Δεν είναι τα λεφτά, αλλά η διαφορετική από του Σαμαρά γλώσσα του χρήματος που φέρνει τον Τσίπρα στα πράγματα…

Γράφει ο  Δημήτρης Α. Γιαννακόπουλος

Δ. ΓιαννακόπουλοςΑπό τους διεκδικούντες την κυβερνητική εξουσία στην Ελλάδα αρθρώθηκαν δύο σαφώς διαφορετικές πολιτικές αφηγήσεις από το βήμα της 79ης ΔΕΘ. Και οι δύο αποτέλεσαν προεκλογικές ομιλίες με την μορφή «δεσμεύσεων». Και οι δύο είχαν ως κεντρικό στοιχείο που συνέδεε τις προγραμματικές παρεμβάσεις στην ελληνική εθνική οικονομία και στο κοινωνικό μοντέλο, τα «λεφτά». Και οι δύο υπαινίχθηκαν την αποκατάσταση του μηχανισμού παραγωγής κερδών στην Ελλάδα για την τροφοδότηση της ανάπτυξης μετά από έξι χρόνια ύφεσης και δραματικής βύθισης του ΑΕΠ, γεγονότα που συνέβαλαν μεταξύ άλλων στην ανεξέλεγκτη ανεργία και στην ανεξέλεγκτη καταστροφή στην αγορά. Και οι δύο μίλησαν για «λεφτά». Μόνον που άρθρωσαν μία σαφώς διαφορετική αφήγηση περί χρήματος, μία διαφορετική πολιτική λογική που ορίζεται μέσω μίας διαφορετικής γλώσσας του χρήματος.

Αυτή η σαφώς διαφορετική γλώσσα του χρήματος από τους κυρίους Τσίπρα και Σαμαρά, είναι εκείνη που περιγράφει δύο σαφώς διακριτά μοντέλα οικονομικής ανάπτυξης και κοινωνικής οργάνωσης, με καπιταλιστικούς όρους ασφαλώς. Ο κ. Τσίπρας περιέγραψε ένα προοδευτικό μοντέλο ανάπτυξης με αναδιανομή από πάνω προς τα κάτω και από το κέντρο της ΕΕ προς την περιφέρεια για την επανεκκίνηση της οικονομίας, ενώ ο κ. Σαμαράς ένα συντηρητικό μοντέλο που απλώς έρχεται να υποσχεθεί μπαλώματα με μικροδιορθώσεις σε ένα σαφώς αντιπαραγωγικό και αντικοινωνικό πρόγραμμα προσαρμογής της Ελλάδας… σε τι ακριβώς; Στην πραγματικότητα εδώ είναι που παρουσιάστηκε η μεγαλύτερη αντίφαση στην γλώσσα Σαμαρά. Η αντικειμενική ανικανότητα του συνασπισμού δεξιών, κεντροδεξιών και κεντροαριστερών στην Ελλάδα στην παρουσίαση μίας δομικά ολοκληρωμένης αφήγησης που να συνδέει το καθεστώς πτώχευσης και εσωτερικής υποτίμησης – που οι ίδιοι επέβαλαν στην ελληνική κοινωνία για την διόρθωση της ανορθολογικής με τα κριτήρια της ευρωζώνης και τα κριτήρια του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος, μεγέθυνσή της – με ένα δρόμο οικονομικής ανάπτυξης που θα αντιμετώπιζε τις κοινωνικές συνέπειες που η ίδια η πολιτική τους προκάλεσε.

Κάπως έτσι η γλώσσα Σαμαρά εμφανίζεται σαν μία πρωτόγονη πολιτική αφήγηση που αντί να πολιτικοποιεί την ελληνική κρίση, έστω και σήμερα μετά από τόσα χρόνια μνημονίων, επιχειρεί να την σεκιουριτοποιήσει ακόμη πιο φοβικά και άστοχα. Στο σημείο αυτό, αν θέλουμε να σεβαστούμε την επιστημολογική αντικειμενικότητα, θα πρέπει να παραδεχτούμε πως η ευθύνη αυτής της ανικανότητας δεν περιορίζεται στους Σαμαρά και Βενιζέλο και στο ελληνικό πολιτικό σύστημα που διαχειρίζεται την κρίση: είναι η λανθάνουσα κρίση του πολιτικού συστήματος στην ευρωζώνη που θολώνει την στρατηγική προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας με το ερώτημα «προσαρμογή σε τι ακριβώς;», που διαμορφώνει ένα άκρως ρευστό καθεστώς σε όλες τις πτυχές της εθνικής μας οικονομίας.

Με μία κουβέντα ο κ. Σαμαράς μιλά μία γλώσσα απορρύθμισης με προεκλογικές εξαγγελίες που αφορούν σε μικροδιορθώσεις αυτής της διαδικασίας απορρύθμισης, χωρίς να είναι ικανός να συναρθρώσει τις επιμέρους απορρυθμίσεις σε μία σαφή στρατηγική προσαρμογής. Και αυτό διότι η ίδια η έννοια της προσαρμογής στην ευρωζώνη είναι απολύτως ρευστή και ορίζεται με διαφορετικά κριτήρια από χώρα σε χώρα, με το περίφημο Σύμφωνο Σταθερότητας να ερμηνεύεται κατά το δοκούν και συμφέρον από χώρα σε χώρα και από τα ίδια τα θεσμικά όργανα της ευρωζώνης.

Η αφήγηση, λοιπόν, Σαμαρά δεν είναι απλώς μία αδόμητη πολιτική αφήγηση, αλλά επίσης μία άκρως προβληματική συνάρτηση με όρους λειτουργισμού. Είναι, με μία κουβέντα, μία γλώσσα που δεν ορίζει έννοιες, αλλά ορίζεται από οικονομίστικους νεολογισμούς και αμφιλεγόμενους λογαριασμούς. Και αυτή είναι δυστυχώς για τους συντηρητικούς και νεοσυντηρητικούς της νεοφιλελευθεριάζουσας ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας, μία νεκρή γλώσσα.

Η έλλειψη ακριβώς «ζωντανής», σημαίνουσας γλώσσας από την πλευρά των συντηρητικών και των πασόκων, οδηγεί στον πολιτικώς πρωτόγονο σχολιασμό της ομιλίας Τσίπρα στην ΔΕΘ, με ένα απολύτως χυδαίο μάλιστα υφάκι που δυστυχώς εκφέρεται από μία γυναίκα, την αγαπητή μου εκπρόσωπο της κυβέρνησης Σοφία Βούλτεψη, η οποία «έβηξε» μεταξύ άλλων: «Βροχή έπεσαν σήμερα τα δισεκατομμύρια από τον ουρανό της Θεσσαλονίκης. Ο κ. Τσίπρας υποσχέθηκε 9 δις ευρώ για τον πρώτο χρόνο, την ώρα που είναι βέβαιο ότι με το απατηλό «πρόγραμμά» του θα έχουμε φύγει από το ευρώ. Υποτιμώντας τη μνήμη και τη νοημοσύνη του λαού, ο ΣΥΡΙΖΑ πιστεύει πως έχει για αρχηγό κάποιο μάγο. Με τη διαφορά ότι είναι πια σίγουρο πως αυτός ο μάγος θα μετατρέψει τα ευρώ σε δραχμές!»! Αυτό ασφαλώς δεν είναι πολιτικός λόγος. Είναι βήχας πολιτικού κοκίτη, που έχει προσβάλλει μία κυβέρνηση η οποία φρόντισε να διαψεύσει εμπράκτως όλες τις προεκλογικές δεσμεύσεις που έφεραν Σαμαρά και Βενιζέλο στην (συγ)κυβέρνηση.

Η πραγματικότητα είναι πως τόσο ο κ. Σαμαράς, όσο και ο κ. Τσίπρας μίλησαν την γλώσσα του χρήματος και όσοι μιλούν την γλώσσα του χρήματος λένε «λεφτά υπάρχουν». Με μια πολύ μεγάλη διαφορά. Ο πρώτος θέλει τα λεφτά να παράγονται από τους φτωχούς της ελληνικής κοινωνίας για να συσσωρεύονται από τους πλούσιους, ενώ ο δεύτερος μίλησε ουσιαστικά την γλώσσα της αναδιανομής από πάνω προς τα κάτω – και μάλιστα ιδιαίτερα μετριοπαθώς – υποστηρίζοντας ουσιαστικά ένα διαφορετικό μοντέλο ανάπτυξης.

Ο κ. Σαμαράς μίλησε την γλώσσα του νεοφιλελευθερισμού και ο κ. Τσίπρας την γλώσσα της σοσιαλδημοκρατίας. Το ζήτημα για τον ελληνικό λαό δεν είναι ακριβώς ποια γλώσσα καταλαβαίνει καλύτερα, αλλά μάλλον ποια γλώσσα τον συμφέρει περισσότερο. Τα ΜΜΕ και η κυβερνητική προπαγάνδα επιχειρούν να νοθεύσουν την σχέση συμφέροντος – κατανόησης, με αποτέλεσμα οι έλληνες να χάσουν την ικανότητα κατανόησης του συμφέροντός τους. Και λέγοντας έλληνες εννοώ προφανώς τα δύο τρίτα της κοινωνίας, καθώς το ένα τρίτο μια χαρά εξυπηρετείται από την πολιτική Σαμαρά – Βενιζέλου.

Τι συμφέρει, λοιπόν, τα δύο τρίτα της ελληνικής κοινωνίας; Η αποκατάσταση του μηχανισμού παραγωγής κερδών στην Ελλάδα μέσω της θεραπείας του τεράστιου Κοινωνικού Ζητήματος, που είναι η παράπλευρη συνέπεια της στρατηγικής προσαρμογής «σοκ και δέος», την οποία υπό την επιτροπεία της τρόικας άρθρωσαν ως πρακτική πολιτική οι κυβερνήσεις της χρεοκοπίας. Αυτήν την γλώσσα, που είναι η γλώσσα της σοσιαλ-δημοκρατίας, θα ήταν εύλογο να κατανοούν καλύτερα τα δύο τρίτα της ελληνικής κοινωνίας, ορίζοντας την ανάπτυξη ως συνθήκη κοινωνικής προόδου. Και έτσι θα συνέβαινε αν δεν παρενέβαιναν μεταξύ πολιτικού πομπού και κοινωνικού δέκτη τα ΜΜΕ της διαπλοκής και οι ιδεολογικοί φορείς του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, οι οποίοι θεωρούν πως αποκλειστικά η αγορά και οι τραπεζίτες της διαθέτουν την μαγική ικανότητα να παράγουν και να αναδιανέμουν χρήμα. Αν τύχει και ένας πολιτικός επιχειρήσει να τους υποκαταστήσει, λοιδορείται ως «μάγος»! Στην πραγματικότητα, ωστόσο, αγαπητέ αναγνώστη, το μόνο μαγικό για μια κοινωνία είναι η προοδευτική γλώσσα που δεν λαϊκίζει… και ο κ. Τσίπρας στην ΔΕΘ πέτυχε να μην λαϊκίσει. Αυτό είχα ζητήσει πριν από την ομιλία του και γι’ αυτό δεν μπορώ παρά να μην εκφράσω την ικανοποίησή μου. Τις επόμενες μέρες και βδομάδες θα φανεί αν ο ελληνικός λαός έχει διατηρήσει την επαφή του με την πολιτική γλώσσα, ή έχει απολέσει εντελώς το γλωσσικό του κριτήριο, το οποίο είναι ακριβώς το κοινωνικό κριτήριο που ορίζει αξίες και τάξεις πραγμάτων, άρα και την διάσταση του χρήματος.

 

Tags:

, , , ,

Leave a Reply