από τα βόρεια, του Βάλτου από τα νότια και των Αγράφων από ανατολικά. Οι κάτοικοι της περιοχής υπέφεραν τα πάνδεινα απ΄ τις φοβερές καταπιέσεις των Τούρκων, τους εξευτελισμούς τους και τη βαριά τους φορολογία.. Και επιπλέον λήσταρχοι έμπαιναν στην περιοχή από το Βάλτο μεριά και λυμαίνονταν τα ραδοβιζινά χωριά.

Και προστέθηκε στα βάσανά τους λίγο πριν το 1854 η χολέρα και η ευλογιά που επανεμφανίστηκαν στην περιοχή και τα περίχωρα μειώνοντας ψυχικά και σωματικά τους κατοίκους κι αγωνιστές. Ο τότε Δερβέναγας της Άρτας Σουλεϊμάν Φράσσαρης για να ελέγχει καλύτερα την περιοχή έβαλε στην υπηρεσία του τους αρματολούς Σκαλτσογιάννη, Κοτσίλα, Κολιό, Κατσικογιάννη Δερέκα, Τσιγαρίδα και μερικούς άλλους. Ο Ψαρογιάννης το 1850 ζήτησε από τους Τούρκους την απομάκρυνση του Φράσσαρη και των Σκαλτσογιανναίων, ζητώντας να γίνει αυτός αρχηγός της επαρχίας Άρτας. Οι διαμάχες αυτές είχαν ως επακόλουθο τις δολοφονίες του Κ. Σκαλτσογιάννη το 1853 από τον Ιμπραήμ Καστρινό και του Ψαρογιάννη από τον Φράσσαρη. Αυτό ένωσε τους αρματολούς δίδοντας τους την αφορμή να ξεσηκωθούν εναντίον των Τούρκων. Έτσι ξεκίνησε το 1854 η επανάσταση για την απελευθέρωση του Ραδοβιζίου και της Ηπείρου γενικότερα με δυο μεγάλες πρώτες μάχες. Η μια έγινε στην «Παληοπαναγιά» Δημαριού και η άλλη στην Σκουληκαριά ‘Αρτας. Και στις δυο μάχες οι Τούρκοι έπαθαν συντριβή. Το εκστρατευτικό σώμα του Αλβανού Ζεϊνέλ που έστειλαν οι Τούρκοι στην περιοχή τον Ιανουάριο του 1854 διαλύθηκε στις μάχες του Διασέλλου και της Άνω Πέτρας. Ο Τσιγαρίδας ξεσήκωσε σε επανάσταση τους κατοίκους των γειτονικών Τζουμέρκων.

Στις 15 Ιανουαρίου του 1854 στο μοναστήρι της Γεννήσεως της Θεοτόκου στην Μεγαλόχαρη Άρτας (Μπότση ονομαζόταν επί Τουρκοκρατίας) μαζεύτηκαν 450 άνδρες επαναστάτες και έδωσαν τον όρκο τους. Ορκίστηκαν στο Ιερό Ευαγγέλιο «Ελευθερία ή θάνατος» και υπέγραψαν την παρακάτω προκήρυξη:

«Οι υποφαινόμενοι κάτοικοι Ραδοβιζίου της επαρχίας Άρτης. Βεβαρυμμένοι από τις καταπιέσεις και τους υπέρογκους φόρους, προς δε και τας ατιμώσεις των παρθένων μας από αγρίους και ανεπιδέκτους διορθώσεως κατακτητάς Οσμανλίδας, επαναλαμβάνομεν τον κοινόν αγώνα του 1821 ομνύοντες εις το όνομα του Υψίστου και της ιεράς ημών πατρίδος, ότι δεν θέλομεν ρίψει τα όπλα εν ουδεμία περιπτώσει, εάν δεν ανακτήσωμεν την ελευθερίαν μας. Αρχόμενοι ήδη του αγώνος, ελπίζομεν ότι θέλομεν εγείρει υπέρ ημών την συμπάθειαν όλων των συναδέλφου μας ελευθέρων Ελλήνων και των υπό ζυγόν του Οσμάνου στεναζόντων αδελφών μας χριστιανών και ότι θέλομεν λάβει τα όπλα προς εξακολούθησιν του κοινού αγώνος του 1821 μαχόμενοι υπέρ πίστεως και πατρίδος και ανάκτησιν των αναλλοίωτων δικαιωμάτων μας. Ο αγώνας μας είναι ιερός είναι δίκαιος και κανείς αναλογιζόμενος το μέγεθος των καταπιέσεων και αισθανόμενος το δίκαιον των εθνών δεν θέλει κάν λέξιν κατ αυτού και υπέρ του αγρίου τυράννου και της εστημένης εις τους ιερούς ναού μας ημισελήνου. Σπεύσατε λοιπόν αδελφοί εις τον κοινόν αγώνα, αποτινάξατε τον επαχθή ζυγόν της τυραννίας και κηρύξατε με ημάς ενώπιον του Θεού και όλου του κόσμου ότι μαχόμεθα υπέρ Πατρίδος και ότι ο θεός είναι προστάτης των Χριστιανών.» 15 Ιανουαρίου 1854.

Οι Πρόκριτοι του Ραδοβιζίου. Ιωάννης Κοσσυβάκης, Δημήτριος Κόκκας Κώστας Κοσμάς, Βασίλειος Νάκος, Ντούλας Βάσος, Κολιός Μαυρομμάτης, Κώστας Πάνου Στούμπος, Δημήτριος Σκαλτσογιάννης, Γεώργιος Κατσικογιάννης, Κώστας Ντερέκος, Καραγιάννης Κοτζίλας, Κωνσταντίνος Τσιγαρίδας».

Στις 16 Ιανουαρίου οι Τούρκοι επιτίθενται στους επαναστάτες στη Μπότση αλλά αναγκάστηκαν με μεγάλες απώλειες να οπισθοχωρήσουν προς το Αστροχώρι. Στις 17 Ιανουαρίου οι Τούρκοι ηττώνται από τον Δ. Σκαλτσογιάννη και τους μοναχούς της Μονής Ροβέλιστας στην τοποθεσία «Βρύση βακούφικη», ολίγο πιο πέρα από την Ιερά μονή, και τον Γ. Τσιγαρίδα στην Σέση – Άνω Καλεντίνη, όπου ο ίδιος σκοτώνεται. Στις 18 Ιανουαρίου οι Σκουληκαρίτες διώχνουν τους Τούρκους από το Κομπότι. Οι Τούρκοι νικήθηκαν και στις 20 Ιανουαρίου στις δυο μάχες στα Ρεκίστιανα του Κλειδιού και το Δημαριό. Στις αρχές Φεβρουαρίου του 1854 ο Σπύρος Γ. Καραϊσκάκης (ο γιος του Σκουληκαρίτη Γεωργίου Καραϊσκάκη) που υπηρετούσε ως αξιωματικός στην ελεύθερη Ελλάδα, πέρασε τα σύνορα και ενώθηκε με τον Δημήτριο Θεοδώρου Γρίβα. Στις 7 Φεβρουαρίου στο Κομπότι μετά από συμβούλιο ανέλαβε αρχηγός του αγώνα ο παλαίμαχος Θεόδωρος Γρίβας. Μετά από σκληρή μάχη οι Τούρκοι υποχώρησαν στην Άρτα αφήνοντας και το Πέτα στους επαναστάτες.

Η επανάσταση στη Μεγαλόχαρη Άρτας του 1854 δεν είχε αίσιο αποτέλεσμα, επειδή δεν στηρίχθηκε με δυναμισμό από την ελεύθερη Ελλάδα, καθώς αυτή δεν ήταν έτοιμη για έναν πόλεμο με την Τουρκία αλλά και επειδή δεν είχε έναν καλό διαπραγματευτή να πείσει τις μεγάλες δυνάμεις την περίοδο εκείνη για το δίκαιο των επαναστατών.

Το Ραδοβίζι ήταν προσωρινά ελεύθερο έως στις 12 Μαΐου του 1854, όταν 6000 Τούρκοι νίκησαν τους επαναστάτες στο Πέτα κα το Κλειδί. Τόση ήταν η μανία τους που πυρπόλησαν όλα σχεδόν τα χωριά ακόμα και τα μοναστήρια. Δόθηκαν λυσσώδεις μάχες από τους επαναστάτες ραδοβιζινούς σε αρκετές περιοχές, με νίκες και ήττες γι αυτούς.

Ακολούθησαν δυο άλλα επαναστατικά κινήματα στην περιοχή του Ραδοβιζίου του 1866 και 1878, για να απελευθερωθεί οριστικά το Ραδοβίζι. Η απελευθέρωση αυτής της περιοχής επισφραγίστηκε από τις Μ. Δυνάμεις στο Συνέδριο του Βερολίνου το 1878 και επισημοποιήθηκε με τη Συνθήκη της Κων/πολης στις 2 Ιουλίου το 1881. Σύμφωνα με αυτή η Θεσσαλία και με τμήμα της επαρχίας ΄Αρτας συμπεριλαμβανομένων και των περιοχών Ραδοβιζίου και Τζουμέρκων παραχωρήθηκαν οριστικά στην Ελλάδα. Ως συνοριακή γραμμή της Ελλάδας ορίστηκε ο ΄Αραχθος ποταμός και τα ως τότε ελληνικά σύνορα μετακινήθηκαν από τη γραμμή Αμβρακικού-Παγασητικού βορειότερα.

Πληροφορίες: Aπό το βιβλίο «Ζυγός – Ιστορία & Παράδοση» Αθήνα 2000, του Κώστα Λ. Χρήστος
Φωτογραφίες: Ανδρέας Κουτσοθανάσης

 

Tags: