Η αβάσταχτη ελαφρότητα της ελληνικής κρίσης και η αιτία της…

Του Δημήτρη Γιαννακόπουλου

Τώρα που επανεισάγεται η αφήγηση «λεφτά υπάρχουν» από τους αντιπάλους αυτών που την εισήγαγαν αρχικώς για να κερδίσουν γενικές εκλογές στην Ελλάδα στο πλαίσιο του εσωτερικού ανταγωνισμού του δικομματισμού (ΝΔ-ΠΑΣΟΚ), ήρθε η ώρα να πω δυο κουβέντες για την ανάγκη που δομεί αυτή την αφήγηση με τη μορφή της παραμυθίας. Να διευκρινίσω, δηλαδή, πώς αποκλειστικά με την αφήγηση αυτή μπορούν να κερδηθούν, παρά φύση, εκλογές στην σημερινή Ελλάδα και να δείξω με πολιτικοοικονομικούς όρους πώς προκαλείται τεχνητά (επικοινωνιακά) ανακούφιση σε μια προλεταριοποιούμενη κοινωνία ή πώς αναπτύσσεται ο απατηλά παρηγορητικός λόγος της πολιτικής ελίτ και της διαπλοκής που την στηρίζει.

Το εγχείρημα αυτό μέσα σε λίγες αράδες θα ήταν ίσως μικρής σημασίας, μπορεί και περιττό καθώς το ζήτημα έχει προσεγγισθεί μερικώς από εμένα τον ίδιο προσφάτως, εάν δεν έθιγε την ουσία (την αιτία) που δομεί αυτήν την αβάσταχτη ελαφρότητα στην προσέγγιση της ελληνικής κρίσης με όρους ευρωζώνης: με όρους δηλαδή που ορίζουν την κρίση στην Ελλάδα ως αποτέλεσμα της πόλωσης της συσσώρευσης του κεφαλαίου στην Ευρωπεριοχή.

Κοιτάξτε, στην Ελλάδα το καθεστώς ηγεμονίας και οι συντηρητικοί πολιτικοί (κεντροδεξιοί και κεντροαριστεροί) με ιδιαίτερη επιμέλεια απέφυγαν να υιοθετήσουν αφηγήσεις που θα εστίαζαν στο πώς παράγεται και αναδιανέμεται το χρήμα στην χώρα, και αυτό είναι κατανοητό καθώς έτσι θα αποκαλυπτόταν ο παρασιτικός και βαθειά αντικοινωνικός χαρακτήρας της ελληνικής οικονομίας διαχρονικά στο δυτικό σύστημα και σήμερα στο πλαίσιο της ευρωζώνης και της παγκοσμιοποίησης.

Στην Ελλάδα λεφτά παράγονται με έναν ιδεολογικο-οικονομικό τρόπο που αποκρύπτει ή διασκεδάζει την διαδικασία της κυκλικής κίνησης και κυκλοφορίας του κεφαλαίου, συσκοτίζοντας μονίμως την σχέση: διάρθρωση και μοντέλο παραγωγής, αγορά μέσων παραγωγής, αγορά εργασίας και ποιοτική και ποσοτική διάσταση των επενδύσεων πρόσθετου κεφαλαίου.

Με άλλα λόγια, οι συντηρητικοί αποφεύγουν σαν τον διάβολο το λιβάνι να προσεγγίσουν την μετατροπή του χρήματος σε κεφάλαιο στον τόπο μας, διότι έτσι θα έδειχναν την πραγματική τους πολιτική φύση ως εκτελεστικά όργανα εκείνων που ρυθμίζουν την διαδικασία συσσώρευσης και κυκλοφορίας του κεφαλαίου στην Ευρωζώνη – που δεν είναι αποκλειστικά η γερμανική ελίτ, αλλά η σχέση αυτής με το χρηματοπιστωτικό λόμπυ – ενώ η οργανωμένη αριστερά εγκλωβίζεται δυστυχώς στη γενική μορφή της μετουσίωσης του χρήματος σε κεφάλαιο, στον ιμπεριαλισμό που αυξάνει τα κέρδη με πολωτική τάση, αδυνατώντας να σκύψει στις μικροπολιτικές και στους θεσμούς που νομιμοποιούν και συσκοτίζουν αυτή την διαδικασία, παράγοντας κρίσεις και κοινωνική καταστροφή σαν την Ελληνική.

Μάλιστα θα ισχυριζόμουν πως ένα τουλάχιστον μέρος της αριστεράς μοιάζει να αδιαφορεί για τον ιδιαίτερο ιδεολογικό μηχανισμό που υπηρετεί την πόλωση στην ανάπτυξη στην Ευρωζώνη εις βάρος της Ελλάδας (και όχι ασφαλώς μόνον αυτής), καθώς επιμένει να μιλά γενικά για ιμπεριαλισμό ή να επικεντρώνει την κριτική του στη σχέση καπιταλιστικής μητρόπολης-κεφαλαιοκρατικής περιφέρειας.

Και όμως τα ιδιαίτερα ιδεολογικά και θεσμικά χαρακτηριστικά της «πόλωσης» στην οποία αναφέρομαι, είναι αυτά που προσδιορίζουν τον ταξικό χαρακτήρα της κρίσης στη σημερινή Ελλάδα, τη μορφή παραγωγής κέρδους, την σχέση εργασίας-τεχνολογίας-κεφαλαίου και την μορφή της κοινωνικής αντίδρασης (αγώνα): προφανής αδυναμία του κινήματος των εργαζομένων να αμυνθεί στη νέα μορφή καπιταλιστικής ανάπτυξης στην Ευρωζώνη που ορίζει ένα Νεοηγεμονικό Πρότυπο, στη βάση του αντιπληθωρισμού και πολιτικών λιτότητας που αποσκοπούν σε μια εντονότερη πόλωση της συσσώρευσης υπέρ των ισχυρών κεντροευρωπαϊκών δυνάμεων.

Με αυτή την έννοια θα μπορούσα ακόμη κι εγώ που απεχθάνομαι εθνικιστικούς όρους, όπως «εθνική προδοσία», να μιλήσω για «εθνικούς προδότες» που αναπτύσσουν την αφήγηση «λεφτά υπάρχουν», «λεφτά φέραμε και ξανα-υπάρχουν» για να αποκρύψουν την πραγματική διάσταση της σημερινής ευρωπαϊκής «πόλωσης» που φτωχοποιεί και ταπεινώνει τον ελληνικό λαό περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, καθώς η ελληνική οικονομία στηρίχθηκε περισσότερο από άλλες της περιφέρειας στο φούσκωμα της λεγόμενης «πρόσθετης υπεραξίας»: στην πλαστή αξιακή υπερμεγέθυνση επιχειρήσεων – και των κρατικών ομολόγων – οι οποίες μέσω της διαπλεκόμενης και πελατειακής λειτουργίας του κράτους και της εξίσου διαπλεκόμενης και κομματοκρατικής των τραπεζών εμφάνιζαν απολύτως παραπλανητικά παραγωγικότητα της εργασίας μεγαλύτερη από το μέσο επίπεδο παραγωγικότητας του κλάδου τους σε παγκόσμιο επίπεδο, προσεγγίζοντας ή υπερβαίνοντας σε κάποιες περιπτώσεις τον μέσο όρο στην Ευρωζώνη.

Και αυτό διευκολυνόμενες από το άφθονο ισχυρό ευρώ που διασφάλιζε η δανειοδοτική ικανότητα του κράτους και η απολύτως καιροσκοπική λειτουργία των θεσμών της Ευρωζώνης και ιδιαίτερα αυτή της ΕΚΤ. Τώρα που η φούσκα της ισχυρής ελληνικής Ευρω-οικονομίας έσκασε, στο βαθμό που η χώρα παραμένει στην Ευρωζώνη, εισάγεται μέσω των κατάπτυστων Μνημονίων και της αναμφισβήτητα εξευτελιστικής και αντιπαραγωγικής, αναθεωρημένης Δανειακής Σύμβασης με τους επίσημους δανειστές της χώρας μας, ένα νέο καθεστώς ρύθμισης της συσσώρευσης που θα συνεχίσει να υπηρετεί ορθολογικά τούτη τη φορά την πόλωση του κεφαλαίου στην Ευρωζώνη υπέρ της κεντροευρωπαϊκής ελίτ και των δορυφόρων της στην περιφέρεια ή στο Ευρωπροτεκτοράτο Ελλάς.

Αυτό το πρόγραμμα που εφαρμόζει στην Ελλάδα η Συγκυβέρνηση με πρωθυπουργό τον κ. Σαμαρά, θεσπίζει ένα νέο σύστημα αυτοματοποιημένων κοινωνικών πρακτικών φτωχοποίησης και πραξικοπηματικών κυβερνητικών αποφάσεων, με τις οποίες εξασφαλίζεται η προοπτική ιδιοποίησης και επανεπένδυσης της υπεραξίας, που σήμερα μπαίνουν οι βάσεις ώστε αυτή να κεφαλαιοποιείται με κανόνα τον εξευτελισμό της εργασίας και γνώμονα την διαμόρφωση ενός φορολογικού συστήματος και ενός κοινωνικού μοντέλου που θα απαντά σε ένα νέο καθεστώς εντατικής συσσώρευσης που θα καλύψει μέρος της φούσκας των ελληνικών ομολόγων κάθε μορφής, που «εξαερώθηκαν».

Γίνεται, δηλαδή, βίαιη διόρθωση με κοινωνικό «σοκ και δέος» στην μορφή εσωτερικής συσσώρευσης και γενικότερα στο μηχανισμό κεφαλαιοποίησης, μέσω του ατομικού προγράμματος για την Ελλάδα, ώστε να ικανοποιηθούν τα νέα δεδομένα που αφορούν στην πόλωση της συσσώρευσης σε επίπεδο ευρωζώνης.

Η διαδικασία αυτή απαιτεί ασφαλώς Διεθνή Επιτροπεία και μεταβολή της χώρας σε υποτελή πολιτεία για όσο διάστημα απαιτηθεί για να αποκρυσταλλωθεί αυτή η νέα ορθολογική ρύθμιση των δημοσιονομικών και της αγοράς στην Ελλάδα, ώστε αυτά να προσαρμοστούν στο μοντέλο πόλωσης της συσσώρευσης στην Ευρωζώνη.

Γεγονός που με οικονομικούς όρους μεταβάλει πράγματι την ΕΕ και ιδιαίτερα την ευρωζώνη σε πόλο της παγκοσμιοποίησης υπό την ηγεσία της Γερμανίας και την ηγεμονία που προκύπτει από την συνεργασία και προστριβή μεταξύ κεντροευρωπαϊκής ελίτ και χρηματιστών/τραπεζιτών. Αυτό όμως, το οποίο σημαίνει καταστροφή για την ελληνική κοινωνία και εξασθένηση μέχρις εξευτελισμού του ελληνικού κράτους στις διεθνείς πολιτικές, δεν θα μπορούσε να θεμελιωθεί δίχως την παραγωγή ιδεολογίας και κουλτούρας, που θα το στήριζε και νομιμοποιούσε στο εσωτερικό ως κατάσταση ανάγκης και ως σωτηρία του έθνους και του λαού.

Η ιδεολογία αποκρυσταλλώνεται στην αφήγηση «λεφτά υπάρχουν/ λεφτά φέραμε» και όχι «λεφτά παράγονται στην Ελλάδα, να δούμε πώς» ή από το «τα λεφτά τα φάγαμε, πληρώστε τώρα λαϊκά και μεσαία στρώματα τον λογαριασμό με γενικευμένη εσωτερική υποτίμηση δίχως πάτο για να καλύψετε το έλλειμμα που εμφανίζεται κατά την διαδικασία πόλωσης της συσσώρευσης, έτσι ώστε να μην διαταραχθεί ο μηχανισμός παραγωγής πλεονάσματος στην Γερμανία και να μην κλονιστεί η δομή του τραπεζικού συστήματος και ο μηχανισμός παραγωγής υπεραξίας που διαμορφώνεται αποκλειστικά από την χρηματιστηριακή κυκλοφορία του χρήματος και τον διατραπεζικό δανεισμό».

Παράλληλα η σχετική κουλτούρα στην Ελλάδα συνεχίζει να αναπαριστά σχέσεις ελεημοσύνης, κομματικής πατρωνίας και σωτηρίας από τους συμμάχους μας. Πρόκειται για την κουλτούρα εξάρτησης, απόλυτα συνδεδεμένη με την διάσταση του σύγχρονου ελληνικού κράτους, την αντίληψη των κοινωνικών σχέσεων, και της θυματοποιητικής αφηγήσεως περί ελληνικού λαού.

Η κουλτούρα αυτή, με έντονα μοιρολατρικά και φονταμενταλιστικά χαρακτηριστικά, συνδέεται αρμονικά με το ιδεολόγημα «λεφτά υπάρχουν/διασφαλίσαμε», χαρακτηρίζοντας την δραματικά συντηρητική μορφή της ελληνικής κοινωνίας, με οπισθοδρομικά μάλιστα στοιχεία και έντονη τάση για ικανοποίηση που προκύπτει αποκλειστικά από την οικονομική παραμυθία. Στο πλαίσιο αυτό όχι μόνον διασκεδάζονται οι πραγματικές οικονομικές και πολιτικές σχέσεις στην χώρα μας, αλλά και το ίδιο το φαινόμενο της εργασίας.

Ακούω: «τώρα που πτωχεύσαμε να σηκώσουμε τα μανίκια και να πλακωθούμε όλοι στην δουλειά, αφήνοντας στην πάντα την μιζέρια, τα πώς και τα γιατί». Και αυτά ακούω συνήθως από εκείνους που δεν έχουν ιδέα τι σημαίνει και τι είναι δημιουργική εργασία. Μιλάνε για εργασία είτε αυτοί που την κατανοούν με όρους βιοπορισμού, είτε απλώς ως υπεραξία, είτε ως απασχόληση στο πλαίσιο ενός καταναλωτικού μοντέλου.

Οι λίγοι εκείνοι που μακριά από τις τετριμμένες δεξιές ή αριστερές αφηγήσεις περί εργασίας εστιάζουν στην βιοοικονομική της διάσταση, παραμένουν μάλλον αμήχανοι. Δεν ξέρουν πια τι να πουν, παρατηρώντας την υποκουλτούρα να βασιλεύει ορίζοντας τις συνθήκες αξιοποίησης του κεφαλαίου με όρους εξευτελισμού της εργασίας ή την υπέρβαση της κρίσης, βλαστημώντας το κεφάλαιο.

Κοιτάξτε, η θεωρία κατέδειξε και η εμπειρία απέδειξε πως υπάρχει μορφή παραγωγικότητας που αυξάνει, ανεβάζοντας αντί μειώνοντας τους πραγματικούς μισθούς και το επίπεδο απασχόλησης παρά την (σχετική) μείωση της αξίας της εργατικής δύναμης. Υπάρχει τρόπος ευημερίας, δηλαδή, στον καπιταλισμό μέσω της μείωσης του κόστους αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, δίχως να φτωχαίνει ο εργαζόμενος – και μάλιστα με περιορισμένη ανεργία – δια της αυξήσεως της παραγωγικότητας με χρήση υψηλής τεχνολογίας παραγωγής και οργάνωσης και έλεγχο των χρηματοπιστωτικών ροών, που όμως προϋποθέτουν πόλωση στην συσσώρευση κεφαλαίου με τον τρόπο που επιδιώκεται και σε μεγάλο βαθμό επιτυγχάνεται από την κεντροευρωπαϊκή βιομηχανική ελίτ, στο πλαίσιο της μεταμοντέρνας μας ΕΕ.

Το κακό για τους Έλληνες είναι πώς δεν καταλαβαίνουμε αυτή την διάσταση της ανάπτυξης, διότι αναμασούμε οικονομιστικές σαχλαμάρες και δοξασίες της αγοράς ή περί επανάστασης, δίχως να καταλαβαίνουμε την λειτουργία της πολιτικής οικονομίας της Ευρωζώνης, που δίχως άλλο μας υπονομεύει ως κοινωνία και δημόσια οντότητα. Αν δεν τα καταλάβεις αυτά πώς να διαπραγματευτείς στο πλαίσιο της ΕΕ και των αναδιαρθρώσεων του δημόσιου χρέους – αν υποθέσουμε πως έχεις τέτοια πρόθεση;

Από την μεριά μου προσπάθησα να φωτίσω ακριβώς αυτή την διάσταση της πολυσύνθετης κρίσης στην Ελλάδα, η οποία δεν πρέπει να εγκλωβίζεται σε στείρους εθνικισμούς ή επαναστατικές ρητορείες. Η Ελλάδα είχε και φόντα να διαπραγματευτεί πολιτικά και ικανότητα να διατηρήσει το κύρος και τη δύναμή της, επ’ ωφελεία της ευρύτερης κοινωνίας, ακολουθώντας ένα πρόγραμμα αναδιοργάνωσης, εκδημοκρατισμού και εκβιομηχάνισης με ορθολογικοποίηση των δημοσιονομικών και αποκομματικοποίηση της διοίκησης, που όμως δεν θα ήταν προσαρμοσμένο στην Ευρωπόλωση της συσσώρευσης.

Ένα τέτοιο πρόγραμμα υποστήριξα μέσω της διαδικτυακής μου παρέμβασης, που σίγουρα είχε αδυναμίες στον ριζοσπαστικό χαρακτήρα του, καθώς δεν προϋπέθετε, για λόγους στρατηγικής, την έξοδό μας από την ευρωζώνη. Ένα τέτοιοι πρόγραμμα, ωστόσο, ήταν απολύτως ξένο με το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα της Ελλάδας και την οντολογική του υπόσταση στο εσωτερικό και στο εξωτερικό.

Το πολιτικό σύστημα της Ελλάδας γνωρίζει ένα και μοναδικό πράγμα: πώς να πολιτεύεται με το «λεφτά υπάρχουν» και να αναπαράγεται μέσω της διαπλοκής και της κομματικής πατρωνίας, υπηρετώντας ντόπιους και ξένους νταβάδες, ενώ ρητορεύει πατριωτικά. Όχι απλώς γνωρίζει να εξαπάτα πολιτικά τον λαό, αλλά να τον χειραγωγεί μέσω της απόλυτης ιδεολογικο-οικονομικής παραπλάνησης. Έτσι όμως η κυρίαρχη προπαγάνδα στρεβλώνει την γνώση στην χώρα και υπονομεύει την αυτογνωσία των ούτως ή άλλως διχασμένων κοινωνικών υποκειμένων. Το τελευταίο συμβάλει στην διόγκωση του ατομισμού και στην μεταφυσική, απολιτική, φαντασιακή σύνθεση του έθνους μας ως απολιτικής κοινότητας. Δίχως επίγνωση της πολιτικής οικονομίας που ορίζει την πολιτική διάσταση του εθνικού κράτους, φίλοι, έθνος με την σημερινή πολιτική έννοια δεν υφίσταται.

Πρόκειται για μια εικονική οντότητα που αποκτά υπόσταση αποκλειστικά μέσω του ιδεολογήματος «λεφτά υπάρχουν στην τσέπη των Ελλήνων Χριστιανών». Αυτό σημαίνει το «πάση θυσία στο Ευρώ»: πολιτική κοινότητα δομημένη στο «πάση θυσία στο Ευρώ».

Το εθνικό κράτος του ευλογημένου Ευρώ, αν προτιμάτε! Μόνον που αυτό το «εθνικό κράτος» υπό αναστολή κυριαρχίας σήμερα, δεν εξυπηρετεί την κοινωνία και την πολιτεία που το ορίζουν, αλλά μια μεταμοντέρνα οντότητα στις παρυφές της οποίας εμφανίζεται να ζητιανεύει λεφτά και συμπάθεια, ώστε λεφτά να υπόσχεται, έστω και για παρηγοριά… για το μέλλον!

Εύχομαι, για τα Χριστούγεννα και την Νέα Χρονιά, ο Έλληνας της εργασίας να μάθει να σέβεται την εργασία του – που είναι εν τέλει ο εαυτός του – και μέσω αυτής τον εαυτό του: έτσι θα μάθει εμπειρικά τί σημαίνει πολιτική οικονομία και θα απομακρυνθεί από τα ιδεολογήματα και την κουλτούρα που τον καθιστούν πιόνι στην Ευρωπόλωση της σύγχρονης μορφής συσσώρευσης μετά την διεθνή κεφαλαιοκρατική κρίση που εξελίσσεται σταδιακά σε ολόκληρη την υφήλιο.

Το ίδιο εύχομαι και στον άνεργο καθώς και αυτός υποκείμενο της εργασίας είναι, που θα πρέπει να ταυτίζεται με αυτήν, αν πάψει να ορίζει τον εαυτό του ως εν δυνάμει απασχολούμενο, απασχολήσιμο, ή δουλικό και οιονεί αφεντικό των άλλων ή του εαυτού του. Μετά από αυτό πολλά δυσνόητα θα γίνουν αυτονόητα σε ότι αφορά στην συλλογική πολιτική δράση για την επόμενη περίοδο.

 

Tags:

, , , , , , , , , , , ,

Leave a Reply