Η απενοχοποίηση της αναδιαπραγμάτευσης

Του Δημήτρη Α. Γιαννακόπουλου

Η προκατάληψη συνήθως οφείλεται στην παρανόηση, που ως πηγή έχει κάποια φοβία ή αίσθηση ταπείνωσης που προκαλείται με πολιτικά μέσα, ασφαλώς. Και τούτη η παρανόηση εδράζεται στο σύστημα πολιτισμού που δομείται στη βάση της ενοχοποίησης και της θυματοποίησης, αντίστοιχα. Η ενοχοποίηση και θυματοποίηση, στο βαθμό που συστήνουν ιδεολογία ή πολιτική πρακτική, αποτελούν διαστροφές του πολιτικού. Διαστρέφουν τις πραγματικές σχέσεις εξουσίας που διαμορφώνουν ένα συγκεκριμένο ηγεμονικό περιβάλλον. Αποκρύβουν τον πραγματικό σκοπό και τον αιτιατό μηχανισμό κάθε συστήματος θεμελίωσης πολιτικής ισχύος και άσκησης εξουσίας του Α πάνω στον Β, μέσω της αποδοχής από τον Β ενός συστήματος συμμόρφωσης (νομιμότητα δια της πολιτικής νομιμοποίησης), αγιοποιώντας ή εξαγνίζοντας τα μέσα επίτευξης του «αγαθού» σκοπού (κοινό/καθολικό καλό).

Η διαδικασία απενοχοποίησης είναι η μέθοδος ανακάλυψης/προσέγγισης του πολιτικού. Δημοκρατική Πολιτική με αφηγήσεις ενοχοποιητικού ή θυματοποιητικού χαρακτήρα δεν κάνεις. Έτσι κάνεις Ολοκληρωτική Πολιτική.

Πρόστυχη ανάπτυξη, δηλαδή, ενός νομιμοποιητικού μηχανισμού επιβολής του Α στον Β μέσω μιας συγκεκριμένης βίας στην ερμηνεία των πραγματικών σχέσεων ηγεμονίας. Η ερμηνευτική αυτή βία λαμβάνει την μορφή ενοχοποίησης του πολιτικού αντιπάλου ή/και θυματοποίησης εκείνων (των Β), οι οποίοι ορίζουν την ηγεμονική ταυτότητα των Α, αναφορικά με την δήθεν προστασία/σωτηρία τους (Β).

Άρα, η διαδικασία ενοχοποίησης / θυματοποίησης προϋποθέτει και παραπέμπει σε λαϊκούς τιμωρούς ή λαϊκούς αναμορφωτές, δαίμονες ή σωτήρες, μονόδρομους με πολύ λάσπη και προβολή ενός Γ ως απόλυτου εχθρού – και όχι πολιτικού αντιπάλου – που πρέπει να εξαφανιστεί για να απελευθερωθεί ο Β. Στην περίπτωση αυτή ο Α θα δεσπόσει ως αυτονόητη ηγεμονική μορφή, είτε ταυτιζόμενος με τα συμφέροντα του Β, είτε εκπροσωπώντας αυτονοήτως το γενικό καλό του Β. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με το Τέλος της Ιστορίας: είτε με την μορφή του τέλους της πάλης των τάξεων με την ουδετεροποιήση της οικονομίας και την ανάδειξη του νεοφιλελεύθερου πολιτισμού ως το οικονομικό μοντέλο ορθολογικότητας, είτε με την δικτατορία του προλεταριάτου. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε την επιβολή της θεολογίας στην πολιτική δραστηριότητα. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με βαρβαρότητα: είτε της αγοράς πάνω στην κοινωνία, είτε της γραφειοκρατίας πάνω στο κοινωνικό σώμα.

Αν θέλετε, θα μπορούσα να το ορίσω με σύγχρονους όρους ως ρομποτοποίηση των Β πάνω στο ολοκληρωμένο πρόγραμμα του Α – ολοκλήρωση των αγορών ή ολοκλήρωση του γραφειοκρατικού σοσιαλισμού, με το πρώτο να εξευτελίζει την έννοια του φιλελευθερισμού στον καπιταλισμό και το δεύτερο τη έννοια της ισότητας στον σοσιαλισμό ως σκοπό απελευθέρωσης και «επανενοποίησης» του κοινωνικού υποκειμένου. Αυτό είναι το ιδεολογικό δράμα που διαμορφώνει σε μεγάλο βαθμό το αδιέξοδο πολιτικών προσεγγίσεων στην σημερινή, σύγχρονη φάση της παγκοσμιοποίησης. Αν οι νέοι άνθρωποι προσεγγίσετε με προσοχή την αφήγηση του Isaac Asimov και αντιληφθείτε το πολιτικό πρόβλημα που δημιουργείται από την ρομποτοποίηση του κόσμου στην βάση είτε μιας παγκόσμιας καπιταλιστικής διακυβέρνησης, είτε ενός κεντρικά διευθυνόμενου συστήματος σοσιαλιστικής διακυβέρνησης, θα συμφωνήσετε ίσως μαζί μου ότι το δημοκρατικό παράδοξο ανάπτυξης της ισότητας σε ένα περιβάλλον ελευθερίας, αντιμετωπίζεται αποκλειστικά στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης.

Η ενοχοποίηση της διαπραγμάτευσης σε ο, τι αφορά την αφήγηση της ελληνικής κρίσης, είτε από δεξιά, είτε από αριστερά, ή η αγοραία αντίληψή της, όπως διακονείται από την συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ, αποτελεί μορφή ερμηνευτικής βίας που συστήνει ενόχους και θύματα, διασκεδάζοντας το πραγματικό πολιτικό πρόβλημα της χώρας.

Το τελευταίο έχει δύο διαστάσεις, μία εσωτερική και μία εξωτερική: Η εσωτερική αφορά στον συσχετισμό των πολιτικών δυνάμεων που ορίζουν τί είναι και τί δεν είναι διαπραγμάτευση ως προς το στάτους της χώρας και ως προς τον ταξικό ανταγωνισμό επί μέρους κοινωνικών στρωμάτων, ενώ η εξωτερική στο πώς ορίζεται το εθνικό συμφέρον στο πλαίσιο ανάπτυξης μιας διαπραγματευτικής στρατηγικής για αναθεώρηση του στάτους της χώρας εντός της ΕΕ.

Η ενοχοποίηση δια του «τα φάγαμε όλοι μαζί», «οι Έλληνες είναι διεφθαρμένοι», «οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι τεμπελχανάδες», «οι ΔΕΚΟ είναι η πηγή του κακού της χρεοκοπίας» κλπ., ή η θυματοποίηση «ο ελληνικός λαός υφίσταται τις καταστροφικές συνέπειες του Δ Ράιχ», «είμαστε θύματα του καπιταλισμού», κλπ., καταλήγουν να διασκεδάζουν τις πραγματικές σχέσεις που ορίζουν το ηγεμονικό μοντέλο εντός της Ελλάδας (διαπλοκή) και το διαμορφούμενο ηγεμονικό μοντέλο εντός της ΕΕ, που αποτελεί συστατικό και προέκταση του μεταμοντέρνου ηγεμονισμού που επιχειρείται να διαμορφωθεί παγκοσμίως, με την ΕΕ ως διακριτό πόλο πολιτικής ισχύος.

Αν απενοχοποιηθεί η διαπραγμάτευση και πάψει παράλληλα να ορίζεται στο πλαίσιο της αγοράς (δεν αμφισβητούμε το στάτους της χώρας που συνυπογράψαμε οι κυβερνώντες – μνημόνιο, δανειακή σύμβαση – με την τρόικα, αλλά θα επιχειρήσουμε να διαπραγματευθούμε βελτιώσεις του μνημονίου ώστε αυτό να καταστεί αποτελεσματικότερο), τότε και μόνο τότε θα αναγεννηθεί η πολιτική στην συγκυρία της ελληνικής κρίσης και θα διαμορφωθούν οι προϋποθέσεις υπέρβασης των όρων που συστήνουν την κρίση αυτή καθ’ εαυτή.

Η έννοια της πολιτικής ως σχέση διακυβέρνησης – παράγοντα, προϋποθέτει την διαπραγμάτευση. Το ζήτημα είναι τί είδους διαπραγμάτευση κάνεις κάθε φορά. Αυτό δεν είναι το αποτέλεσμα της ισχύος του κάθε διαπραγματευόμενου παράγοντα, αλλά εκείνο που ορίζει την ισχύ του και του προσδίδει ταυτότητα. Το διαπραγματευτικό προφίλ, δηλαδή, που δομείς, είναι εκείνο που σε ορίζει πολιτικά και συνδέει την ταυτότητά σου με το συμφέρον σου. Δυστυχώς αυτή την απλή σχέση αρνούνται για αντικειμενικούς λόγους να εννοήσουν, τόσο οι συγκυβερνώντες (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ,ΔΗΜΑΡ) και ο εσμός των διαπλεκομένων ή φοβισμένων που τους υποστηρίζει, όσο και οι ηγεσίες της αντικαπιταλιστικής αριστεράς. Οι τελευταίες είναι κρίμα που δεν αντιλαμβάνονται ότι και η δική τους ύπαρξη στην διαπραγμάτευση στηρίζεται και μέσω αυτής διαμορφώνεται το πλαίσιο της σχετικής ισχύος που διαθέτουν, ή εμφανίζουν στην κοινωνία.

Τα κινήματα, στον βαθμό που δεν έχουν επαναστατικό χαρακτήρα, αποτελούν παράγοντες διαπραγμάτευσης, έτσι ώστε να θεμελιωθούν ή να προστατευθούν δικαιώματα των Β, πάντα σε σχέση με την αμφισβήτηση του ηγεμονικού μοντέλου των Α. Τόσο στον καπιταλισμό, όσο και στον σοσιαλισμό η διαπραγμάτευση μειώνει την επίδραση της ερμηνευτικής βίας των Α. Το καλό για την ελληνική κοινωνία σήμερα θα ήταν, αντί να καταριόμαστε την διαπραγμάτευση, ή να εννοούμε ως «διαπραγμάτευση» την μέθοδο νομιμοποίησης της υποτέλειας, του ξεπουλήματος και του εξανδραποδισμού των εργαζομένων, να αναπτύσσαμε πολιτικές αφηγήσεις που θα επαναπροσδιόριζαν την έννοια και το περιεχόμενο της διαπραγμάτευσης. Αυτό θα έδινε έμφαση στην δημοκρατική πολιτική. Αυτό απουσιάζει, εκεί που δεν στρεβλώνεται από τον πολιτικό διάλογο στην πατρίδα μας. Και το τελευταίο είναι που χαμηλώνει πολύ την ποιότητα καί του πολιτικού ανταγωνισμού καί των φορέων κοινοβουλευτικής ισχύος. Η έλλειψη ανάπτυξης μίας διαπραγματευτικής κουλτούρας αποτελεί ένδειξη εκχυδαϊσμού των πολιτικών σχέσεων στην Ελλάδα και προάγγελο της απόλυτης θεσμικής προτεκτορατοποίησης της χώρας.

 

Tags:

, , , , , , , , , , , , , , ,

Leave a Reply