Το μήνυμα που πέρασε στο ντούκου

Του Δημήτρη Γιαννακόπουλου

Παρότι εξηγήθηκα, δεν φαίνεται να έγινα κατανοητός από μπόλικους διαδικτυακούς φίλους, οι οποίοι όπως μου διαμηνύουν, συνεχίζουν να μην αντιλαμβάνονται γιατί αποφάσισα να απέχω από τον πολιτικό, διαδικτυακό διάλογο στην Ελλάδα. Θα τα γράψω «χύμα» λοιπόν μήπως και συνεννοηθούμε καλύτερα.

Στην χώρα, αυτή τη στιγμή, βρισκόμαστε σε ένα πολιτικό σταυροδρόμι. Το αντικαθεστωτικό αίτημα της κοινωνίας είτε θα εκφραστεί από αριστερά είτε από δεξιά. Η συναίνεση στο κέντρο έσβησε μαζί με την επιλογή του κυρίαρχου πολιτικού συστήματος να παραδώσει ευκαιριακά την διακυβέρνηση της χώρας στην τρόικα και ο ελληνικός λαός να διατηρήσει αποκλειστικά την «ψιλή κυριότητα» στα πολιτικά πράγματα της χώρας.

Η προσωπική μου παρέμβαση ευαγγελίστηκε την αριστερή – προοδευτική διέξοδο από την κρίση, πιστεύοντας ότι την πορεία αυτή θα μπορούσαν να στηρίξουν οι αυτοπροσδιοριζόμενες ως προοδευτικές, αλλά μη – καθεστωτικές δυνάμεις, οι οποίες αντιδρούν φύσει στις καθεστωτικές σχέσεις, αλλά και δημοκράτες από το συντηρητικό χώρο, οι οποίοι παραμένουν ανοιχτόμυαλοι και φιλελεύθεροι (όχι ασφαλώς νεοφιλελεύθεροι), ευρισκόμενοι θέσει απέναντι στο σημερινό καθεστώς. Ο νέος πατριωτισμός συνδέθηκε στα κείμενα μου με τον ουσιαστικό εκδημοκρατισμό και τον εκσυγχρονισμό που θα υπηρετεί τα δύο – τρίτα της κοινωνίας και θα υπηρετείται μέσω της αυτοκυβέρνησης των Ελλήνων, από ένα σύστημα πλουραλιστικής και γνήσιας αντιπροσώπευσης. Οι προϋποθέσεις για την πολιτική αποκρυστάλλωση αυτού του μηνύματος δυστυχώς δεν φαίνεται να διαμορφώνονται στον παρόντα χρόνο.

Από νωρίς διέκρινα τον κίνδυνο αν δεν υπάρξει αναδιοργάνωση του προοδευτικού χώρου και αν δεν αναπτυχθεί ενωτικά ένας σύγχρονος πατριωτισμός στην Ελλάδα, να καταλήξουμε έρμαιο του ξενοφοβικού, απολιτικού και χυδαίου εθνικισμού, ο οποίος είναι πάντα έτοιμος να στηρίξει το παραπαίον καθεστώς, καταγγέλλοντας το στο επίπεδο των συμπεριφορών και όχι της δομής του ασφαλώς, όταν ετούτο τρικλίζει και αδυνατεί να ανανεωθεί.

Το ναυάγιο της Ελλάδας ήταν το αποτέλεσμα της καταβύθισης ενός κράτους πατρωνίας, το οποίο την τελευταία εικοσαετία διολίσθησε μέσω του δικομματισμού σε μία πελατειακού τύπου συναίνεση στο κέντρο (μεσαίος χώρος κλπ), οδηγώντας αντανακλαστικά την κοινωνία σε μία αριστερή και σε μία δεξιά ριζοσπαστικοποίηση. Εάν η χώρα δεν κατέληγε στην συντεταγμένη πτώχευση από το καθεστώς και τους εκτός Ελλάδας πάτρωνες του, η εξέλιξη θα ήταν μάλλον ομαλή, σύμφωνα με προηγούμενα ευρωπαϊκά παραδείγματα, τα οποία συνδύασαν την άνοδο της ακροδεξιάς με σημαντικές αλλαγές στον χώρο της κεντροδεξιάς και κεντροαριστεράς, αλλά και επαναπροσδιορισμό του αγώνα της ριζοσπαστικής αριστεράς. Στην σημερινή συγκυρία της κρίσης στην χώρα, όμως, τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά.

Η δεξιά ριζοσπαστικοποίηση ευρύτερων στρωμάτων της κοινωνίας εμφανίζεται πλέον ως το πιθανότερο αποτέλεσμα εξαιτίας της μορφής φτωχοποίησης, της υφιστάμενης εξουσιαστικής δομής και της καθεστωτικής εμπλοκής της κοινοβουλευτικής αριστεράς μετά το 1974 – που σταδιακά κατέστησε τους φορείς της οργανικό τμήμα της κατεστημένης πολιτικής δομής – αλλά και της έλλειψης πολιτικών αντανακλαστικών από ολόκληρο το μη καθεστωτικό χώρο. Στο πλαίσιο αυτό και καθώς η αριστερά εμφανίζεται να μην αντιλαμβάνεται την θέση της και τις δραματικές προκλήσεις στην πρώτη φάση μιας μοναδικής κρίσης που διέρχεται η χώρα μετά τον πόλεμο, η εθνικιστική δεξιά και διάφοροι κατεργάρηδες που εκμεταλλεύονται το πατριωτικό φρόνημα των Ελλήνων, οργιάζουν.

Οι πολιτικές και επικοινωνιακές συνθήκες στη χώρα δεν ευνοούν το ριζοσπαστικό αριστερό αίτημα, αλλά αντίθετα ενισχύουν το δεξιό λαϊκισμό με τα ρατσιστικά χαρακτηριστικά και την φασιστοειδή ρητορεία. Η απογοήτευση από την κατάρρευση του μοντέλου ευημερίας στην χώρα προκαλεί αγανάκτηση στην πλειονότητα των πολιτών, η οποία πολύ εύκολα πλέον μπορεί να αποτελέσει την πρώτη ύλη για την ανάπτυξη μιας νέας εξτρεμιστικής δεξιάς στην Ελλάδα, αναπαράγοντας ως ιστορική φάρσα το τρίπτυχο: Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια. Στην προοπτική αυτή διαμορφώνεται μία ιδεολογική χοάνη, έτοιμη να ρουφήξει οποιοδήποτε δημοκρατικό και κοινωνικά φιλελεύθερο μήνυμα.

Όταν, για παράδειγμα, ο γράφων επισημαίνει την εμπλοκή του εβραϊκού λόμπυ στην δημιουργία και διαχείριση της ελληνικής κρίσης και τη χειραγώγηση της κυβέρνησης και ενός μεγάλου τμήματος του πολιτικού συστήματος από το χρηματοπιστωτικό κέντρο, το μήνυμα του εκχυδαΐζεται από τον δεξιό λαϊκισμό, λαμβάνοντας ρατσιστική μορφή εναντίον των Εβραίων, των Αμερικανών κλπ. Όταν αναφερόμαστε στον γεωπολιτικό και γεωστρατηγικό αναθεωρητισμό στην περιοχή μας και ιδιαίτερα στο Αιγαίο, οι ίδιοι προσδίδουν στο μήνυμα στοιχεία μίσους και φυλετικής πολεμικής εναντίον των Τούρκων και άλλων γειτόνων. Όταν ασκούμε κριτική στην παγκοσμιοποίηση, αυτοί είναι έτοιμοι να ανακράξουν «είμαστε έθνος ανάδελφο και απειλούμαστε από όλους, εκτός ίσως από τους αδελφούς μας Ρώσους». Όταν, τέλος, σχολιάζουμε την συντηρητική και άκρως ωφελιμιστική συμπεριφορά της γερμανικής ηγεσίας ως προς εμάς και γενικότερα στην ΕΕ, είναι οι ίδιοι που το ερμηνεύουν ως «όχι στο τέταρτο Ράιχ».

Όπως αντιλαμβάνεστε, μέσω αυτής της διαλεκτικής που κυριαρχεί σε ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας, η οποία φέρεται να αντιδρά θυμικά στις καθεστωτικές επιλογές, δεν υπάρχει καμία περίπτωση να αναπτυχθεί ένας νέος πατριωτισμός με προοδευτικά, κοινωνικά χαρακτηριστικά. Αυτό ενισχύεται ασφαλώς από την μεταπολιτευτική στάση και συμπεριφορά όσων οικειοποιήθηκαν τον «τίτλο» του προοδευτικού στη χώρα. Εάν ένα αρρωστημένο φασιστοειδές ισχυριστεί ότι η έννοια του προοδευτικού συμπίπτει απόλυτα με την καθεστωτική λειτουργία, θα έχει απολύτως δίκιο. Αυτοί που ενσωμάτωσαν το «προοδευτικό» στον πολιτικό τους λόγο μετά την μεταπολίτευση είναι εκείνοι που θεμελίωσαν το πελατειακό κράτος σε νέα βάση, ενώ μέσω αυτού νομιμοποίησαν την «στρατηγική και κυριαρχία της κλίκας» και την πολιτική των αποκλεισμών σε όσους θα μπορούσαν φύσει ή θέσει να αμφισβητήσουν τα ιδιοτελή τους συμφέροντα και να αποκαλύψουν τα ταπεινά τους κίνητρα.

Έτσι, μαζί με τα ξερά του «προοδευτισμού» καίγονται και τα χλωρά «στο όνομα» μιας σύγχρονης ακροδεξιάς προσέγγισης, που έρχεται, όμως, από παλιά και ξεπροβάλλει από τις πιο μαύρες σελίδες της ελληνικής και παγκόσμιας ιστορίας. Το απίθανο είναι ότι οι αυτοχαρακτηριζόμενοι προοδευτικοί φορείς της κοινωνίας των πολιτών, σε πολλές περιπτώσεις πράττουν ότι περνά από το χέρι τους για να ενισχύσουν ρατσιστικές και κρυφοφασιστικές στάσεις. Ο τρόπος με τον οποίο χειρίστηκαν και χειρίζονται, για παράδειγμα, το μεταναστευτικό πρόβλημα τον τελευταίο καιρό διάφορες ΜΚΟ και κάμποσες προσωπικότητες είναι εξόφθαλμα τραγικός με πολιτικά κριτήρια. Εάν δεν σιχαινόμουν τη λέξη, θα τον αποκαλούσα «προβοκατόρικο». Την στιγμή που βλέπουν το καζάνι του εθνικισμού να βράζει και ο ρατσισμός να ξεχειλίζει, ετούτοι θεώρησαν ότι είναι η καλύτερη στιγμή για όξυνση, προβάλλοντας ακτιβιστικά και μάλιστα απολύτως εκβιαστικά τα, σε αρκετές περιπτώσεις, δίκαια και εύλογα αιτήματα μεταναστών. Έρχονται να οξύνουν τα χαρακτηριστικά ενός σοβαρού προβλήματος που προκάλεσε το ίδιο το καθεστώς με την συνδρομή τους ασφαλώς, σε μία κοινωνία που αισθάνεται απογοητευμένη, ζαλισμένη, απομονωμένη και δίχως ουσιαστικούς συμμάχους. Αν δεν είναι προβοκάτορες, τότε σίγουρα είναι ηλίθιοι – με την πολιτική έννοια τουλάχιστον, για να μην παρεξηγηθούμε! Συμβάλλουν, άθελα τους, φαντάζομαι, στο να συμβολοποιηθεί η μεταναστευτική απειλή, την οποία χρησιμοποιούν ως ιδεολογικό δόρυ οι ακροδεξιοί και οι κρυφορατσιστές κάθε πολιτικού χρώματος.

Το μήνυμα μου πέρασε στο ντούκου, καθώς δεν υπήρχε πολιτική βούληση και γενικότερα ωριμότητα για να κεφαλαιοποιηθεί. Οραματίστηκα η κοινωνία των προοδευτικών πολιτών να οργανωθεί και να αναλάβει την πρωτοβουλία σχηματισμού ενός αντικαθεστωτικού κινήματος, που θα συμπαρέσυρε ενδεχομένως και τους φορείς της οργανωμένης αριστεράς σε έναν αγώνα για την ανάληψη της διακυβέρνησης της χώρας με απολύτως δημοκρατικά ασφαλώς κριτήρια. Ένα τέτοιο αντικαθεστωτικό κίνημα κάλλιστα θα μπορούσε να διεμβολίσει τους φορείς του δικομματισμού και να υποστηριχθεί ενεργά από πολλές εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες που απεγκλωβίζονται από αυτούς, με την παράλληλη συμμετοχή μεγάλου μέρους του εκλογικού σώματος που ήδη έχει στρέψει τα νώτα του στο πολιτικό σύστημα. Θα ήταν η πολιτική και κυβερνητική βάση για μια νέα μεταπολίτευση που θα εσωτερίκευε πραγματικά και όχι εικονικά στοιχεία εκδημοκρατισμού και εκσυγχρονισμού. Γνώριζα ότι μία τέτοια πρωτοβουλία θα αποτελούσε το μόνο σοβαρό ανάχωμα στην πλημμυρίδα του δεξιού λαϊκισμού, ο οποίος ήδη ξεπροβάλει με το δυσμορφικό του προσωπείο από τον ορίζοντα. Δυστυχώς οι αυτοπροσδιοριζόμενοι ως προοδευτικοί έκαναν και κάνουν το κορόιδο. Το ΚΚΕ νομίζει ότι βρίσκεται μπροστά σε μια μεγάλη ευκαιρία για να καταστήσει διψήφιο αριθμό τα εκλογικά του ποσοστά. Ο ΣΥΡΙΖΑ αδυνατώ να αντιληφθώ τι ακριβώς νομίζει και πώς σκέφτεται να γεφυρώσει τις αντιφάσεις μεταξύ του σε μεγάλο βαθμό ορθού πολιτικού λόγου της ηγεσίας του και πρακτικών ομάδων και ομαδαρχών που λειτουργούν στο πλαίσιό του. Στο δε ΠΑΣΟΚ διαβάζω «μανιφέστα» ομάδων δυσαρεστημένων με τις επιλογές της ηγεσίας του, οι οποίες όμως μάλλον λαμβάνουν θέση για την επόμενη μέρα στην εσωκομματική αναμέτρηση και δεν ενδιαφέρονται ανιδιοτελώς για μια προοδευτική διέξοδο από την κρίση. Αν ενδιαφέρονταν θα είχαν αντιδράσει έναν τουλάχιστον χρόνο πριν. Το κόμμα του Φώτη Κουβέλη δεν κάνει καμιά προσπάθεια να κρύψει την πρόθεση του να αποτελέσει τη γνήσια έκφραση της αριστερής πτέρυγας του καθεστώτος. Παράλληλα, με έκπληξη παρακολουθώ τις προσεγγίσεις του Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος ανέλαβε την πρωτοβουλία σχηματισμού αντικαθεστωτικής κίνησης. Ενώ μάλλον ορθά και συγκροτημένα αναπτύσσει το ιδεολόγημα του νέου πατριωτισμού, διαβάζω ότι παροτρύνει το εκλογικό σώμα να ρίξει λευκό στην κάλπη που θα στηθεί σε λίγο. Κάνει κι αυτός ότι μπορεί από την πλευρά του για να βοηθήσει το καθεστώς να μετεξελιχθεί με το πάσο του!

Αν, λοιπόν, ο Αντώνης Σαμαράς δεν πετύχει να απορροφήσει το κύμα της λαϊκιστικής δεξιάς και να διασκεδάσει την δυναμική και την μορφή του εθνικιστικού ιδεολογήματος που αυτό ενσωματώνει, τότε στην χώρα θα υπάρξει σημαντική ακροδεξιά στροφή. Αφού δεν φαίνεται ελπίδα οι αντικαθεστωτικοί να εκφράσουν οργανωμένα τη διάθεση τους να προσφέρουν στη χώρα ένα μοντέλο εναλλακτικής ηγεμονίας του οποίου ο πυρήνας θα βρίσκεται στα αριστερά, τότε ας ελπίσουμε ότι ο Σαμαράς θα μπορέσει να μετριάσει την ορμή της ριζοσπαστικοποιημένης ακροδεξιάς απορροφώντας την, αν και η συγκυρία θα μπορούσε να οδηγήσει τον ίδιο να παρασυρθεί από αυτούς. Προς το παρόν δεν παρατηρώ ευτυχώς τέτοια προδιάθεση από τον ίδιο προσωπικά, αλλά ένα μέρος του πελατειακού στελεχικού δυναμικού και μηχανισμού της ΝΔ εμφανίζεται πάντα έτοιμο να υιοθετήσει το προσωπείο και την πολιτική φύση της ΕΡΕ.

Αν η χώρα γύρει προς τα δεξιά, τότε αντί να υπηρετήσει το εθνικό συμφέρον με έναν σύγχρονο, δυναμικό και αποτελεσματικό τρόπο, θα βρεθεί σε ακόμη χειρότερη διεθνή θέση από την σημερινή, προσφέροντας ακόμη μεγαλύτερη νομιμοποίηση σε όσους διεθνείς παράγοντες την εμφανίζουν ως το μαύρο πρόβατο της Ευρώπης. Ο Γιώργος Παπανδρέου με την ρητορεία του και την γενικότερη στάση και συμπεριφορά του έχει προσφέρει σε εκείνους που έχουν συμφέρον να αναφέρονται στην Ελλάδα με καθόλου κολακευτικά λόγια. Η άνοδος του δεξιού εξτρεμισμού θα έρθει να συμπληρώσει αυτήν την εξευτελιστική εθνική ταυτότητα, η οποία δεν ανταποκρίνεται σε καμία περίπτωση στην πραγματικότητα.

 

Tags:

, , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Leave a Reply