Αυτοί θα με ξανακάνουν δημοσιογράφο!

Του Δημήτρη Α. Γιαννακόπουλου

Δ. ΓιαννακόπουλοςΑν συνεχιστεί αυτή η φασιστικού χαρακτήρα επίθεση εναντίον των δημοσιογράφων στην Ελλάδα, υπάρχει κίνδυνος να ξαναγίνω δημοσιογράφος!

Αποφάσισα πριν από οχτώ χρόνια να εγκαταλείψω για πάντα την δημοσιογραφία, για να λυτρωθώ από το «μίασμα». Αυτό που βλάπτει την συνείδηση του ατόμου, καθιστώντας τον πολίτη στοιχείο μιας ετεροπροσδιορισμένης μάζας. Παγκοσμίως η δημοσιογραφία αποτελεί μια οργανωμένη μορφή ετεροπροσδιορισμού: μαθαίνει, διαπαιδαγωγεί τον πολίτη να ορίζει την ταυτότητά του με βάση τον Άλλον. Σύμφωνα με πρότυπα, με τα οποία οφείλει κανείς να ταυτιστεί για να «Είναι», και κυρίως με πρότυπα τα οποία οφείλει να «καταδικάσει» (να αποστρέφεται) για να υπάρξει ως κοινωνικά αποδεκτό «Είμαι».

Την συγκυριακή ταυτότητα αναφοράς του κάθε πολίτη δομούν τα ΜΜΕ με γενικό μηχανισμό άρθρωσης του μηνύματος, που προσδιορίζει το «Είμαι» ως δυναμικό στοιχείο του σαφώς ετεροπροδιοριζόμενου «Υπάρχω», την δημοσιογραφία. Στην Ελλάδα το κακό υπήρξε μεγαλύτερο από αρκετές άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η δημοσιογραφία στην Ελλάδα, ιδιαίτερα μετά την απορρύθμιση του τέλους της δεκαετίας του 1980, υπήρξε η ίδια καθολικά ετεροπροσδιοριζόμενη στη βάση του προτύπου του CNN και των πλέον λαϊκιστικών εκδοχών άρθρωσης τηλεπολιτικών. Σημειώστε πως οι τηλεπολιτικές, ως δομή άρθρωσης της δημοσιογραφικής αφήγησης, κυριάρχησαν και κυριαρχούν και στον Τύπο, πέραν το ραδιοτηλεοπτικών Μέσων.

Έτσι μια επαρχιωτικά και λάγνα ετεροπροσδιοριζόμενη δημοσιογραφία στην Ελλάδα, δόμησε μια ετεροπροσδιοριζόμενη ελληνική κοινή γνώμη, και αυτή μια ετεροπροσδιοριζόμενη κοινωνία και πολιτική, ενώ ο τελευταίος συνδυασμός μια απολύτως ετεροπροσδιοριζόμενη χώρα, η οποία αναπαρήγαγε ένα σαφώς ετεροπροσδιορισμένο «Είμαι», δηλαδή ένα χυδαία ετεροπροσδιορισμένο Εθνικό Συμφέρον. Τα ίδια συνέβησαν και συμβαίνουν σε κομματικό επίπεδο, με φορέα πάλι την δημοσιογραφία. Το κάθε κόμμα για να υπάρξει στο πολιτικό στερέωμα φρόντισε και φροντίζει να «Είναι», δηλαδή να εμφανίζεται πως είναι, η διαλεκτική αντίθεση κάποιου άλλου. Και αυτό είναι φυσιολογικό για τα κόμματα που δεν πολιτεύονται στη βάση κάποιας ιδεολογίας, αλλά απολύτως παράταιρο και διαστροφικό για τα υπόλοιπα. Είναι φυσιολογικό για τα ακροδεξιά κόμματα και για τα λεγόμενα κεντροδεξιά, μα καθόλου φυσιολογικό, με την πολιτική έννοια της δόμησης ταυτότητας, για τα κεντροαριστερά και αριστερά. Ας μην καταναλώσω χώρο και χρόνο με σημερινά, ανατριχιαστικά παραδείγματα, μια και δεν είναι το θέμα μου αυτό. Στοχάσου για δύο λεπτά αναγνώστη επ’ αυτού και θα καταλάβεις πολύ καλά τι έχω στο μυαλό μου!

Η μεγάλη και πολύχρονη πλέον κρίση που διέρχεται η Ελλάδα αυτή την περίοδο είναι βασικά και ουσιαστικά κρίση της μορφής ετεροπροσδιορισμού της. Ή, με άλλα λόγια, κρίση του ετεροπροσδιορισμού του εθνικού και κοινωνικού συμφέροντος. Η γραφή μου αποτέλεσε μορφή αυτοπροσδιορισμού, ένα κάλεσμα για αυτοπροσδιορισμό. Ως δημοσιογράφος δεν θα μπορούσα να το πράξω σε καμία περίπτωση, εντός του σημερινού καθεστώτος λειτουργίας των ΜΜΕ και του πολιτικού συστήματος. Ευτυχείς είναι οι δημοσιογράφοι που έχουν αναπτύξει αντικειμενικά μια άλλη επαγγελματική πιθανότητα. Αυτό αποτελεί συνθήκη ελευθερίας και χειραφέτησης για το άτομο-δημοσιογράφο. Είναι θαυμάσιο, για να μην πω ζωτικό, για τον δημοσιογράφο να μπορεί κάποια στιγμή να στέλνει στο διάβολο το «μίασμα»! Την κοινωνική ύβρι, με την μορφή της καλλιέργειας του ετεροπροσδιορισμού μέσω της δημοσιογραφικής του δραστηριότητας.

Πολύ «διασκεδάζω» μάλιστα με όσους μαρξιστές δημοσιογράφους εγκλωβίζονται στον ετεροπροσδιορισμό, ενώ νομίζουν πως υπερασπίζονται την κοινωνική χειραφέτηση ή την λαϊκή εξουσία! Χαμπάρι δεν πήραν από τον πυρήνα της διανόησης του Μαρξ! Ολόκληρη η ζωή και το έργο αυτού το ανθρώπου υπήρξε μια επιχείρηση δόμησης μιας Ολοκληρωμένης Αφήγησης Αυτοπροσδιορισμού. Εγώ, που θα δίσταζα να ορίσω τον εαυτό μου ως μαρξιστή, χρωστάω στον Μαρξ κάτι που κανείς άλλος φιλόσοφος ή διανοητής δεν μπόρεσε να μου προσφέρει: την αίσθηση του αυτοπροσδιορισμού, ως κοινωνική ανάγκη ευημερίας και προόδου της ανθρωπότητας, καθώς και ολοκλήρωσης του κοινωνικού ατόμου. Αυτή είναι η ουσία της διαλεκτικής του Μαρξ που «έπιασαν» λίγοι δυστυχώς μεταγενέστεροι μελετητές του, όπως για παράδειγμα ο Αντόνιο Γκράμσι και ο Κορνήλιος Καστοριάδης, ή ακόμη κάποιοι μυστήριοι «τρίτοι» όπως ο Μισέλ Φουκώ.

Κοιτάξτε, ο δημοσιογράφος για να προσφέρει στον αυτοπροσδιορισμό της κοινωνίας, πράγμα που αποτελεί όρο δημοκρατικής εξέλιξης και ευημερίας, θα πρέπει πρώτα να βιώσει τον προσωπικό του αυτοπροσδιορισμό, πολεμώντας κάθε μορφή ετεροπροσδιορισμού (: Είμαι αυτό που δεν είμαι). Πρέπει με μια κουβέντα να γίνει στοιχείο ενός χώρου μυθικής και ταυτόχρονα πραγματικής διεκδίκησης του χώρου στον οποίον αναφέρεται (συγκεκριμένη κοινωνία). Την μορφή αυτή διαμόρφωσης συνείδησης ο Μισέλ Φουκώ ονόμασε «ετεροτοπολογία». Τί σημαίνει αυτό, όπως θαυμάσια το περιέγραψε ο ίδιος: « Υπάρχουν… τόποι που έχουν σχεδιαστεί εντός του θεσμού ακόμη και της ίδιας της κοινωνίας, και οι οποίοι αποτελούν κάποιο είδος αντι-θέσεων, είδος ουτοπιών που έχουν γίνει πράξη, εντός των οποίων οι πραγματικές θέσεις, όλες οι υπόλοιπες πραγματικές θέσεις που μπορεί κανείς να βρει στο εσωτερικό μιας κουλτούρας αντιπροσωπεύονται ταυτόχρονα, αμφισβητούνται και ανατρέπονται. Υπάρχουν είδη τόπων που βρίσκονται έξω από όλους τους τόπους, ακόμη και αν δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί η τοποθεσία τους. Επειδή οι τόποι αυτοί είναι τελείως διαφορετικοί από όλες τις άλλες θέσεις τις οποίες αντανακλούν και στις οποίες αναφέρονται, θα τους αποκαλώ, σε αντίθεση με τις ουτοπίες, ετεροτοπίες. Πιστεύω ότι μεταξύ των ουτοπιών και των υπολοίπων εντελώς διαφορετικών θέσεων, αυτών των ετεροτοπιών, υπάρχει προφανώς ένα είδος μεικτής, ενδιάμεσης εμπειρίας, ένα είδος καθρέφτη».

Ο δημοσιογράφος αντί να αναδεικνύει τις ετεροτοπίες, τί πράττει; Μέσω του ετεροπροσδιορισμού αναπαράγει τις ουτοπίες, ασχέτως αν αυτές αποτελούν τόπους «κοινής λογικής» που αναπαράγουν ένα καθεστώς ηγεμονίας, ή ουτοπίες που ετεροπροσδιορίζονται εμφανιζόμενες ως διαλεκτική του αντίθεση. Ο δημοσιογράφος για να υπηρετήσει τον αυτοπροσδιορισμό μιας κοινωνίας πρέπει να βιώσει την «ετεροτοπία του», να σταθεί μπροστά στο είδωλό του στον «καθρέφτη» και να αισθανθεί την κοινωνική του θέση, ως τον τόπο που απουσιάζει από την επαγγελματική του συνείδηση, ως μη εκπεφρασμένη ελευθερία, με την έννοια πως θα μπορούσε δίχως φόβο και πάθος να πει/δείξει αυτά που δεν αντέχουν να ακούσουν και δουν όσοι συνθέτουν τις επιμέρους ουτοπίες.

Ας αφήσω ωστόσο τον Μισέλ Φουκώ να συνεχίσει επ’ αυτού: « Άλλωστε ο καθρέφτης αποτελεί μία ουτοπία, αφού είναι ένας τόπος χωρίς τόπο. Στον καθρέφτη βλέπω τον εαυτό μου εκεί όπου δεν βρίσκομαι, σε έναν χώρο μη πραγματικό που ανοίγεται με εικονικό τρόπο κάτω από την επιφάνεια. Βρίσκομαι εκεί, σε μέρος όπου δεν βρίσκομαι, ένα είδος σκιάς που μου δίνει τη δυνατότητα να βλέπω τον εαυτό μου, που μου επιτρέπει να βλέπω τον εαυτό μου εκεί απ’ όπου απουσιάζω – αυτή είναι η ουτοπία του καθρέφτη. Αλλά είναι εξίσου μια ετεροτοπία, στο βαθμό όπου ο καθρέφτης υπάρχει στην πραγματικότητα και παρουσιάζει μια αντανάκλαση της θέσης στην οποία βρίσκομαι. Χάρη στον καθρέφτη ανακαλύπτω την απουσία μου από το μέρος όπου βρίσκομαι καθώς βλέπω εκεί τον εαυτό μου. Ξεκινώντας από αυτό το βλέμμα, το οποίο με κάποιον τρόπο στρέφεται προς εμένα, από το βάθος αυτού του εικονικού χώρου στην άλλη πλευρά του γυαλιού, επιστρέφω στον εαυτό μου και ξαναρχίζω να στρέφω το βλέμμα μου σε μένα και να τοποθετώ τον εαυτό μου στο σημείο όπου βρίσκομαι. Ο καθρέφτης λειτουργεί σαν μια ετεροτοπία υπό την έννοια ότι καθιστά το μέρος όπου βρίσκομαι τη στιγμή που κοιτάζομαι στο τζάμι ταυτόχρονα απολύτως πραγματικό, συνδεδεμένο με όλο το χώρο που το περιβάλλει, και απολύτως μη πραγματικό, καθώς προκειμένου να γίνει αντιληπτό (το μέρος) είναι υποχρεωμένο να περάσει μέσα από αυτό το εικονικό σημείο που βρίσκεται εκεί».

Να, τί θα μπορούσε να πράξει ο δημοσιογράφος καί στην Ελλάδα, ή καλύτερα πρωτίστως σε αυτήν για να βγει έξω από το μαύρο πέπλο με το οποίο τον σκέπασε ένα καθεστώς που καταρρέει μέσα στον πανικό του, που προκαλείται από το πολιτικοοικονομικό αδιέξοδο που το ίδιο επέφερε με πράξεις και παραλήψεις, διαχειριζόμενο στη συνέχεια της πελατειακής του ουτοπίας, την ουτοπία που προκάλεσε ο μηχανισμός διάσωσης της τρόικας!

Βιώνοντας την ετεροτοπία (του) ο δημοσιογράφος θα μπορούσε να συνειδητοποιήσει το ουσιαστικό πολιτικό δράμα του και να αναστηθεί πολεμώντας τον ετεροπροσδιορισμό, κάθε μορφή ετεροπροσδιορισμού για τον ίδιο και την ελληνική κοινωνία. Αυτό, φίλε αναγνώστη, θα αποτελούσε μια επανάσταση στην πολιτική διάσταση της ελληνικής κοινωνίας. Την απαρχή μιας εναλλακτικής ηγεμονίας στη χώρα. Το ξεμπλοκάρισμα από τις χρεοκοπημένες ουτοπίες, και ιδιαίτερα από αυτές που προφασίζονται απόλυτο ρεαλισμό, δίχως οι εκφραστές τους να ομολογούν ή να αντιλαμβάνονται πως αυτό (αυτές) αποτελούν τον απόλυτο συντηρητισμό και σαφή κοινωνικοπολιτική οπισθοδρόμηση.

Μην είστε τόσο ηλίθιοι πρώην συνάδελφοι! Αν είχατε ψυχραιμία και βλέπατε με προσοχή στον «καθρέφτη», θα παρατηρούσατε μια κοινωνία που επιθυμεί να δραπετέψει από την καθεστωτική ουτοπία, δίχως να είναι ωστόσο διατεθειμένη (ή έτοιμη) να ακολουθήσει κάποιαν άλλη, που συνδέεται με τις «μεγάλες θεωρίες» της ανθρωπότητας. Αν κοιτάξεις στο «καθρέφτη», αγνοώντας το ετεροπροσδιορισμένο «τομάρι» σου, θα δεις πολλούς Έλληνες να διαμορφώνουν σήμερα μιας ταυτότητα μεταξύ ετεροπροσδιορισμού και αυτοπροσδιορισμού. Ένα «Είμαι» που σίγουρα προβληματοποιεί σήμερα διαφορετικά σε σχέση με το χθες το «Υπάρχω». Ίσως δεις πολλούς να διαμορφώνουν ένα διαφορετικό μοντέλο (υποκειμενικό και αναπροσδιοριζόμενο) στην αντίληψη του κόσμου και της ζωής τους. Θα παρατηρήσεις μυστήρια πράγματα: να γίνονται ασήμαντα τα μέχρι χθες σημαντικά, να είναι έτοιμοι να πράξουν αυτά που δεν τολμούσαν μέχρι χθες, να ξεπερνούν παλιές μορφές φοβίας και άγχους, να μην ενδιαφέρονται να ικανοποιήσουν την γνώμη του Άλλου για τον Εαυτό τους, να επιχειρούν να επικοινωνήσουν ξανά με την καρδία και τις αισθήσεις τους, αποκρινόμενοι από τις καταναλωτικές ψευδαισθήσεις τους!

Κραυγάζει δίχως να ακούγεται η προοδευτική ελληνική κοινωνία: επιτέλους, ας απαλλαγούμε από τον ετεροπροσδιορισμό! Δημοσιογράφε, δεν ακούς; Μόνον την αντήχηση από την δική σου φωνή ακούς; Βγες από το μαύρο πέπλο που σε σκεπάζει, αλλά μην σπάσεις τον «καθρέφτη», όπως επιχειρείς μετά το πραξικοπηματικό θάψιμο της ΕΡΤ. Όχι, ο «καθρέφτης», όπως τον απέδωσα πιο πάνω, είναι απαραίτητος, είναι πολύτιμος, είναι σχεδόν τα πάντα. Το πιο χρήσιμο εργαλείο για τον δημοσιογράφο σήμερα στην Ελλάδα. Εμπρός λοιπόν, για μια άλλη, εναλλακτική δημοσιογραφία στην Χώρα, που θα βασίζεται στον αυτοπροσδιορισμό! Αν γίνει έτσι, τότε να δεις πώς ξεπερνιέται δημιουργικά και με κοινωνικοπολιτική ωριμότητα και προοδευτισμό (η λέξη δεν είναι κακή, κακοί και άθλιοι είναι όσοι την κατέστησαν με την πολιτική και την πολιτεία τους συνώνυμο του μιάσματος) η πολυδιάστατη κρίση που μαστίζει την χώρα μας!

 

Tags:

, , , , , , , , , , , , ,

Leave a Reply